Χριστιανικός υπαρξισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Χριστιανικός Υπαρξισμός είναι ένα θεολογικό-φιλοσοφικό κίνημα που λαμβάνει μια υπαρξιστική προσέγγιση στη Χριστιανική θεολογία. Η σχολή σκέψης εντοπίζεται συχνά στο έργο του Δανού φιλοσόφου και θεολόγου Σαίρεν Κίρκεγκωρ (1813-1855) που ορισμένοι τον θεωρούν ως τον πατέρα του υπαρξισμού.

Η υπαρξιακή προσέγγιση της χριστιανικής θεολογίας έχει μια μακρά και ποικίλη ιστορία συμπεριλαμβανομένων του Αυγουστίνου, του Θωμά Ακινάτη, του Μπλεζ Πασκάλ, του Γκαμπριέλ Μαρσέλ, του Πάουλ Τίλλιχ (Paul Tillich, 1886-1965) και του Ζακ Μαριτέν (Jacques Maritain, 1882-1973).

Θέσεις του Κίρκεγκωρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χριστιανικός υπαρξισμός βασίζεται στην κατανόηση του Χριστιανισμού από τον Σαίρεν Κίρκεγκωρ. Ο Κίρκεγκωρ ισχυρίστηκε ότι το σύμπαν είναι παράδοξο και ότι το μεγαλύτερο παράδοξό του είναι η υπερβατική ένωση του Θεού και των ανθρώπων στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Υποστηρίζει επίσης ότι έχει μια προσωπική σχέση με τον Θεό η οποία αντικαθιστά όλες τις προδιαγεγραμμένες ηθικές αξίες, τις κοινωνικές δομές και τους κοινοτικούς κανόνες, δεδομένου ότι ισχυρίστηκε πως το να ακολουθείς τις κοινωνικές συμβάσεις αποτελεί μια ουσιαστικά προσωπική αισθητική επιλογή η οποία γίνεται από τα άτομα.

Ο Κίρκεγκωρ πρότεινε ότι κάθε άτομο πρέπει να κάνει ανεξάρτητες επιλογές, οι οποίες στην συνέχεια καθορίζουν την ύπαρξή του. Κάθε άτομο υποφέρει από την αγωνία της αναποφασιστικότητας (εν γνώσει ή εν αγνοία του) μέχρις ότου δεσμευτεί σε μια συγκεκριμένη επιλογή. Ο Κίρκεγκωρ πρότεινε επίσης τρεις κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα κατανοούν τις συνθήκες που απορρέουν από διακριτές επιλογές ζωής : την αισθητική, την ηθική και τη θρησκευτική.

Βασικές προϋποθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια από τις βασικές προϋποθέσεις του χριστιανικού υπαρξισμού του Κίρκεγκωρ συνεπάγεται την επαναφορά του πλήθους σε μια γνήσια μορφή Χριστιανισμού. Αυτή η μορφή συχνά ταυτίζεται με κάποια έννοια του πρώιμου χριστιανισμού, που υπήρχε κυρίως κατά την διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων μετά τη Σταύρωση του Χριστού. Αρχίζοντας με το Διάταγμα των Μεδιολάνων, που εκδόθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α΄ το 313 μ.Χ., ο χριστιανισμός γνώρισε μια δημοτικότητα μεταξύ των Ρωμαίων και αργότερα μεταξύ άλλων Ευρωπαίων. Και όμως ο Κίρκεγκωρ ισχυρίστηκε από τον 19ο αιώνα, η τελική έννοια του χριστιανισμού της Καινής Διαθήκης (αγάπη, ή επίσης οι Αγάπες, έλεος, καλοσύνη) είχε διαστρεβλωθεί και ο χριστιανισμός είχε αποκλίνει σημαντικά από το αρχικό τρίπτυχο χάρη-ταπεινότητα-αγάπη.

Μια άλλη βασική προϋπόθεση του χριστιανικού υπαρξισμού του Κίρκεγκωρ περιλαμβάνει την αντίληψή του για τον Θεό και την Αγάπη. Ως επί το πλείστον, ο Κίρκεγκωρ ισοδυναμεί τον Θεό με την Αγάπη. Έτσι όταν ένα άτομο εμπλέκεται στην πράξη της αγάπης, στην πραγματικότητα επιτυγχάνει μια πτυχή του θεϊκού στοιχείου. Ο Κίρκεγκωρ είδε επίσης το άτομο ως την απαραίτητη σύνθεση τόσο των πεπερασμένων όσο και των άπειρων στοιχείων. Επομένως όταν ένα άτομο δεν έχει πλήρη επίγνωση της άπειρης πλευράς του, τότε λέγεται ότι είναι απελπισμένος. Για πολλούς σύγχρονους Χριστιανούς θεολόγους, η έννοια της απελπισίας μπορεί να θεωρηθεί ως αμαρτία. Ωστόσο κατά τον Κίρκεγκωρ, ένας άνθρωπος αμαρτάνει όταν εκτίθεται σε αυτήν την ιδέα της απελπισίας και επιλέγει ένα μονοπάτι διαφορετικό από ένα άλλο που είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού.

Μια τελευταία βασική προϋπόθεση του χριστιανικού υπαρξισμού του Κίρκεγκωρ αποτελεί η συστηματική αναίρεση των κακών πράξεων. Ο Κίρκεγκωρ ισχυρίζεται ότι, όταν μια ενέργεια ολοκληρώνεται, θα πρέπει να αξιολογείται μπροστά στον Θεό γιατί ο μόνος τρόπος για να κρίνεις τις ενέργειές σου είναι να διατηρείς τον θεϊκό έλεγχο. Επειδή οι πράξεις αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο κάτι θεωρείται καλό ή κακό, οι άνθρωποι πρέπει να έχουν συνεχώς την συνείδηση για τις πιθανές συνέπειες των πράξεών τους. Ο Κίρκεγκωρ πίστευε ότι η επιλογή για την καλοσύνη καταλήγει να υφίσταται σε κάθε άτομο. Ωστόσο ο Κίρκεγκωρ προέβλεψε επίσης τον ενδεχόμενο περιορισμό των επιλογών για άτομα που έπεσαν σε απελπισία.

Αξιοσημείωτοι χριστιανοί υπαρξιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χριστιανοί υπαρξιστές περιλαμβάνουν τους Γερμανούς προτεστάντες θεολόγους Πάουλ Τίλλιχ και Ρούντολφ Μπούλντμαν, τον Αμερικανό υπαρξιακό ψυχολόγο Ρόλο Μέι (Rollo May, 1909-1994), τον Βρετανό θεολόγο Τζον Μακουάιρ (John Macquarrie, 1919-2007), τον Αμερικανό φιλόσοφο Κλίφορντ Γουίλιαμς (Clifford Williams, 1943), τους Γάλλους καθολικούς φιλοσόφους Γκαμπριέλ Μαρσέλ, Λουί Λαβέλ (Louis Lavelle, 1883-1951), Εμμανουήλ Μουνιέ (Emmanuel Mounier, 1905-1950) και Πιερ Μπουτάνγκ (Pierre Boutang, 1916-1998), τον Γάλλο προτεστάντη Πωλ Ρικέρ, τον Γερμανό φιλόσοφο Καρλ Γιάσπερς, τον Ισπανό φιλόσοφο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο και τους Ρώσους φιλόσοφους Νικολάι Μπερντιάεφ και Λεφ Σεστόφ. Ο Καρλ Μπαρτ πρόσθεσε στις ιδέες του Κίρκεγκωρ την ιδέα ότι η υπαρξιακή απελπισία οδηγεί ένα άτομο στη συνειδητοποίηση της άπειρης φύσης του Θεού. Ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι θα μπορούσε να αποτελεί μέρος του χριστιανικού υπαρξισμού.

Οι ρίζες του υπαρξισμού έχουν εντοπιστεί μέχρι τον Άγιο Αυγουστίνο. Μερικά από τα πιο εντυπωσιακά αποσπάσματα των Σκέψεων του Πασκάλ ασχολούνται με τα υπαρξιακά θέματα. Ο Ζακ Μαριτέν στο έργο του Η ύπαρξη και το υπάρχον : ένα δοκίμιο για τον χριστιανικό υπαρξισμό βρίσκει τον πυρήνα του αληθινού υπαρξισμού στην φιλοσοφία του Θωμά Ακινάτη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]