Χρυσή Εποχή (ταινία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
L'Âge d'Or
L'Age d'Or.jpg
Σκηνοθεσία Λουίς Μπουνιουέλ
Παραγωγή Le Vicomte de Noailles
Σενάριο Λουίς Μπουνιουέλ, Σαλβαδόρ Νταλί
Πρωταγωνιστές Gaston Modot,
Lya Lys,
Caridad de Laberdesque,
Μαξ Ερνστ,
Josep Llorens Artigas,
Lionel Salem,
Germaine Noizet
Πρώτη προβολή Οκτώβριος 1930 (Γαλλία)
Μουσική επιλεγμένα έργα κλασσικής μουσικής
Διάρκεια 63 λεπτά
Γλώσσα Γαλλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Χρυσή Εποχή (πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά: L'Âge d'Or) είναι ο τίτλος υπερρεαλιστικής ταινίας του σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, σε σενάριο του ιδίου και του ζωγράφου Σαλβαδόρ Νταλί.[1] Αποτελεί τη δεύτερη, κατά χρονολογική σειρά, συνεργασία του Μπουνιουέλ με τον Νταλί, που ακολούθησε την δημιουργία του Ανδαλουσιανού Σκύλου (1929). Παραγωγός της ταινίας ήταν ο Le Vicomte de Noailles, ο οποίος εξασφάλισε στον Μπουνιουέλ απόλυτη ελευθερία έκφρασης. Προβλήθηκε δημόσια, για πρώτη φορά, τον Οκτώβριο του 1930, στο Studio 28 του Παρισιού, προκαλώντας αρκετές αντιδράσεις, οι οποίες οδήγησαν τελικά στην απαγόρευσή της, με αφορμή ένα επεισόδιο στις 3 Δεκεμβρίου του 1930, όταν μέλη της εθνικιστικής γαλλικής Πατριωτικής Νεολαίας, διέκοψαν την προβολή της, προκαλώντας βανδαλισμούς. Μία εβδομάδα μετά το επεισόδιο, ο αρχηγός της γαλλικής αστυνομίας απαγόρευσε την ταινία εν ονόματι της διασφάλισης της δημόσιας τάξης. Μετά την επανέκδοσή της, προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική, το 1979 και στο Παρίσι το 1981. Η κριτικός κινηματογράφος Pauline Kael, περιέγραψε τη Χρυσή Εποχή ως "την περισσότερο σκανδαλώδη" ταινία του Μπουνιουέλ, "υπερρεαλιστική, ονειρική και ηθελημένα πορνογραφικά βλάσφημη".

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έχει κοινά στοιχεία με τον Ανδαλουσιανό Σκύλο και διακρίνεται από αμιγώς υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά, δίχως να ακολουθεί μία συμβατική, λογική ακολουθία γεγονότων, αν και κεντρικό και σταθερό ρόλο στην υπόθεση διαδραματίζει ο έρωτας ενός ζευγαριού. Μέσα από μία αλληλουχία εικόνων και σκηνών, οι Μπουνιουέλ και Νταλί εκφράζονται, μεταξύ άλλων, γύρω από την αστική τάξη, το φετιχισμό ή τους θεσμούς της οικογένειας και της εκκλησίας, συχνά με διάθεση παρωδίας και πρόκλησης. Ο ίδιος ο Μπουνιουέλ έγραψε για το έργο ότι αποτελούσε μία ταινία "για ένα τρελό έρωτα, για μια ακατανίκητη έλξη, που όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, σπρώχνει τον ένα στον άλλο, έναν άντρα και μια γυναίκα που δεν καταφέρνουν ποτέ να ενωθούν"[2].

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. O Μπουνιουέλ αναφέρει στην αυτοβιογραφία του πως αν και αρχικά ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον Νταλί πάνω στη συγγραφή του σεναρίου, τελικά εξαιτίας συνεχών διαφωνιών μεταξύ τους, χώρισαν φιλικά και ολοκλήρωσε το σενάριο μόνος του. Σημειώνει ωστόσο πως ο Νταλί του έστελνε επιστολές με ιδέες, τουλάχιστον μία εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκε στην ταινία και πρόκειται για τη σκηνή κατά την οποία ένας άνθρωπος περπατά με μία πέτρα πάνω στο κεφάλι περνώντας δίπλα από ένα άγαλμα που έχει επίσης μία πέτρα στο κεφάλι.
  2. Λουίς Μπουνιουέλ, Η Τελευταία Πνοή, εκδ. Οδυσσέας, 1995.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]