Χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας συνιστά μία μεταφορική περιγραφή της απόστασης της σχέσης μεταξύ της οργανωμένης θρησκείας και του εθνικού κράτους. Δύναται να αναφέρεται στη δημιουργία κοσμικού κράτους, με ή χωρίς επεξηγηματική αναφορά σε ό,τι αυτό ενέχει, ή στην αλλαγή της υπάρχουσας συνθήκης εμπλοκής της εκκλησίας σε θέματα κρατικής αρμοδιότητας.

Χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας ανά τον κόσμο.
  Κράτη χωρίς κρατική θρησκεία ή ασάφεια
  Κράτη με κρατκή θρησκεία
  Διάφορα, ή έλλειψη δεδομένων

Παρ’ ότι η ιδέα του διαχωρισμού έχει υιοθετηθεί σε αρκετά κράτη, οι βαθμίδες διαχωρισμού διαφέρουν κι εξαρτώνται από την ισχύουσα νομική δομή και την κρατούσα άποψη όσον αφορά στη σωστή σχέση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής. Ενώ η πολιτική ενός κράτους μπορεί να διαχωρίζει με σαφήνεια τη σχέση Εκκλησίας-Κράτους, ενίοτε υπάρχει μία σχέση «από μακριά κι αγαπημένοι», στο πλαίσιο της οποίας οι δύο θεσμοί δρουν ως ανεξάρτητοι οργανισμοί. Μία αρχή παρόμοια αλλά πιο αυστηρή από την ελευθεροφροσύνη εφαρμόστηκε στη Γαλλία και την Τουρκία, ενώ κάποια κοσμικοποιημένα κράτη όπως η Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρούν συνταγματικά αναγνωρισμένη μία επίσημη κρατική θρησκεία[1]. Η έννοια παραλληλίζεται με διάφορες άλλες διεθνείς κοινωνικές και πολιτικές ιδέες όπως ο αντικληρικισμός, η ανεξιθρησκία, ο θρησκευτικός πλουραλισμός. Ο Γουίτμαν (2009) επισημαίνει ότι σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, στο πέρασμα των αιώνων, το κράτος έχει αναλάβει τον κοινωνικό ρόλο της εκκλησίας οδηγώντας έτσι σε μία γενικευμένη κοσμικοποιημένη δημόσια σφαίρα[2].

Η βαθμίδα διαχωρισμού ποικίλλει από τον απόλυτο διαχωρισμό που επιβάλλει το σύνταγμα, όπως συμβαίνει στην Ινδία και τη Σιγκαπούρη, μέχρι την επιβολή μίας επίσημης θρησκείας με απόλυτη απαγόρευση οποιασδήποτε άλλης, όπως συμβαίνει στις Μαλδίβες.

Ιστορία της έννοιας και του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H αρχαιότητα είναι γεμάτη με παραδείγματα ανάμειξης και συγχώνευσης Εκκλησίας και Κράτους. Κατά κανόνα ένας επιτυχημένος ηγεμόνας ή βασιλιάς αναλάμβανε διάφορους «ιερατικούς» τίτλους, εκτός από τους «κοσμικούς» τίτλους που συνήθως παρείχε μια τέτοια θέση. Μερικά παραδείγματα αυτής της συγκεκριμένης ανάμειξης και συγχώνευσης Εκκλησίας-Κράτους είναι: η εκτέλεση του Σωκράτη, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο από το Αθηναϊκό κράτος για, μεταξύ άλλων, «την ασέβειά του προς τους θεούς», ο ισχυρισμός πολλών από τους αρχαίους Ιουδαίους βασιλείς για ηγεμονία με εντολή από τον Ουρανό, ή το Έδικτο της Θεσσαλονίκης, με το οποίο ο Χριστιανισμός που προέκυψε από τη Σύνοδο της Νίκαιας έγινε η επίσημη κρατική θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Μεταξύ των αρχαίων φιλοσοφιών, ο Επικουρισμός υποστήριζε μια αρχική εκδοχή του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους, όπως φαίνεται στα γραπτά του Λουκρήτιου και του Επίκουρου.

Ύστερη Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη συζήτηση για την ορθή σχέση ανάμεσα στην Εκκλησία και την πολιτεία, σημαντική ήταν η συμβολή του Αγίου Αυγουστίνου, ο οποίος στην «Πολιτεία του Θεού», Βιβλίο ΙΘ', Κεφάλαιο 17, άρχισε να εξετάζει την ιδανική σχέση ανάμεσα στην «επίγεια πολιτεία» και την «Πολιτεία του Θεού». Στο έργο αυτό, ο Αυγουστίνος προέβαλε ότι η «επίγεια πόλη» και η «Πολιτεία του Θεού» αλληλεπικαλύπτοναι σε βασικά σημεία, ιδίως καθ’όσον οι άνθρωποι χρειάζεται να ζουν μαζί και να τα συνυπάρχουν ειρηνικά στη γη. Έτσι, ο Αυγουστίνος θεώρησε ότι ήταν καθήκον της «εφήμερης πόλης» να καταστήσει δυνατή την εγκαθίδρυση της «επουράνιας πολιτείας» στη γη[3].

Μεσαιωνική Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για αιώνες, οι μονάρχες βασίλευαν υπό την ιδέα της ελέω Θεού βασιλείας. Μερικές φορές αυτό άρχιζε να χρησιμοποιείται από ένα μονάρχη για να υποστηρίξει την θεωρία ότι ο βασιλιάς διοικούσε και το βασίλειο του και την Εκκλησία εντός των συνόρων του βασιλείου του, μια θεωρία γνωστή ως «καισαροπαπισμός». Από την άλλη πλευρά ήταν το καθολικό δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο Πάπας, ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης, θα πρέπει να έχει την απόλυτη εξουσία πάνω στην Εκκλησία, και έμμεσα πάνω στο κράτος. Επιπλέον, καθ' όλο τον Μεσαίωνα ο Πάπας επικαλείτο το δικαίωμα να καθαιρεί τους καθολικούς βασιλιάδες της Δυτικής Ευρώπης και προσπάθησε να το ασκήσει, μερικές φορές με επιτυχία (δείτε τη διαμάχη εξουσίας διορισμού εκκλησιαστικών αξιωματούχων παρακάτω), μερικές φορές όχι, όπως με τον Ερρίκο τον Η΄ της Αγγλίας και τον Ερρίκο τον Γ΄ της Ναβάρας[4].

Στη Δύση το ζήτημα του χωρισμού εκκλησίας και κράτους κατά τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου επικεντρώθηκε σε μονάρχες που κυβερνούσαν στην κοσμική σφαίρα, αλλά καταπατούσαν την εξουσία της Εκκλησίας στην πνευματική σφαίρα. Αυτή η χωρίς λύση αντιλογία στον απόλυτο έλεγχο της Εκκλησίας οδήγησε σε διαμάχες για την εξουσία και σε κρίσεις ηγεσίας, ιδίως στην Διαμάχη εξουσίας διορισμού εκκλησιαστικών αξιωματούχων, που επιλύθηκε με το Κονκορδάτο της Γουόρμς το 1122. Με αυτό, ο αυτοκράτορας παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ορίζει τους ιερωμένους με δακτυλίδι και ποιμαντική ράβδο, τα σύμβολα της πνευματικής δύναμής τους, και εγγυήθηκε την εκλογή τους από τους κληρικούς του καθεδρικού ναού ή μοναστηρίου και ελεύθερη χειροτονία[5].

Μεταρρύθμιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχή της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, ο Μαρτίνος Λούθηρος συνέθεσε το «Δόγμα των Δυο Βασιλείων». Σύμφωνα με τον Τζέιμς Μάντισον, ίσως ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα υπέρ του διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους, το Δόγμα των Δυο Βασιλείων του Λουθήρου σήμανε την γέννηση της σύγχρονης ιδέας του διαχωρισμού μεταξύ κράτους και εκκλησίας[6].

Την δεκαετία του 1530, ο Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας, εξαγριωμένος από την άρνηση της Καθολικής Εκκλησίας (Πάπας Κλήμης Θ΄) να επικυρώσει τον γάμο του με την γυναίκα του, Αικατερίνη της Αραγονίας, αποφάσισε να διακόψει τις σχέσεις του με την Εκκλησία και να θέσει τον εαυτό του αρχηγό της νέας Εκκλησίας της Αγγλίας, της Αγγλικανικής Εκκλησίας, τερματίζοντας τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους στην Αγγλία[7]. Οι μονάρχες της Μεγάλης Βρετανίας έχουν διατηρήσει ακόμη εκκλησιαστική εξουσία στην Εκκλησία της Αγγλίας, έχοντας τον σύγχρονο τίτλο του Υπέρτατου Κυβερνήτη της Εκκλησίας της Αγγλίας. Ωστόσο η ανάμιξη της εκκλησίας στην Αγγλία δεν επεκτάθηκε πολύ, και αυτό εξαιτίας της δίωξης των Καθολικών που προέκυψε από την ανάληψη εκκλησιαστικών εξουσιών του Ερρίκου. Αυτό τελικά οδήγησε στον αντι-κομφορμισμό, στους Άγγλους Διαμαρτυρόμενους και στον αντί-καθολικισμό του Όλιβερ Κρόμγουελ, στην Κοινοπολιτεία της Αγγλίας, και σε Ποινικούς Νόμους ενάντια στους καθολικούς και σε άλλους που δεν υπάγονταν στην Εκκλησία της Αγγλίας.

Ένα από τα αποτελέσματα της δίωξης στην Αγγλία ήταν η φυγή πολλών από την Μεγάλη Βρετανία σε αναζήτηση θρησκευτικής ελευθερίας. Μερικοί από αυτούς μετέβησαν στις Αμερικανικές αποικίες ειδικά για αυτόν το λόγο. Μετά την Αμερικανική Επανάσταση εναντίον του βασιλιά Γεωργίου Γ΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών τροποποιήθηκε ούτως ώστε να απαγορεύει την εγκαθίδρυση θρησκείας (Τροποποίηση του 1791, τροπολογία 1) από το Κογκρέσο.

Διαφωτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζον Λοκ, Άγγλος πολιτικός φιλόσοφος που επιχειρηματολόγησε υπέρ της ελεύθερης από κρατικό έλεγχο ατομικής συνείδησης

Η έννοια του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους συχνά πιστώνεται στα γραπτά του Άγγλου φιλόσοφου Τζον Λοκ (1632-1704)[8]. Σύμφωνα με την αρχή του Κοινωνικού Συμβολαίου του, ο Λοκ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει έλλειψη εξουσίας στη σφαίρα της ατομικής συνείδησης, καθώς αυτή ήταν κάτι λογικό το οποίο οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εκχωρήσουν στην κυβέρνηση για να το ελέγχει αυτή ή άλλοι. Για τον Λοκ, αυτό δημιούργησε ένα φυσικό δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης, το οποίο υποστήριξε ότι για τον λόγο αυτό πρέπει να παραμείνει προστατευμένο από κάθε κυβερνητική εξουσία. Αυτές οι απόψεις πάνω στην θρησκευτική ανοχή και την σημασία της ατομικής συνείδησης, μαζί με το κοινωνικό του συμβόλαιο, άσκησαν ιδιαίτερη επιρροή στις Αμερικάνικες αποικίες και στον προσχεδιασμό του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών[9].

Την ίδια περίοδο του 17ου αιώνα, ο Πιέρ Μπαίηλ και κάποιοι φιντεϊστές ήταν προάγγελοι του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, ισχυριζόμενοι ότι η πίστη ήταν ανεξάρτητη της λογικής[10][11]. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι ιδέες του Λοκ και του Μπαίηλ, ιδιαιτέρως ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους, έγιναν περισσότερο κοινές, οι οποίες προωθήθηκαν από τους φιλοσόφους της εποχής του Διαφωτισμού. Ο Μοντεσκιέ ήδη έγραψε το 1721 για τη θρησκευτική ανοχή και ένα βαθμό διαχωρισμού ανάμεσα στην θρησκεία και την κυβέρνηση[12]. Ο Βολταίρος υπερασπίστηκε κάποιο βαθμό διαχωρισμού, αλλά στο τέλος τοποθέτησε χαμηλότερα την Εκκλησία από τις ανάγκες του Κράτους[13], ενώ ο Ντενίς Ντιντερό, για παράδειγμα, ήταν θιασώτης ενός αυστηρού διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, λέγοντας ότι «η απόσταση ανάμεσα στον θρόνο και την Αγία Τράπεζα δεν μπορεί ποτέ να είναι πάρα πολύ μεγάλη»[14].

Ο Τζέφερσον και η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τόμας Τζέφερσον, ο τρίτος Πρόεδρος των ΗΠΑ, η επιστολή του οποίου προς τους Βαπτιστές του Συνδέσμου Danbury αναφέρεται συχνά στις συζητήσεις σχετικά με τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους

Στα αγγλικά, ο ακριβής όρος είναι μια παραλλαγή της φράσης «Το τείχος του διαχωρισμού μεταξύ εκκλησίας και κράτους», όπως είναι γραμμένο στην επιστολή του Τόμας Τζέφερσον προς τον Σύνδεσμο Βαπτιστών του Danbury το έτος 1802. Με την επιστολή αυτή, όπου γίνεται αναφορά στην Πρώτη Τροποποίηση του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Τζέφερσον γράφει:

Πιστεύοντας μαζί σας ότι η θρησκεία είναι ένα θέμα το οποίο αφορά αποκλειστικά τον άνθρωπο και το Θεό του, ότι κανείς δεν είναι υπόλογος σε κανέναν άλλο για την πίστη του ή τη λατρεία του, ότι οι νόμιμες εξουσίες της κυβέρνησης αφορούν ενέργειες μόνο και όχι απόψεις, με ευλάβεια θεωρώ ότι η πρόθεση το συνόλου του Αμερικανικού λαού -όπως αποτυπώνεται στη νομοθεσία του- είναι ότι δεν θα πρέπει να «θεσμοθετηθεί κανένας κανόνας δικαίου για την καθιέρωση της θρησκείας ή την απαγόρευση της ελεύθερης άσκησής της», δημιουργώντας έτσι ένα τείχος διαχωρισμού μεταξύ εκκλησίας και κράτους[15].

Αυτό που ο Τζέφερσον περιέγραφε στους Βαπτιστές, ήταν ότι η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών εμποδίζει τη δημιουργία μιας εθνικής εκκλησίας και με τον τρόπο αυτό δεν θα πρέπει να φοβούνται κυβερνητική παρέμβαση σχετικά με τον τρόπο λατρείας τους. Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων ήταν ένα από τα πρώτα παραδείγματα στον κόσμο της πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας (που εγκρίθηκε το 1791, της οποίας προηγήθηκε χρονολογικά μόνο η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη το 1789).

Σε διάφορες χώρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χώρες έχουν ποικίλους βαθμούς διαχωρισμού μεταξύ κυβέρνησης και θρησκευτικών θεσμών. Από το 1780, μια σειρά από χώρες έχουν καθορίσει σαφή όρια μεταξύ εκκλησίας και κράτους. Ο βαθμός του πραγματικού διαχωρισμού μεταξύ της κυβέρνησης και της θρησκείας ή των θρησκευτικών θεσμών ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό. Σε ορισμένες χώρες, οι δύο θεσμοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αλληλένδετοι. Υπάρχουν νέες διαμάχες στον μετά-κομμουνιστικό κόσμο[16].

Οι πολλές παραλλαγές σε ό,τι αφορά το διαχωρισμό συναντώνται σε κάποιες χώρες με υψηλό βαθμό θρησκευτικής ελευθερίας και ανοχής σε συνδυασμό με μια έντονα κοσμική πολιτική κουλτούρα, που όμως έχουν ακόμα διατηρήσει κρατικές εκκλησίες ή οικονομικούς δεσμούς με ορισμένες θρησκευτικές οργανώσεις στον 21ο αιώνα. Στην Αγγλία υπάρχει μια συνταγματικά κατοχυρωμένη κρατική θρησκεία, αλλά οι άλλες θρησκείες είναι αποδεκτές. Ο Βρετανός μονάρχης είναι ο Ανώτατος Κυβερνήτης της Εκκλησίας της Αγγλίας, και 26 επίσκοποι (Πνευματικοί Λόρδοι) έχουν έδρα στην άνω βουλή της κυβέρνησης, τη Βουλή των Λόρδων.

Σε άλλα βασίλεια, ο επικεφαλής της κυβέρνησης ή αρχηγός του κράτους ή άλλα υψηλόβαθμα πρόσωπα είναι πιθανόν να απαιτείται από το νόμο να ασπάζονται μια συγκεκριμένη πίστη. Η εξουσία διορισμού υψηλόβαθμων στελεχών των κρατικών εκκλησιών επίσης συχνά ασκείται από τις κοσμικές κυβερνήσεις. Αυτές οι εξουσίες ωστόσο μπορεί να είναι ελαφρώς αναχρονιστικές ή επιφανειακές, και να αποκρύπτουν το πραγματικό επίπεδο της θρησκευτικής ελευθερίας που ισχύει στο κράτος. Στην περίπτωση της Ανδόρας υπάρχουν δύο αρχηγοί κράτους, κανείς από τους οποίους δεν είναι γηγενής. Ο ένας είναι ο Ρωμαιοκαθολικός Επίσκοπος του Seu d'Urgell, μια πόλη που βρίσκεται στην Καταλονία της Ισπανίας. Κατέχει τον τίτλο του Επισκοπελιανού Συμπρίγκηπα (ο άλλος Συμπρίγκηπας είναι ο αρχηγός του γαλλικού κράτους). Οι Συμπρίγκηπες έχουν πολιτική δύναμη όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την επικύρωση των νόμων και το διορισμό των συνταγματικών δικαστηρίων.

Αρμενία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο άρθρο 8 του Συντάγματος της Αρμενίας κατοχυρώνεται ρητά το δικαίωμα στην θρησκευτική ελευθερία. Παρ' όλα αυτά, στο ίδιο άρθρο, αναγνωρίζεται[17] η ιδιαίτερη ιστορική πορεία της Αρμένικης Αποστολικής Εκκλησίας, ως εθνικής εκκλησίας στην πνευματική ζωή, την ανάπτυξη της πολιτιστικής κουλτούρας και την διατήρηση της εθνικής ταυτότητας του λαού της Αρμενίας καθώς και ότι οι σχέσεις του κράτους με την Αρμένικη Αποστολική Εκκλησία θα ορίζονται με ειδικό νόμο, ο οποίος ψηφίστηκε το 2007 και παραχωρεί διάφορα προνόμια στην τελευταία.[18]

Αυστραλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σύνταγμα της Αυστραλίας εμποδίζει την Κοινοπολιτεία να θεσπίζει οποιαδήποτε επίσημη θρησκεία ή να απαιτεί θρησκευτική δοκιμασία για οποιοδήποτε αξίωμα.

Κεφάλαιο 5 § 116 Η Κοινοπολιτεία δεν θα κάνει κανένα νόμο για την εγκαθίδρυση οποιασδήποτε θρησκείας, ή για την επιβολή θρησκευτικής επιτήρησης, ή για την απαγόρευση της ελεύθερης άσκησης οποιασδήποτε θρησκείας, και καμία θρησκευτική προϋπόθεση δεν θα απαιτείται ως προσόν για κανένα αξίωμα ή δημόσια εμπιστοσύνη στο πλαίσιο της Κοινοπολιτείας.

Το κείμενο προέρχεται από το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά έχει υποστεί αλλαγές. Ακολουθώντας τη συνήθη πρακτική του Ανώτατου Δικαστηρίου, έχει ερμηνευθεί πολύ πιο στενά από ό,τι οι αντίστοιχες διατάξεις στις ΗΠΑ και κανένας νόμος δεν έχει ποτέ ακυρωθεί για αντίθεση στη διάταξη αυτή. Σήμερα, η κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας παρέχει ευρεία χρηματοδότηση για θρησκευτικά σχολεία και χρηματοδοτεί επίσης εφημέριους για τα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία. Όλα τα κοινοβούλια της Αυστραλίας ανοίγουν με μια χριστιανική προσευχή, και το προοίμιο του Συντάγματος της Αυστραλίας αναφέρεται σε μια «ταπεινή εξάρτηση από την ευλογία του Παντοδύναμου Θεού»[19].

Παρά το γεγονός ότι μονάρχης της Αυστραλίας είναι η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, επίσης Βρετανή μονάρχης και Κυβερνήτης της Εκκλησίας της Αγγλίας, ο αυστραλιανός της τίτλος δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική έδρα της και η ίδια δεν έχει κανένα ρόλο στην Αγγλικανική Εκκλησία της Αυστραλίας. Η απαγόρευση των θρησκευτικών προαπαιτούμενων επέτρεψε στον πρώην Αγγλικανό Αρχιεπίσκοπο του Μπρίσμπεϊν, Peter Hollingworth, να διοριστεί Γενικός Κυβερνήτης της Αυστραλίας, το υψηλότερο εγχώριο συνταγματικό αξίωμα. Ωστόσο, αυτό επικρίθηκε[20].

Παρά την ένταξη στο κεφάλαιο «πολιτείες», το κεφάλαιο 116 δεν ισχύει για τις πολιτείες, λόγω αλλαγών κατά τη διάρκεια της σύνταξής του, και έτσι αυτές είναι ελεύθερες να καθορίσουν τη δική τους θρησκεία. Παρά το γεγονός ότι καμία πολιτεία δεν έχει συστήσει ποτέ κρατική εκκλησία (η Νέα Νότια Ουαλία περιόρισε τις θρησκευτικές ομάδες κατά την πρώιμη περίοδο της αποικιοκρατίας), το νομικό πρόσωπο που αντιστοιχεί σε πολλές θρησκευτικές οργανώσεις καθορίζεται από την κρατική νομοθεσία[21][22]. Υπήρξαν δύο δημοψηφίσματα για να επεκταθεί το κεφάλαιο 116 στις πολιτείες, αλλά και τα δύο απέτυχαν. Σε κάθε περίπτωση οι αλλαγές αυτές είχαν ομαδοποιηθεί με άλλες αλλαγές και έτσι οι ψηφοφόροι δεν είχαν τη δυνατότητα να αποδεχτούν μόνο τη μία αλλαγή. Οι περισσότερες πολιτείες επιτρέπουν ευρείες εξαιρέσεις για τις θρησκευτικές ομάδες από τη νομοθεσία κατά των διακρίσεων. Για παράδειγμα, το νομοσχέδιο στη Νέα Νότια Ουαλία που επιτρέπει στα ζευγάρια του ιδίου φύλου να υιοθετούν, επιτρέπει στις θρησκευτικές υπηρεσίες να αρνηθούν να το δεχτούν[23][24].

Η σημερινή κατάσταση, που περιγράφεται ως «αρχή της κρατικής ουδετερότητας» και όχι «διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους»[20], έχει επικριθεί και από κοσμικές και από θρησκευτικές ομάδες. Από τη μία πλευρά, οι κοσμικοί έχουν υποστηρίξει ότι η αρχή της ουδετερότητας στις θρησκείες οδηγεί σε μια «ατελή δημοκρατία»[25] ή ακόμα και μια «πλουραλιστική θεοκρατία»[26], καθώς η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι ουδέτερη προς την θρησκεία των ανθρώπων όταν αυτοί είναι άθεοι. Από την άλλη πλευρά, οι θρησκευτικές ομάδες και άλλοι θεωρούν ότι το κράτος και οι κυβερνήσεις τούς περιορίζουν στην άσκηση της θρησκείας τους, εμποδίζοντάς τους να επικρίνουν άλλες θρησκευτικές ομάδες και αναγκάζοντάς τους να κάνουν ασυνείδητες πράξεις[27].

Βραζιλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βραζιλία ήταν αποικία της Πορτογαλικής Αυτοκρατορίας από το 1500 μέχρι την ανεξαρτησία της από την Πορτογαλία το 1822. Κατά το διάστημα αυτό ο Ρωμαιοκαθολικισμός ήταν η επίσημη θρησκεία του κράτους. Με την άνοδο της Αυτοκρατορίας της Βραζιλίας, παρ’ όλο που ο Καθολικισμός διατήρησε τη θέση του ως επίσημη πίστη, ενισχυόμενη από την Πολιτεία, επετράπη και σε άλλες θρησκείες να αναπτυχθούν, καθώς το Σύνταγμα του 1824 διασφάλισε τη θρησκευτική ελευθερία. Η πτώση της αυτοκρατορίας, το 1889, οδήγησε στην καθιέρωση ενός δημοκρατικού καθεστώτος και θεσπίσθηκε ένα Σύνταγμα το 1891, το οποίο διέρρηξε τους δεσμούς μεταξύ της εκκλησίας και της πολιτείας. Δημοκρατικοί ιδεολόγοι, όπως ο Μπέντζαμιν Κόνσταντ και ο Ρούι Μπαρμπόσα, είχαν επηρεασθεί από την «laïcité» (έννοια του κοσμικού κράτους) στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο συνταγματικός διαχωρισμός μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους του 1891 έχει διατηρηθεί έκτοτε. Το σημερινό Σύνταγμα της Βραζιλίας, που ισχύει από το 1988, διασφαλίζει το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, απαγορεύει την καθιέρωση κρατικών εκκλησιών και οποιαδήποτε σχέση «εξάρτησης ή συμμαχίας» αξιωματούχων με θρησκευτικούς ηγέτες, εκτός εάν πρόκειται για «συνεργασία με σκοπό την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό ορίζεται από το νόμο».

Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η «λαϊσιτέ», προϊόν της γαλλικής ιστορίας και φιλοσοφίας, τυποποιήθηκε σε ένα νόμο του 1905 που προέβλεπε το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, δηλαδή το διαχωρισμό της θρησκείας από την πολιτική εξουσία.

Η γαλλική εκδοχή του διαχωρισμού ονομάζεται λαϊσιτέ. Το μοντέλο αυτό του κοσμικού κράτους προστατεύει τις θρησκευτικές οργανώσεις από κρατικές παρεμβάσεις, αλλά περιορίζει σε κάποιο βαθμό και τη δημόσια θρησκευτική έκφραση. Αυτό αποσκοπεί στην προστασία της δημόσιας εξουσίας από τις επιρροές των θρησκευτικών οργανώσεων, ιδίως στα δημόσια αξιώματα. Οι θρησκευτικές απόψεις που δεν περιέχουν κάποιο ίχνος δημόσιας ευθύνης, ή οι οποίες θεωρούν τις θρησκευτικές γνώμες άσχετες με την πολιτική, καταπιέζονται λιγότερο από αυτή τη μορφή της εκκοσμίκευσης της δημόσιας συζήτησης.

Ο πρώην πρόεδρος Νικολά Σαρκοζύ είχε ασκήσει κριτική στην «αρνητική λαϊσιτέ» και μιλούσε για μια «θετική λαϊσιτέ» που αναγνωρίζει τη συμβολή της πίστης στο γαλλικό πολιτισμό, τη γαλλική ιστορία και κοινωνία, και επιτρέπει την πίστη στη δημόσια συζήτηση και κρατικές ενισχύσεις σε θρησκευτικές ομάδες[28]. Επισκέφθηκε τον Πάπα το Δεκέμβριο του 2007 και μίλησε δημοσίως εμφατικά για τις χριστιανικές ρίζες της Γαλλίας, τονίζοντας παράλληλα τη σημασία της ελευθερίας της σκέψης[29], υποστηρίζοντας ότι η πίστη πρέπει να επανέλθει στη δημόσια σφαίρα. Ο διάδοχός του, Φρανσουά Ολάντ, είχε μια εντελώς διαφορετική τοποθέτηση κατά τις προεδρικές εκλογές του 2012, υποσχόμενος να εισαγάγει την έννοια της «λαϊσιτέ» στο σύνταγμα (το γαλλικό σύνταγμα ήδη ορίζει ότι η Γαλλική Δημοκρατία είναι κοσμικό κράτος, αλλά δεν υπάρχει άρθρο στο σύνταγμα για τη «λαϊσιτέ»)[30].

Υπάρχουν ωστόσο κάποιες επιπλοκές στη Γαλλία, που περιλαμβάνουν:

  • Το πιο σημαντικό παράδειγμα βρίσκεται σε δύο περιοχές, την Αλσατία και τη Μοζέλλη, όπου το Συμφωνητικό μεταξύ της Γαλλίας και της Αγίας Έδρας εξακολουθεί να επικρατεί, επειδή οι δύο περιοχές βρίσκονταν υπό γερμανικό έλεγχο όταν ψηφίστηκε ο γαλλικός νόμος του 1905 για το διαχωρισμό μεταξύ των εκκλησιών και του κράτους. Οι καθολικοί ιερείς, όπως και ο κλήρος άλλων θρησκειών (Λουθηρανοί, Καλβινιστές και Εβραίοι) πληρώνονται από το κράτος και στα σχολεία διδάσκονται θρησκευτικά μαθήματα. Επιπλέον, οι καθολικοί επίσκοποι του Μετς και του Στρασβούργου διορίζονται (ή, μάλλον, τοποθετούνται επισήμως) από τον αρχηγό του Γαλλικού Κράτους μετά από πρόταση του Πάπα, πράγμα που καθιστά τον Γάλλο Πρόεδρο τη μόνη εφήμερη εξουσία που έχει επισήμως διατηρήσει το δικαίωμα να ορίζει καθολικούς επισκόπους, καθώς όλοι οι άλλοι καθολικοί επίσκοποι διορίζονται από τον Πάπα.
  • Ο Γάλλος Πρόεδρος είναι εκ του αξιώματός του και συν-Πρίγκηπας της Ανδόρρας, όπου ο ρωμαιοκαθολικισμός έχει τη θέση της κρατικής θρησκείας (ο άλλος συν-Πρίγκηπας είναι ισπανός επίσκοπος). Επιπλέον, στους Γάλλους αρχηγούς κράτους παραδοσιακά προσφέρεται ο επίτιμος τίτλος του επιτρόπου τους Παπικής Βασιλικής του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού, του Καθεδρικού Ναού της Ρώμης. Μόλις ο τίτλος αυτός απονέμεται σε ένα νεοεκλεγέντα πρόεδρο, η Γαλλία πληρώνει για ένα Ιερέα της Χορωδίας, ο οποίος καταλαμβάνει μια θέση στo κανονικό συμβούλιο του καθεδρικού ναού αντί για τον Πρόεδρο (όλοι οι Γάλλοι πρόεδροι ήσαν άρρενες και, τουλάχιστον, κατ' όνομα ρωμαικαθολικοί αλλά, αν κάποιος δεν ήταν, πιθανότατα δεν θα του δινόταν ο τίτλος). Ο Γάλλος Πρόεδρος έχει επίσης έδρα και σε μερικά άλλα κανονικά συμβούλια στη Γαλλία.
  • Άλλο παράδειγμα των περίπλοκων σχέσεων μεταξύ της Γαλλίας και της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είναι οι «Ευσεβείς Οίκοι της Γαλλίας και της Ρώμης και της Λορέττας»: πέντε εκκλησίες στη Ρώμη (Η Τριάδα του Όρους, ο Άγιος Λουδοβίκος των Γάλλων, ο Άγιος Ίβο των Βρετόνων, ο Άγιος Κλαύδιος του Ελεύθερου Κράτους της Βουργουνδίας και ο Άγιος Νικόλαος της Λωρραίνης) όπως κι ένα παρεκκλήσι στο Λορέτο, ανήκουν στη Γαλλία και διοικούνται και χρηματοδοτούνται από ένα ειδικό ίδρυμα που συνδέεται με τη Γαλλική πρεσβεία στην Αγία Έδρα.
  • Στην Ουαλίς και Φουτουνά, Γαλλική υπερπόντια κτήση, η εθνική εκπαίδευση έχει εκχωρηθεί στην επισκοπή, η οποία χρηματοδοτείται για το λόγο αυτό από το κράτος.

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γερμανικό Σύνταγμα διασφαλίζει την ελευθερία της θρησκείας[31], αλλά δεν υπάρχει πλήρης διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους στη Γερμανία. Οι επίσημα αναγνωρισμένες εκκλησίες λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου (και όχι ιδιωτικού) δικαίου. Κάποιοι φόροι εισπράττονται από το κράτος για λογαριασμό των αναγνωρισμένων θρησκευτικών κοινοτήτων[32] έναντι μιας παρακράτησης αμοιβής[33]. Η θρησκευτική διδασκαλία είναι κανονικό μάθημα στο ωρολόγιο πρόγραμμα στη Γερμανία[31]. Το γερμανικό κράτος θεωρεί εαυτό ουδέτερο σε ζητήματα θρησκευτικών πεποιθήσεων[34], με αποτέλεσμα να μη μπορεί κάποιος δάσκαλος να εξαναγκασθεί να διδάξει θρησκευτικά. Από την άλλη, όμως, για όλους όσους διδάσκουν θρησκευτικά απαιτείται επίσημη άδεια από τη θρησκευτική τους κοινότητα[35]. Οι συνθήκες με την Αγία Έδρα αναφέρονται ως συνυποσχετικά και αποτελούν το νομικό πλαίσιο για τη συνεργασία με το γερμανικό κράτος[36].

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηνωμένες Πολιτείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φράση του Τζέφερσον (βλέπε παραπάνω) αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ για πρώτη φορά το 1878, και στη συνέχεια σε μια σειρά υποθέσεων, αρχής γενομένης το 1947[37]. Η ίδια η φράση «διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους» δεν εμφανίζεται στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Πρώτη Τροπολογία του Αμερικάνικου Συντάγματος αναφέρει ότι «το Κογκρέσο δεν θα δημιουργήσει κανένα νόμο σχετικά με την εγκαθίδρυση θρησκείας, ή την απαγόρευση ελεύθερης άσκησής της». Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα του πώς αυτή εφαρμόζεται στις πολιτείες μέχρι το 1947. Όταν το έκανε, στην υπόθεση Everson εναντίον Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, το δικαστήριο ενσωμάτωσε την ρήτρα εγκαθίδρυσης, ορίζοντας ότι είναι εφαρμοζόμενη στις πολιτείες και ότι ο νόμος που επέτρεπε την αποζημίωση για την μετακίνηση των μαθητών με λεωφορεία προς τα σχολεία (συμπεριλαμβανομένων και των ενοριακών σχολείων) ήταν συνταγματικός[38].

Πριν από την ενσωμάτωσή της, είχαν γίνει ανεπιτυχείς προσπάθειες για την τροποποίηση του συντάγματος, ώστε να εφαρμοστεί ρητά η ρήτρα εγκαθίδρυσης στις πολιτείες κατά τις δεκαετίες του 1870 και του 1890[39]Πρότυπο:Failed verification[40]

Η έννοια υπονοούνταν στην φυγή του Ρότζερ Ουίλιαμς από τη θρησκευτική καταπίεση στην Αποικία του κόλπου της Μασαχουσέτης για να ιδρύσει την αποικία του Ρόουντ Άιλαντ και των Providence Plantations (Φυτείες Πρόνοιας) πάνω στην αρχή της κρατικής ουδετερότητας σε θέματα πίστεως[41][42].

Ο Ουίλιαμς υποκινούνταν από την ιστορική κατάχρηση της κυβερνητικής εξουσίας, και πίστευε ότι η κυβέρνηση πρέπει να αποσύρεται από οτιδήποτε αγγίζει τη σχέση των ανθρώπων με τον Θεό, υποστηρίζοντας τη δημιουργία ενός «διαχωριστικού φράκτη ή τοίχου μεταξύ του Κήπου της Εκκλησίας και της Ερημίας του κόσμου» προκειμένου να κρατηθεί η εκκλησία αγνή.

Μέσω του έργου του το καταστατικό του Ρόουντ Άιλαντ επικυρώθηκε από τον βασιλιά Κάρολο Β’ της Αγγλίας, στο οποίο αναφερόταν ρητά ότι κανείς δεν επιτρέπεται να «κακοποιηθεί, τιμωρηθεί, διαταραχτεί, ή να τεθεί υπό αμφισβήτηση, για τυχόν διαφορές απόψεων, στα θέματα της θρησκείας».

Αναγνωρίζεται στον Ουίλιαμς η συμβολή του στη διαμόρφωση του δημοσίου διαλόγου για την σχέση εκκλησίας και κράτους στην Αγγλία, αλλά και η επιρροή του σε ανθρώπους όπως ο Τζον Μίλτον και ιδιαίτερα ο Τζον Λοκ, του οποίου το έργο είχε μελετηθεί επισταμένως από τον Τόμας Τζέφερσον, τον Τζέιμς Μάντισον και άλλους αρχιτέκτονες του Συντάγματος των ΗΠΑ. Οι απόψεις του Ουίλιαμς θεολογικά προέρχονται κυρίως από την Αγία Γραφή και τα κίνητρά του θεωρούνται θρησκευτικά, ενώ η υποστήριξη της θρησκευτικής ελευθερίας από τον Τζέφερσον θεωρείται κοινωνικοπολιτική[43].

Η Συνθήκη της Τρίπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1797, η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών επικύρωσε μια συνθήκη με την Τρίπολη που ανέφερε στο άρθρο 11:

Δεδομένου ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεν βασίζεται με κανένα τρόπο στην χριστιανική θρησκεία, καθώς δεν εμπεριέχει χαρακτήρα εχθρότητας ενάντια στους νόμους, τη θρησκεία ή την γαλήνη των Μουσουλμάνων, και, καθώς οι εν λόγω πολιτείες δεν ενεπλάκησαν ποτέ σε οποιονδήποτε πόλεμο, ή εχθρική πράξη εναντίον οποιουδήποτε μωαμεθανικού έθνους, δηλώνεται από τις δύο πλευρές, ότι κανένα πρόσχημα που προκύπτει από θρησκευτικές απόψεις, θα διαταράξει ποτέ την αρμονία που υπάρχει μεταξύ των δύο χωρών[44].

Σύμφωνα με τον Φρανκ Λάμπερτ, καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Purdue, οι διαβεβαιώσεις του άρθρου 11 είχαν ως στόχο «να κατευνάσουν τους φόβους του μουσουλμανικού κράτους επιμένοντας ότι η θρησκεία δεν θα όριζε τον τρόπο που η συνθήκη θα ερμηνευόταν και θα εκτελείτο. Ο πρόεδρος Τζον Άνταμς και η Γερουσία έκαναν σαφές ότι το σύμφωνο ήταν μεταξύ δύο κυρίαρχων κρατών, όχι μεταξύ δύο θρησκευτικών δυνάμεων»[45]

Οι υποστηρικτές του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους υποστηρίζουν ότι αυτή η συνθήκη, η οποία επικυρώθηκε από τη Γερουσία, επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών είχε ακριβώς ως στόχο να είναι θρησκευτικά ουδέτερη[46]. Η συνθήκη υποβλήθηκε από τον Πρόεδρο Άνταμς και ομόφωνα επικυρώθηκε από την Γερουσία

Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ρωσική αυτοκρατορία στην ταυτότητα του υπηκόου της δεν αναγραφόταν η εθνικότητα αλλά το θρήσκευμα του και η εκκλησιαστική δύναμη ως ευνοούμενη της αυτοκρατορικής δυναστείας των Τσάρων τύγχανε προνομιακής μεταχείρισης και διατηρούσε ισχυρή κοσμική εξουσία σε βαθμό που μπορούσε να ελέγχει ακόμα και την αυτοκρατορική εξουσία (π.χ ο Τσάρος διόριζε τον Πατριάρχη Μόσχας αλλά δε μπορούσε να τον εκδιώξει από το αξίωμα του παρά μόνο μετα θάνατο του). Στην ΕΣΣΔ η αναγραφή θρησκεύματος ήταν παράνομη και τιμωρούνταν αυστηρά. Η εκκλησιαστική περιουσία δημεύτηκε από το κράτος(όμως επιστράφηκε πίσω στην εκκλησία εξ ολοκλήρου μετά την πτώση της ΕΣΣΔ), απαγορευόταν (με εξαίρεση την περίοδο 1941-1953) οποιαδήποτε αναφορά σε θρησκευτική συνείδηση και από το 1958 η επίσκεψη σε εκκλησία και η τέλεση θρησκευτικών υποχρεώσεων τιμωρούνταν με φυλάκιση, παρότι το Σύνταγμα της ΕΣΣΔ του 1957, στο άρθρο 124 ανέφερε: "Για να εξασφαλιστεί στους πολίτες η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης η Εκκλησία στην ΕΣΣΔ είναι χωρισμένη από το Κράτος, καθώς και το σχολείο από την εκκλησία. Αναγνωρίζεται σ' όλους τους πολίτες η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, καθώς και η ελευθερία της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας."[47][48] Σήμερα αν και το ρωσικό σύνταγμα δεν αναφέρεται άμεσα τουλάχιστον σε επίσημη θρησκεία αναφέρει ως επικρατούσα θρησκεία την Χριστιανική θρησκεία γενικά (αφήνοντας να εννοηθούν όλα τα δόγματα της όπως Ορθόδοξη, Ρωμαιοκαθολική, Διαμαρτυρόμενη κ.α). Όμως με τροποποίηση που ψηφίστηκε και προστέθηκε αργότερα αναγνωρίζεται η προσφορά της Ορθόδοξης εκκλησίας στην διαμόρφωση του Ρωσικού έθνους και γι αυτό τονίζεται ότι τυγχάνει ξεχωριστής μεταχείρισης. Το ρωσικό κράτος για να ελέγχει καλύτερα τη θρησκευτική ζωή της πλειοψηφίας πληρώνει τους μισθούς μόνο των Ορθοδόξων ιερέων καθώς επίσης καλύπτει οικονομικά τα έξοδα και τις τελετουργίες της ορθόδοξης εκκλησίας(μεταφορά Αγίου φωτός με ιδιαίτερα λαμπρές τιμές με δαπάνες της κυβέρνησης,ανέγερση ορθοδόξων ναών κ.α). Οι ορθόδοξοι ιερείς μπορούν να επισκέπτονται τα δημόσια σχολεία στα οποία απαιτείται να διακοσμούν τους τοίχους ορθόδοξες εικόνες ενώ στις σχολικές αυλές συνήθως υπάρχει ένα εκκλησάκι. Στις ταυτότητες των πολιτών συμβολικά αναγράφεται πρώτα το θρήσκευμα και μετά η εθνικότητα. Η προσβολή των θρησκευτικών αισθημάτων των ορθόδοξων με οποιονδήποτε τρόπο διώκεται ποινικά. Μετά από διαδικτυακό δημοψήφισμα το 2014 οι πολίτες ενέκριναν με 89,34% υπέρ δυο προτάσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας να μπορεί να διοργανώνει κρατικά δημοψηφίσματα εντός των ορθόδοξων ναών για θέματα τα οποία σχετίζονται με τη θρησκεία η κρατικές υποθέσεις που η ίδια θεωρεί ότι αφορούν την εκκλησία και η κατάταξη του μαθήματος των θρησκευτικών (τα οποία έχουν ομολογιακή μορφή) σε υποχρεωτικό μάθημα εξέτασης και στα πεδία θετικών σπουδών (εκτός από των θεωρητικών) με την παράλληλη αύξηση των ωρών διδασκαλίας επιτρέποντας παράλληλα τη διοργάνωση εκκλησιαστικών σεμιναρίων στα δημόσια σχολεία(πέρα από τα κατηχητικά) για τους μαθητές.Εγκρίθηκε ακόμα η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών συμβολικά μια φορά το μήνα από έναν ιερέα της ενορίας στην οποία υπάγεται το σχολείο η από κάποιον της εμπιστοσύνης του. Τέλος, δεν επιτρέπεται η απαλλαγή από τα θρησκευτικά για κανένα λόγο αφού θεωρείται βασικό μάθημα.

Ηνωμένο Βασίλειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία της Αγγλίας (Αγγλικανική εκκλησία) είναι μια αναγνωρισμένη εκκλησία και ο Βρετανός μονάρχης έχει τον τίτλο του επικεφαλής της Αγγλικανικής εκκλησίας και δεν μπορεί να είναι καθολικός. Μέχρι το νομοσχέδιο για τη διαδοχή στο θρόνο του 2013 (Crown Act 2013) ο μονάρχης δεν θα μπορούσε να είναι παντρεμένος με καθολικό-ή. Στην Αγγλία, υψηλοί εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι είναι ταυτόχρονα και βασιλικοί αξιωματούχοι, η Εκκλησία διεξάγει σημαντικές τελετές του κράτους, όπως στέψεις βασιλέων και 26 επίσκοποι κατέχουν έδρες στη Βουλή των Λόρδων και είναι γνωστοί ως Πνευματικοί Λόρδοι (Lords Spiritual) σε αντίθεση με τους Κοσμικούς Λόρδους (Lords Temporal). Οι σχέσεις μεταξύ εκκλησίας και κράτους στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι σήμερα ως επί το πλείστον μια τυπικότητα και η διακυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι σχετικά κοσμική, αν και οι Πνευματικοί Λόρδοι έχουν μια σημαντική επιρροή όταν ψηφίζουν ως μια ομάδα σε ορισμένα ζητήματα, όπως η άμβλωση και η ευθανασία.

Η Εκκλησία της Σκωτίας είναι το μεγαλύτερο θρησκευτικό δόγμα στη Σκωτία, όμως σε αντίθεση με την Εκκλησία της Αγγλίας είναι Πρεσβυτεριανή και από το 1921 έχει διαχωρισθεί από το κράτος, με τον επικεφαλής να μην κατέχει κανένα επίσημο ρόλο. Η Εκκλησία της Ιρλανδίας διαχωρίστηκε από το κράτος νωρίτερα το 1871, ενώ η Εκκλησία της Ουαλίας διαχωρίστηκε το 1920[49].

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει γραπτό Σύνταγμα, δεν υπάρχει ρητή συνταγματική αρχή της ελευθερίας της θρησκευτικής άσκησης, όπως υπάρχει σε άλλες χώρες, όπως η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, το άγραφο σύνταγμα εξασφαλίζει τέτοια δικαιώματα και διάφορους νόμους, όπως τον νόμο περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1998 και τον νόμο για την ισότητα του 2010 επιτρέπει στις θρησκευτικές ομάδες να συνδέονται, να λατρεύουν, να προωθούν και να δημοσιεύουν τις απόψεις τους παράλληλα με τις καθιερωμένες εκκλησίες.

Ιαπωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιαπωνία διαχώρισε την εκκλησία και το κράτος το 1868. Αυτό θεωρήθηκε ανάρμοστο, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής στρατιωτικής κατοχής (1945-52) και οικοδομήθηκε μια αφήγηση «Κρατικού Σίντο», προκειμένου να επιβληθούν οι αμερικανικές ιδέες για εκκλησία και κράτος στην Ιαπωνία.

Ινδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ινδία είναι κατ’ όνομα κοσμικό κράτος και δεν υπάρχουν ειδικές προβλέψεις που ευνοούν συγκεκριμένες θρησκείες στο σύνταγμά της. Ωστόσο, διάφοροι νόμοι (το οικογενειακό δίκαιο, για παράδειγμα) περιέχουν διαφοροποιήσεις ή διακρίσεις βάσει της θρησκείας. Επιπλέον, πολλές πολιτειακές κυβερνήσεις, γα παράδειγμα η κυβέρνηση της Πολιτείας Ταμίλ Ναντού, ασκούν έντονο έλεγχο επί των θρησκευτικών οργανώσεων.

Η άσκηση τέτοιας κυβερνητικής εξουσίας στο πεδίο της θρησκείας έχει ως αποτέλεσμα να κατηγορούνται μερικές φορές οι πολιτικοί ότι ασκούν πολιτική για να αποκτήσουν την εύνοια συγκεκριμένων πολιτικών ομάδων, δηλαδή ότι υποστηρίζουν κάποια ζητήματα με αποκλειστικό σκοπό να υφαρπάσουν τις ψήφους των μελών μιας συγκεκριμένης κοινότητας, περιλαμβανομένων και των θρησκευτικών κοινοτήτων. Τόσο το Ινδικό Κόμμα του Κογκρέσου, όσο και το κόμμα Μπχαρίτιγια Τζανάτα (BJP) έχουν κατηγορηθεί ότι προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τους ψηφοφόρους μέσω της πολιτικής που απευθύνεται σε συγκεκριμένες κοινότητες. Η υπόθεση Σαχ Μπάνο, μια υπόθεση διαζυγίου, προκάλεσε μεγάλη διχογνωμία, όταν το Κογκρέσο κατηγορήθηκε ότι επιχείρησε να κατευνάσει τους ορθόδοξους Μουσουλμάνους φέρνοντας μια κοινοβουλευτική τροπολογία, η οποία θα ακύρωνε το αποτέλεσμα της απόφασης που είχε εκδώσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μετά τις βιαιότητες του Γκουτζάρατ το 2002 υπήρξαν κατηγορίες κατά των πολιτικών κομμάτων, ότι προχώρησαν πάλι σε πολιτικές στρεφόμενες προς συγκεκριμένες κοινότητες[50].

Ισπανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ισπανία, σχολιαστές έχουν υποστηρίξει ότι η μορφή του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας που θεσπίστηκε στη Γαλλία το 1905 και περιλήφθηκε στο Ισπανικό Σύνταγμα του 1931 είναι αυτή μίας «εχθρικής» προσέγγισης προς την εκκλησία, σημειώνοντας ότι αυτή η εχθρότητα ήταν μία από τις αιτίες για την κατάρρευση της δημοκρατίας και την πρόκληση του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου[51][52]. Μετά το τέλος του πολέμου, επί της Δικτατορίας Φράνκο, η Καθολική Εκκλησία επανέκτησε την επισήμως εγκεκριμένη και κυρίαρχη θέση της. Η θρησκευτική ελευθερία εξασφαλίστηκε μόλις το 1966, εννιά χρόνια πριν την πτώση του καθεστώτος. Από το 1978, σύμφωνα με το Ισπανικό Σύνταγμα (ενότητα 16.3) «Καμία θρησκεία δεν θα είναι κρατική. Οι δημόσιες αρχές θα λαμβάνουν υπόψιν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της Ισπανικής κοινωνίας και συνεπώς θα διατηρούν τις κατάλληλες σχέσεις συνεργασίας με την Καθολική Εκκλησία και άλλα δόγματα».

Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ιταλία ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους είναι κατοχυρωμένος στο άρθρο 7 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει[53]:

«Η Πολιτεία και η Καθολική Εκκλησία είναι ανεξάρτητες και κυρίαρχες, η καθεμία εντός της δικής της σφαίρας. Οι σχέσεις τους ρυθμίζονται από τις συμφωνίες του Λατερανού. Τροποποιήσεις στις συμφωνίες αυτές που γίνονται αποδεκτές και από τα δύο μέρη δεν απαιτούν τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης».

Κίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κίνα, την εποχή της δυναστείας των Χαν, είχε καθιερώσει τον Κομφουκιανισμό ως επίσημη κρατική ιδεολογία, αντικαθιστώντας αυτήν του Νομικισμού της προηγηθείσας δυναστείας των Κιν πριν από πάνω από δυο χιλιετίες[54]. Στη σύγχρονη Κίνα, μετά το 1949, εξαιτίας ιστορικών εμπειριών όπως η Εξέγερση του Ταϊπίνγκ, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν είχε διπλωματικές σχέσεις με το Βατικανό για πάνω από μισόν αιώνα, διατήρησε το διαχωρισμό της εκκλησίας από τις κρατικές υποθέσεις[55] και, παρ' όλο που οι μέθοδοι της κινεζικής κυβέρνησης αμφισβητούνται από το Βατικανό[56], ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ είχε δεχθεί τη χειροτονία επισκόπου που είχε προ-επιλεγεί από την κυβέρνηση για την Κινεζική Πατριωτική Καθολική Ένωση το 2007. Εν τούτοις, μια νέα χειροτονία καθολικού Επισκόπου το Νοέμβριο του 2010, σύμφωνα με τα νέα του BBC, απειλεί να «ζημιώσει τους δεσμούς» μεταξύ της Κίνας και του Βατικανού[57].

Μεξικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ζήτημα του ρόλου της Καθολικής Εκκλησίας στο Μεξικό είναι ιδιαιτέρως διχαστικό ήδη από τη δεκαετία του 1820. Οι μεγάλες εκτάσεις ιδιοκτησίας της Εκκλησίας ήταν πάντοτε σημείο τριβής. Το Μεξικό οδηγήθηκε σε κάτι που ονομάστηκε διαχωρισμός της εκκλησίας και του κράτους από τον Μπενίτο Χουάρες, ο οποίος, το 1859, προσπάθησε να εκμηδενίσει το ρόλο της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας στο κράτος αποκτώντας τις εκτάσεις της και καταργώντας τα προνόμιά της[58][59]. Το 1859 εκδόθηκε ο Νόμος Λέρντο – υποτίθεται ότι διαχώριζε την εκκλησία και το κράτος, αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για κρατική παρέμβαση σε εκκλησιαστικά ζητήματα, καθώς καταργήθηκαν μοναστικά τάγματα και εθνικοποιήθηκε η εκκλησιαστική περιουσία. Το 1926, μετά από αρκετά χρόνια επαναστατικού πολέμου και ανασφάλειας, ο Πρόεδρος Πλούταρκο Ελίας Κάγιες, ένας άθεος, θέσπισε τον Νόμο Κάγιες, ο οποίος κατήργησε κάθε ιδιωτική περιουσία των εκκλησιών, έκλεισε εκκλησίες που δεν είχαν δηλωθεί στο κράτος και απαγόρευσε στους κληρικούς την κατοχή δημοσίων αξιωμάτων. Ο νόμος δεν ήταν δημοφιλής. Και αρκετοί διαδηλωτές από αγροτικές περιοχές πολέμησαν κατά των ομοσπονδιακών στρατευμάτων σε αυτό που ονομάσθηκε πόλεμος του Κριστέρο. Μετά τη λήξη του πολέμου το 1929, ο Πρόεδρος Εμίλιο Πόρτες Γκιλ διατήρησε μια προηγούμενη ανακωχή, κατά την οποία ο νόμος θα παρέμενε θεσπισμένος, αλλά δεν θα εφαρμοζόταν στην πράξη, με αντάλλαγμα τη λήξη των εχθροπραξιών. Από τότε, η Καθολική Εκκλησία έχει παραμείνει ενεργή μέσα από το Εθνικό Κόμμα Δράσης (του Μεξικού). Το κόμμα απέκτησε σημαντική βάση το 2000, όταν εξελέξη ο Πρόεδρος Βισέντε Φοξ, σταματώντας 70 χρόνια αδιάκοπης διακυβέρνησης από το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα.

Νορβηγία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 21 Μαΐου 2012, το Κοινοβούλιο της Νορβηγίας ενέκρινε μια συνταγματική τροπολογία η οποία διασφάλιζε στην Εκκλησία της Νορβηγίας αυξημένη αυτονομία, και ορίζει πως «η Εκκλησία της Νορβηγίας, μια Ευαγγελική-Λουθηρανική Εκκλησία, παραμένει η Εκκλησία του Νορβηγικού λαού, και αντιμετωπίζεται από το κράτος ως τέτοια» («Λαϊκή Εκκλησία», folkekirke, είναι επίσης το όνομα της Δανέζικης Κρατικής Εκκλησίας, Folkekirken), αντικαθιστώντας την προηγούμενη έκφραση η οποία όριζε πως «η Ευαγγελική-Λουθηρανική θρησκεία παραμένει η επίσημη θρησκεία του Κράτους». Η τελική τροπολογία πέρασε με 162 υπέρ προς 3 κατά. Όλες οι αρνητικές ψήφοι ήταν από το Κεντρώο κόμμα.

Το σύνταγμα ορίζει επίσης πως η Νορβηγικές αξίες βασίζονται πάνω στην Χριστιανική και ανθρωπιστική κληρονομιά, και σύμφωνα με το σύνταγμα, ο Βασιλιάς πρέπει να είναι Λουθηρανός. Η κυβέρνηση θα συνεχίσει να επιδοτεί την Εκκλησία όπως κάνει και για άλλους σχετικούς με την θρησκεία οργανισμούς και ιδρύματα, αλλά την δυνατότητα διορισμού επισκόπων και κοσμητόρων την έχει η εκκλησία αντί της κυβέρνησης. Πριν το 1997, ο διορισμός εφημερίων και θρησκευτικών αντιπροσώπων ήταν αρμοδιότητα της κυβέρνησης, αλλά η εκκλησία απέκτησε το δικαίωμα να διορίζει απευθείας τους εν λόγω κληρικούς βάσει του νέου Εκκλησιαστικού Νόμου του 1997. Ωστόσο, ακόμα και μετά τις αλλαγές του 1997 και 2012, όλοι οι κληρικοί παραμένουν κρατικοί λειτουργοί, και οι κεντρικές και τοπικές διοικήσεις παραμένουν κομμάτι της κρατικής διοίκησης, και η Εκκλησία της Νορβηγίας ρυθμίζεται από τον δικό της νόμο (Kirkeloven) και όλοι οι δήμοι υποχρεούνται από τον νόμο να υποστηρίξουν τις δραστηριότητες της Εκκλησίας της Νορβηγίας και οι δημοτικές αρχές να αντιπροσωπεύονται στα τοπικά σωματεία της.

Σιγκαπούρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σιγκαπούρη είναι η πατρίδα ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών και ως τέτοια, η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης έχει αναμφισβήτητα -ως προς μία σειρά ζητημάτων- κάνει μία προσπάθεια να αποφύγει να δώσει προτεραιότητα σε κάποιες θρησκείες έναντι των υπολοίπων.

Το 1972 η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης διέγραψε τους μάρτυρες του Ιεχωβά και απαγόρευσε τις δραστηριότητές τους στη χώρα. Μπορεί αυτό να φαίνεται σε κάποιους ως θρησκευτική προκατάληψη, ωστόσο άλλοι (συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης της Σιγκαπούρης) ισχυρίζονται ότι αυτό ήταν δικαιολογημένο δεδομένου ότι τα μέλη των μαρτύρων του Ιεχωβά αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία (η οποία είναι υποχρεωτική για όλους τους άνδρες), να χαιρετήσουν τη σημαία ή να ορκιστούν όρκους πίστης στο κράτος[60][61]. Η Σιγκαπούρη έχει απαγορεύψει όλο το έντυπο υλικό που εκδίδεται από την «Διεθνή Ένωση Μαθητών της Βίβλου» (International Bible Students Association) και το «Παρατηρητήριο της Βίβλου» (Watchtower Bible and Tract Society) εξαιτίας της δημοσίευσης κειμένων των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Όποιος κατέχει μία απαγορευμένη έκδοση μπορεί να του επιβληθεί χρηματικό πρόστιμο μέχρι $2.000 Δολάρια Σιγκαπούρης και να φυλακισθεί μέχρι 12 μήνες για την πρώτη καταδίκη[62].

Σουηδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία της Σουηδίας ιδρύθηκε από τον Βασιλιά Γουσταύο Α΄ και μέσα σε μισό αιώνα μετά το θάνατο του, καθιερώθηκε ως Λουθηρανική εκκλησία με εκτεταμένες εξουσίες στην Σουηδική κοινωνία, όντας υπό τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού. Η θρησκευτική ελευθερία επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη διάρκεια της δικτατορίας του Γουσταύου Γ΄, ενώ το κράτος διαχωρίστηκε από την εκκλησία από την 1 Ιανουαρίου του 2000. Η μεταρρύθμιση προωθήθηκε από την κυβέρνηση του Γκόραν Πέρσον.

Τουρκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Τουρκία, της οποίας ο πληθυσμός είναι σε συντριπτικό ποσοστό μουσουλμανικός, θεωρείται ότι έχει καθιερώσει τον κοσμικό χαρακτήρα της σχολής της laïcité από το 1928. Όπως και με τον κοσμικό χαρακτήρα στη Γαλλία, υπάρχουν μερικές αξιοσημείωτες περιπλοκές και στην Τουρκία:

  • Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία είναι επίσημα κοσμική χώρα, το Προοίμιο του Συντάγματος ορίζει ότι «Δεν πρέπει να υπάρχει καμία παρέμβαση, παρόλα τα ιερά θρησκευτικά συναισθήματα, σε κρατικές υποθέσεις και την πολιτική»[63].
  • Προκειμένου να ελέγχουν τον τρόπο που η θρησκεία γίνεται αντιληπτή από τους οπαδούς, το κράτος πληρώνει τους μισθούς των ιμάμηδων (μόνο για τους σουνίτες μουσουλμάνους) και παρέχει θρησκευτική εκπαίδευση (από την κοινότητα των μουσουλμάνων σουνιτών) στα δημόσια σχολεία. Το κράτος έχει ένα Υπουργείο Θρησκευτικών Υποθέσεων, ακριβώς κάτω από τον πρωθυπουργό ιεραρχικά, υπεύθυνο για την οργάνωση της σουνιτικής μουσουλμανικής θρησκείας, καθώς επίσης και τι θα πρέπει και δεν θα πρέπει να αναφέρεται σε κηρύγματα που δίνονται σε τζαμιά, ειδικά τις Παρασκευές. Μια τέτοια ερμηνεία του κοσμικού κράτους, όπου η θρησκεία είναι υπό αυστηρό έλεγχο του κράτους είναι πολύ διαφορετική από εκείνη την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών και είναι ένα καλό παράδειγμα του πώς ο διαχωρισμός μπορεί να εφαρμοστεί με ποικίλους τρόπους σε διάφορες περιοχές στον πλανήτη.

Φιλιππίνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο άρθρο 2 της Διακήρυξης των Αρχών και Κρατικών Πολιτικών, Ενότητα 6, το σύνταγμα των Φιλιππίνων του 1987 ορίζει πως «ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους είναι απαραβίαστος». Αυτό τονίζει εκ νέου, με μικρές διαφορές στις λέξεις και στον τονισμό, μια διακήρυξη που έγινε στο άρθρο 15, παράγραφος 15 του συντάγματος του 1973[64][65]. Ομοίως, στο άρθρο 3, παράγραφος 5 ορίζει «Κανένας νόμος δεν θα ορίζει την υιοθέτηση θρησκείας, ή την απαγόρευση ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων. Η ελεύθερη άσκηση και απόλαυση των θρησκευτικών καθηκόντων και λατρειών, χωρίς διάκριση η μεροληψία, πάντα θα επιτρέπεται. Καμία θρησκευτική δοκιμασία θα απαιτείται για την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων», απηχώντας το άρθρο 4, παράγραφος 8 από το σύνταγμα του 1973 αυτολεξεί[65][66].

Θρησκευτικές απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέρα από το νόμο και τη φιλοσοφία, ορισμένοι χριστιανοί αρνούνται να ψηφίζουν, να φέρουν όπλα ή να συμμετέχουν σε οποιοδήποτε πολιτικό όργανο διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα συχνά να διώκονται, όπως συνέβη με τους Αναβαπτιστές, τους συνεχιστές τους συμπεριλαμβανομένων των Άμις και των Μεννονιτών, των Κουακέρων και, κατά τον 20ο αιώνα, των Μαρτύρων του Ιεχωβά σε αρκετές χώρες, πιστεύοντας ότι μη συμμετέχοντας, βρίσκονται πλησιέστερα στη Βασιλεία του Θεού, αφού ο Ιησούς απάντησε (στον Πιλάτο) «ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο ἂν ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν» (Ιωάν. ιη', 36). Γι’ αυτούς ο όρος «Χριστιανικό έθνος» δεν μπορεί να είναι ένα έγκυρο κυβερνητικό αξίωμα, εντάσσοντας αποκλειστικά τους Χριστιανούς, πιθανότατα σε χριστιανικές κοινότητες, πέραν των οποίων βρίσκονται «τα Καίσαρος» (Ματθ. κβ', 21).

Αχμαντίγια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την ερμηνεία του Ισλάμ από την Μουσουλμανική Κοινότητα Αχμαντίγια, οι Ισλαμικές αρχές ορίζουν ότι η κυβερνητική πολιτική θα πρέπει να διαχωρίζεται από το θρησκευτικό δόγμα. Δεν θα πρέπει να δείχνεται εύνοια στον Μουσουλμάνο και όχι στον μη Μουσουλμάνο[67][68].

Καθολικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Δεύτερη Δήλωση του Συμβουλίου του Βατικανού επί της Θρησκευτικής Ελευθερίας Dignitatis Humanae (1986), η Καθολική Εκκλησία διδάσκει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και ότι το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να αναγνωρίζεται από το συνταγματικό νόμο[69]. Ενώ η Εκκλησία διδάσκει ότι ο διαχωρισμός εκκλησίας – πολιτείας είναι επιτρεπτός, δεν προσυπογράφει το διαχωρισμό της θρησκείας και της πολιτικής[70]. Η θέση της Εκκλησίας είναι ότι η θρησκεία, και ιδιαιτέρως η Εκκλησία, έχει ιδιαίτερο ρόλο στην καθοδήγηση και πληροφόρηση των συνειδήσεων, δρώντας έτσι ως ελεγκτικός και εξισορροπητικός παράγων ως προς την ισχύ της πολιτείας[71]. Η Εκκλησία διδάσκει ότι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας (η οποία κατοχυρώνεται στη «ρήτρα ελεύθερης εξάσκησης» των Η.Π.Α.) είναι δογματικό, ενώ το ερώτημα του βαθμού διαχωρισμού εκκλησίας – πολιτείας, όπως η απαγόρευση μιάς επίσημης θρησκείας (η οποία κατοχυρώνεται στη «ρήτρα ίδρυσης» των Η.Π.Α.), είναι μεταβλητό, εξαρτώμενο από την ιστορία του έθνους. Έτσι είναι αποδεκτό και συμβατό με την έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας, χώρες όπως η Αγγλία, η Μάλτα, η Κόστα Ρίκα και η Δανία να έχουν επίσημη θρησκεία, αφού παρέχουν θρησκευτική ελευθερία προς όλους:

Αν, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ιστορικές συγκυρίες μεταξύ των λαών, παρέχεται ειδική πολιτική αναγνώριση προς μία θρησκευτική κοινότητα από την συνταγματική τάξη μιάς κοινωνίας, είναι ταυτοχρόνως απαραίτητο να αναγνωρίζεται και να διατηρείται το δικαίωμα όλων των πολιτών και των θρησκευτικών κοινοτήτων στη θρησκευτική ελευθερία[72].

Η Καθολική Εκκλησία λαμβάνει θέσεις σε πολιτικά ζητήματα, και επιχειρεί να επηρεάσει τη νομοθεσία επί θεμάτων τα οποία θεωρεί σημαντικά. Επί παραδείγματι, οι Καθολικοί επίσκοποι στις Ηνωμένες Πολιτείες υιοθέτησαν ένα σχέδιο το 1970, σκοπός του οποίου ήταν μια συνταγματική αναθεώρηση η οποία θα παρείχε «προστασία στο αγέννητο παιδί, στο μέγιστο δυνατό βαθμό»[73].

Φιλικός και εχθρικός διαχωρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ακαδημαϊκοί κάνουν διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που μπορούν να χαρακτηριστούν «φιλικοί» και «εχθρικοί» διαχωρισμοί κράτους και εκκλησίας[74]. Ο φιλικός τύπος περιορίζει την ανάμειξη της εκκλησίας στα ζητήματα του κράτους, αλλά επίσης περιορίζει την ανάμειξη του κράτους στα ζητήματα της εκκλησίας[75]. Ο εχθρικός τύπος, αντιθέτως, επιδιώκει να περικλείσει την θρησκεία καθαρά στο σπίτι ή στην εκκλησία και περιορίζει την θρησκευτική εκπαίδευση, τις θρησκευτικές τελετουργίες και την δημόσια επίδειξη πίστης[76].

Το εχθρικό μοντέλο της ανεξιθρησκίας εμφανίστηκε με τη Γαλλική Επανάσταση και αντιπροσωπεύεται στην Μεξικανική Επανάσταση και το Σύνταγμα που προέκυψε από αυτήν καθώς και στο Ισπανικό Σύνταγμα του 1931[77][78]. Το εχθρικό μοντέλο που παρουσιάστηκε σε αυτά τα γεγονότα, μπορεί να θεωρηθεί ότι προσεγγίζει τον τύπο της πολιτικής θρησκείας, που συναντάμε στα ολοκληρωτικά καθεστώτα[76].

Ο Γαλλικός διαχωρισμός του 1905 και ο Ισπανικός διαχωρισμός του 1931 έχουν χαρακτηριστεί ως οι πιο εχθρικοί του εικοστού αιώνα, αν και τα τρέχοντα σχήματα και στις δυο αυτές χώρες θεωρούνται σε γενικές γραμμές φιλικά[51]. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί, στην αρχή της θητείας του, παρ’ όλ’ αυτά, χαρακτήρισε το τρέχον σχήμα «αρνητική εκκοσμίκευση» και θέλησε να αναπτύξει μια «θετική εκκοσμίκευση», πιο ανοιχτή στην θρησκεία[28]. Η συμπεριφορά της πολιτείας προς την θρησκεία θεωρείται από κάποιους ότι υπήρξε μια από τις αιτίες των εμφυλίων πολέμων στην Ισπανία[79] και το Μεξικό.

Ο Γάλλος φιλόσοφος και συντάκτης της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ζακ Μαριτέν (Jacques Maritain) επισήμανε την διαφορά ανάμεσα στο μοντέλο που βρίσκουμε στην Γαλλία και σε αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών των μέσων του εικοστού αιώνα[80]. Θεώρησε ότι το μοντέλο των Ηνωμένων Πολιτειών της εποχής εκείνης είναι πιο φιλικό, διότι συνδύαζε την «καθαρή διάκριση και την έμπρακτη συνεργασία» ανάμεσα στην εκκλησία και την πολιτεία, αυτό που αποκάλεσε «ιστορικό θησαυρό» και προειδοποίησε τις Ηνωμένες Πολιτείες: «παρακαλέστε τον Θεό να το διατηρήσετε προσεκτικά και μην επιτρέψετε στην αντίληψη σας για τον διαχωρισμό να παρεκκλίνει προς αυτήν των ευρωπαίων»[80]. Ο Αλέξις ντε Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville), ένας άλλος Γάλλος σχολιαστής, έκανε παρόμοια διάκριση: «Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από την αρχή, η πολιτική και η θρησκεία ήταν σε συμφωνία και δεν σταμάτησαν να είναι έτσι έκτοτε»[81].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η Νορβηγία εγκατέλειψε επισήμως την κρατική της θρησκεία τον Μάιο του 2012
  2. Princeton University WordNet reads: "separationism: advocacy of a policy of strict separation of church and state."
  3. Feldman (2009)
  4. Charles Elliott (1877) [1851]. Delineation of Roman Catholicism: Drawn from the authentic and acknowledged standards of the Church of Rome, σελ. 165. http://books.google.com/books?id=iiYQAAAAIAAJ&pg=PA165. 
  5. Berman, Harold J. (1983). Law and Revolution: The Formation of the Western Legal Tradition. Harvard University Press. ISBN 0-674-51774-1. OCLC 185405865. 
  6. Madison to Schaeffer, 1821. 1865, σελ. [Χρειάζεται σελίδα]. http://books.google.com/?id=I6tLmjLqRfAC&pg=PA242&lpg=PA242&dq=madison+luther+%22led+the+way%22#PPA242,M1. 
  7. Henry VIII: 1509-47 AD. Britannia History. http://www.britannia.com/history/monarchs/mon41.html. Ανακτήθηκε στις 2008-03-26 
  8. Feldman, Noah (2005). Divided by God. Farrar, Straus και Giroux, σελ. 29 («Χρειάστηκε ο Τζον Λοκ, για να μεταφράσει το αίτημα για συνειδησιακή ελευθερία σε συστηματικό επιχείρημα για τη διάκριση της σφαίρας της κυβέρνησης από τη σφαίρα της θρησκείας» - "It took John Locke to translate the demand for liberty of conscience into a systematic argument for distinguishing the realm of government from the realm of religion.")
  9. Feldman, Noah (2005). Divided by God. Farrar, Straus and Giroux, σελ. 29
  10. Tinsley, Barbara Sher (2001). Pierre Bayle's Reformation : conscience and criticism on the eve of the Enlightenment. Selinsgrove, Πεννσυλβάνια: Susquehanna University Press. ISBN 1575910438. 
  11. Bayle, Pierre (2000 ; 1st ed 1682). Various Thoughts on Occasion of a Comet. SUNY Press, σελ. 332. ISBN 9780791492734. http://books.google.com/?id=UueopQAmgzUC&pg=PR23&dq=Pierre+Bayle+Separation+of+Church+and+State. 
  12. McWhirter, Darien (1994). Exploring the separation of church and state. Φοίνιξ, Αριζόνα: Oryx Press. ISBN 9780897748520. 
  13. Masters, Voltaire. Transl. by Brian (2000). Treatise on tolerance [and other writings]. Cambridge [u.a.]: Cambridge University Press. ISBN 9780521649698. 
  14. Mason, Denis Diderot. Ed. by John Hope. Wokler, Robert (2005). Political writings (Reprint έκδοση). Cambridge: Cambridge University Press, σελ. 225. ISBN 0521369118. http://books.google.com/?id=LdUHUTTq_l8C&pg=PA83&dq=the+distance+between+the+throne+and+the+altar+can+never+be+too+great. 
  15. Τζέφερσον, Τόμας (1802-01-01). «Jefferson's Letter to the Danbury Baptists». Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ. http://www.loc.gov/loc/lcib/9806/danpre.html. Ανακτήθηκε στις 2006-11-31. 
  16. Péter Tibor Nagy. The social and political history of Hungarian education - State-Church relations in the history of educational policy of the first post-communist Hungarian government (HTML έκδοση). Ουγγρική ηλεκτρονική βιβλιοθήκη. ISBN 963-200-511-2. http://mek.oszk.hu/03700/03797/03797.htm#10. Ανακτήθηκε στις 2007-04-27. 
  17. «Το Σύνταγμα της Αρμενίας: άρθρο 8». Berkley Center for Religion, Peace and World Affair. https://berkleycenter.georgetown.edu/quotes/constitution-of-armenia-article-8-1-separation-of-church-and-state. Ανακτήθηκε στις 25 Αυγούστου 2016. 
  18. Αμερικανική κυβέρνηση. «Το Σύνταγμα της Αρμενίας: άρθρο 8». www.religions.am. http://www.religions.am/eng/documents/interpretations/international-religious-freedom-report-armenia/. Ανακτήθηκε στις 25 Αυγούστου 2016. 
  19. Προοίμιο του Αυστραλιανού Συντάγματος, 1900 (Αγγλικά)
  20. 20,0 20,1 Hogan, M. (16 Μαΐου 2001). Separation of church and state? Australian Review of Public Affairs. Ανακτήθηκε 10 Οκτωβρίου 2010.
  21. «ANGLICAN CHURCH OF AUSTRALIA CONSTITUTION ACT 1960». Austlii.edu.au. 2011-08-24. http://www.austlii.edu.au/au/legis/vic/consol_act/acoaca1960408/index.html. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. 
  22. «LUTHERAN CHURCH OF AUSTRALIA VICTORIAN DISTRICT INCORPORATION ACT 1971». Austlii.edu.au. 2000-08-11. http://www.austlii.edu.au/au/legis/vic/consol_act/lcoavdia1971629/index.html. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. 
  23. Advocate.com Editors. «Adoption Bill Passed in NSW | News». The Advocate. http://www.advocate.com/News/Daily_News/2010/09/03/NSW_Parliament_Passes_Adoption_Bill/. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. 
  24. «Adoption Amendment (Same Sex Couples) Act (NSW) 2010.». http://www.austlii.edu.au/cgi-bin/disp.pl/au/legis/nsw/num_act/aasca2010n66377.pdf?stem=0&synonyms=0&query=adoption%20same-sex. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. 
  25. Wallace, M. (2005). Is there a separation of church and state in Australia and New Zealand? Australian Humanist, 77. Ανακτήθηκε 10 Οκτωβρίου 2010.
  26. Secular Party of Australia. (nd). The Separation of Church and State. Ανακτήθηκε 10 Οκτωβρίου 2010.
  27. Davidson, S. (27 Οκτωβρίου 2009). Victorian abortion law: Overriding the conscience of doctors. Crikey. Ανακτήθηκε 10 Οκτωβρίου 2010.
  28. 28,0 28,1 Beita, Peter B. French President's religious mixing riles critics Christianity Today, 23 Ιανουαρίου 2008
  29. «Sarkozy breaks French taboo on church and politics». Christiantoday.com. 2007-12-23. http://www.christiantoday.com/article/sarkozy.breaks.french.taboo.on.church.and.politics/15760.htm. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. 
  30. «French president rejects calls for secular values to be in constitution». Catholic News. 27 Ιανουαρίου 2012. http://www.catholicnews.com/data/stories/cns/1200356.htm. Ανακτήθηκε στις 2 February 2013. 
  31. 31,0 31,1 Τμήμα 4 του Γερμανικού Συντάγματος
  32. Binder, Gerhard/Wagner, Jürgen, Grundwissen Grundgesetz. σελ 165.Klett.
  33. 1,5% ως 4,5% του ποσού που συλλέγεται, ανάλογα με το ομόσπονδο κρατίδιο (Land)
    Leif, Thomas. Speth, Rudolf, επιμ. (2006) (στα Γερμανικά). Die fünfte Gewalt: Lobbyismus in Deutschland [Η Πέμπτη Εξουσία: Λόμπυ στη Γερμανία]. VL Verlag, σελ. 262. ISBN 978-3-531-15033-8. 
  34. Binder, Gerhard/Wagner, Jürgen, Grundwissen Grundgesetz. σελ 17.Klett.
  35. «Εκκλησιαστική Εξουσιοδότηση». Erzbistum-koeln.de. http://www.erzbistum-koeln.de/schule-hochschule/religionspaedagogik/kb/index.html. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. [νεκρός σύνδεσμος]
  36. Christian, Hermes, Konkordate im vereinigten Deutschland. Grünewald.
  37. William M. Wiecek, The birth of the modern Constitution: the United States Supreme Court, 1941–1953 (Cambridge U.P., 2006) σελ. 261–4
  38. Kermit Hall, ed. The Oxford companion to the Supreme Court of the United States (2005) σελ. 303-304.
  39. Philip Hamburger, Separation of Church and State. σελ. 287–334, 342, Harvard University Press, 2004
  40. Kermit Hall, ed. The Oxford companion to the Supreme Court of the United States (2005) σελ. 262–3.
  41. Hamilton, Neil A. (2002). Rebels and renegades: a chronology of social and political dissent in the United States (illustrated έκδοση). Taylor & Francis, σελ. 11. ISBN 978-0-415-93639-2. http://books.google.com/?id=jZymqT1HmqAC 
  42. Bercovitch, Sacvan. Patell, Cyrus R. K. (1997). The Cambridge History of American Literature: 1590–1820 (illustrated έκδοση). Cambridge University Press, σελ. 196–197. ISBN 978-0-521-58571-2. http://books.google.com/?id=s3j5JV-SEOMC 
  43. John M. Barry, 'Roger Williams and the Creation of the American Soul, Smithsonian magazine, Ιανουάριος 2012
  44. Πλήρες κείμενο στο: "The Barbary Treaties 1786–1816; Treaty of Peace and Friendship, υπογράφτηκε στην Τρίπολη της Λιβύης στις 4 Νοεμβρίου 1796" Avalon Project
  45. Frank Lambert (3 Φεβρουαρίου 2005). «Introduction». The Founding Fathers and the Place of Religion in America. Princeton University Press. ISBN 978-0-691-12602-9. http://press.princeton.edu/chapters/i7500.html. Ανακτήθηκε στις 2008-06-21. «By their actions, the Founding Fathers made clear that their primary concern was religious freedom, not the advancement of a state religion. Individuals, not the government, would define religious faith and practice in the United States. Thus the Founders ensured that in no official sense would America be a Christian Republic. Ten years after the Constitutional Convention ended its work, the country assured the world that the United States was a secular state, and that its negotiations would adhere to the rule of law, not the dictates of the Christian faith. The assurances were contained in the Treaty of Tripoli of 1797 and were intended to allay the fears of the Muslim state by insisting that religion would not govern how the treaty was interpreted and enforced. John Adams and the Senate made clear that the pact was between two sovereign states, not between two religious powers.» 
  46. F. Forrester Church. The separation of church and state (2004) σελ. 121
  47. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Ιστορία της ΕΣΣΔ (δύο τόμοι), εκδ. "20ός αιώνας", Αθήναι 1960, σελ. 1289.
  48. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ-Ινστιτούτο Ιστορίας, Επιστήμη και Θρησκεία, Εκδ. Β. Γιαννίκος, Αθήναι 1962.
  49. Madeley, John T. S.. Enyedi, Zsolt (2003). Church and state in contemporary Europe: the chimera of neutrality. Psychology Press, σελ. 203. ISBN 978-0-7146-5394-5. http://books.google.com/books?id=n5Brda6FmswC. 
  50. Times News Network (25 Μαρτίου 2002). «Togadia wants parties to stop 'vote bank politics'». indiatimes.com (Times Internet Limited). http://articles.timesofindia.indiatimes.com/2002-03-25/ahmedabad/27127436_1_vhp-leader-togadia-hindus. Ανακτήθηκε στις 2007-04-20. 
  51. 51,0 51,1 Stepan, Alfred, Arguing Comparative Politics, σελ. 221, Oxford University Press
  52. «Payne, Stanley G. A History of Spain and Portugal, τόμ. 2, κεφ. 25, σελ. 632 (Έντυπη έκδοση: University of Wisconsin Press, 1973) (LIBRARY OF IBERIAN RESOURCES ONLINE Ανακτήθηκε 30/5/2007)». http://libro.uca.edu/payne2/payne25.htm. 
  53. «The Italian Constitution». Το επίσημο site της Προεδρίας της Ιταλικής Δημοκρατίας. http://www.quirinale.it/qrnw/statico/costituzione/pdf/costituzione_inglese.pdf. 
  54. «Early Han Dynasty». Library.thinkquest.org. http://library.thinkquest.org/12255/library/dynasty/earlyHan.html. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. 
  55. «Separation of Church and State — Part 1/3 « iLook China». Ilookchina.net. 2011-01-06. http://ilookchina.net/2011/01/06/separation-of-church-and-state-%E2%80%94-part-13/. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. 
  56. «Pope OK's Communist-chosen bishop in China: report». CBC News. 2007-01-18. http://www.cbc.ca/news/world/story/2007/01/18/benedict-china-070118.html. 
  57. «Vatican warning on China bishop». BBC News. 2010-11-18. http://www.bbc.co.uk/news/world-asia-pacific-11786359. 
  58. «Mexico, A brief History». history-world.org. http://history-world.org/mexico.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-10-13 
  59. Greg Clements. «Ley Lerdo». historicaltextarchive.com. http://www.historicaltextarchive.com/sections.php?op=viewarticle&artid=548. Ανακτήθηκε στις 2007-10-13 
  60. Singapore
  61. "Singapore", International Religious Freedom Report 2004, U. S. Department of State, Όπως ανακτήθηκε 11/3/2010
  62. "2010 International Religious Freedom Report 2010: Singapore", U.S. State Department, 17 Νοεμβρίου 2010, Όπως ανακτήθηκε 15/1/2011
  63. «The Constitution of the Republic of Turkey». Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση (TBMM). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2006-08-10. http://web.archive.org/web/20060810204816/http://www.tbmm.gov.tr/english/constitution.htm. 
  64. THE 1987 CONSTITUTION OF THE REPUBLIC OF THE PHILIPPINES – ARTICLE II
  65. 65,0 65,1 The Amended 1973 Constitution of the Philippines
  66. THE 1987 CONSTITUTION OF THE REPUBLIC OF THE PHILIPPINES – ARTICLE III
  67. «Separation of Mosque and state». Alislam. http://www.alislam.org/egazette/articles/Separation_of_Mosque_and_State-200906.pdf. Ανακτήθηκε στις 2010-09-13. 
  68. «Muslims for Peace». Muslims for Peace. http://www.muslimsforpeace.org/. Ανακτήθηκε στις 2010-09-13. 
  69. Calo, Zachary A., Catholic Social Thought, Political Liberalism, and the Idea of Human Rights[νεκρός σύνδεσμος], σελ. 18–19, Samford University, Νοέμβριος 2004
  70. Calo, Zachary A., Catholic Social Thought, Political Liberalism, and the Idea of Human Rights[νεκρός σύνδεσμος], σελ. 20, Samford University, Νοέμβριος 2004
  71. Grasso, Kenneth L. and Robert P. Hunt, Catholicism and religious freedom: contemporary reflections on Vatican II's declaration on religious liberty, σελ. 6, Rowman & Littlefield, 2006
  72. Murray, John Courtney and J. Leon Hooper, Religious liberty: Catholic struggles with pluralism, σελ. 213–214, Westminster John Knox Press, 1993
  73. Curran, Charles. «National Catholic Reporter online, 29 Νοεμβρίου 2010». Ncronline.org. http://ncronline.org/news/politics/us-catholic-bishops-and-abortion-legislation. Ανακτήθηκε στις 2012-04-27. 
  74. Maier, Hans (2004). Totalitarianism and Political Religions. trans. Jodi Bruhn. Routledge, σελ. 109. ISBN 0-7146-8529-1. http://books.google.com/?id=Wozo1W7giZQC&dq. 
  75. Maier 2004, σελ. 110
  76. 76,0 76,1 Maier 2004, σελ. 111 4
  77. Maier 2004, σελ. 106
  78. Martinez-Torron, Javier Freedom of religion in the case law of the Spanish Constitutional court, σελ. 2, Brigham Young University Law Review 2001
  79. Payne, Stanley G., A History of Spain and Portugal, Τόμ. 2, κεφ. 25: The Second Spanish Republic, σελ. 632, (Print Edition: University of Wisconsin Press, 1973) (Library of Iberian Resources Online, Ανακτήθηκε στις 11 Ιουλίου 2009)
  80. 80,0 80,1 Carson, D. A. Christ And Culture Revisited, σελ. 189, Wm. B. Eerdmans Publishing, 2008
  81. de Tocqueville, Alexis, Democracy in America, σε επιμέλεια και μετάφραση Harvey Mansfield και Delba Winthrop, Σικάγο: University of Chicago Press, 2000.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Feldman, Noah. "Religion and the Earthly City", Social Research, Χειμώνας 2009, τόμ. 76 τεύχος 4, σελ. 989–1000
  • Kuznincki, Jason (2008). «Separation of Church and State». Στο: Hamowy, Ronald, επιμ. The Encyclopedia of Libertarianism. Thousand Oaks, Καλιφόρνια, ΗΠΑ: SAGE, Cato Institute, σσ. 458–60. ISBN 978-1-4129-6580-4. OCLC 750831024. http://books.google.com/books?id=yxNgXs3TkJYC. 
  • Taylor, Charles. "The Polysemy of the Secular", Social Research, Χειμώνας 2009, τόμ. 76 τεύχος 4, σελ. 1143–1166
  • Temple, William, Abp. Christianity and the State. Λονδίνο: Macmillan and Co., 1928.
  • Whitman, James Q. "Separating Church and State: The Atlantic Divide", Historical Reflections, Χειμώνας 2008, τόμ. 34 τεύχος 3, σελ. 86–104
  • McGowan, Barry, "How to Separate Church & State: A Manual from the Trenches", Hufton Mueller, LLC. (Ιούνιος 2012). ISBN 978-0-615-63802-7
  • Stone, Geoffrey R., "The World of the Framers: A Christian Nation?", UCLA Law Review, 56 (Οκτ. 2008), 1–26.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Separation of church and state της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Trennung von Kirche und Staat της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).