Αποτελέσματα αναζήτησης

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
  • ελληνική: κύνικλος (κόνικλος =κουνέλι) ΙΩΑΝΝΗ ΒΑΓΙΑΝΟΥ ‘Συστηματική κουνελοτροφία-λαγοτροφία’ (Εκδόσεις ΨΥΧΑΛΟΥ) Εφαρμογή μέτρων βιοασφάλειας σε εκτροφές
    32 KB (2.411 λέξεις) - 08:49, 6 Ιανουαρίου 2020

Αποτελέσματα από αδελφικά εγχειρήματα

  • κουνελοτρόφος < κουνέλι + -ο- + -τρόφος κουνελοτρόφος αρσενικό ή θηλυκό άλλη μορφή του κονικλοτρόφος     κουνελοτρόφος