Χρήστης:Egmontaz/Λεμούριος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Wikipedia Αυτή είναι μια σελίδα χρήστη της Βικιπαίδειας, της ελεύθερης εγκυκλοπαίδειας.

Αν βρήκατε τη σελίδα οπουδήποτε αλλού εκτός από τη Βικιπαίδεια [1] τότε βλέπετε ένα mirror site με το οποίο ο Egmontaz δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Η κανονική διεύθυνση της σελίδας είναι http://el.wikipedia.org/wiki/Χρήστης:Egmontaz/Λεμούριος.

Αυτή η σελίδα είναι είτε πρόχειρο είτε υπό κατασκευή.

Παρακαλώ μην κάνετε επεξεργασίες, ευχαριστώ. --Egmontaℨ


Πρόχειρο 1  · Πρόχειρο 2  · Πρόχειρο 3  · Πρόχειρο 4  · Πρόχειρο 5  · Πρόχειρο 6  · Πρόχειρο 7  · Πρόχειρο 8  · Πρόχειρο 9  · Πρόχειρο 10


Υποσελίδες: Λεμούριοι


Gnome-preferences-other.svg
Λεμούριοι
Λεμούριος με δακτυλιδωτή ουρά (Lemur catta)
Κατάσταση διατήρησης
Παράρτημα I
Απειλούμενα (CITES) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Πρωτεύοντα (Primates)
Υποτάξη: Στρεψίρρινοι (Strepsirrhini)
Ανθυποτάξη: Δείτε κείμενο
Ποικιλομορφία
Περίπου 100 ζώντα είδη
δείτε Κατάλογος ειδών λεμούριων
Madagascar (orthographic projection).svg
Κατανομή όλων των ειδών λεμούριων (πράσινο)
Οικογένειες

Archaeolemuridae
Cheirogaleidae
Daubentoniidae
Indriidae
Lemuridae
Lepilemuridae
Megaladapidae
Palaeopropithecidae

Οι Λεμούριοι είναι κλάδος ενδημικών στρεψίρρινων πρωτευόντων του νησιού της Μαδαγασκάρης. Πήραν το όνομά τους από τα λεμούρια (lemures, πνεύματα ή φαντάσματα) της Ρωμαϊκής μυθολογίας λόγω των απόκοσμων κραυγών τους, των αντανακλαστικών ματιών τους και των νυχτερινών συνηθειών κάποιων ειδών. Παρόλο που συχνά συγχέονται με προγονικά πρωτεύοντα, τα ανθρωποειδή πρωτεύοντα δεν εξελίχθηκαν από αυτούς· αντί για αυτό, οι λεμούριοι μοιράζονται μορφολογικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά με τα βασικά πρωτεύοντα. Οι λεμούριοι έφτασαν στη Μαδαγασκάρη 62 με 65 εκατομμύρια χρόνια πριν επιπλέοντας σε μάζες βλάστησης σε καιρό που τα ωκεάνια ρεύματα ευνοούσαν την διασπορά προς το νησί. Από τότε εξελίχθηκαν ώστε να αντεπεξέλθουν στο εξαιρετικά εποχικό περιβάλλον ενώ οι προσαρμογές τους, τους δίνουν εύρος ποικιλομορφίας που ξεπερνά αυτήν κάθε άλλης ομάδας πρωτευόντων. Μέχρι λίγο μετά την άφιξη των ανθρώπων στο νησί, πριν από περίπου 2.000 χρόνια, υπήρχαν λεμούριοι μεγάλοι όσο ένας αρσενικός γορίλας. Σήμερα υπάρχουν σχεδόν 100 είδη λεμούριων, τα περισσότερα από τα οποία είτε ανακαλύφθηκαν είτε προήχθησαν σε είδη μετά το 1990. Εντούτοις η ταξινόμηση των λεμούριων είναι αμφιλεγόμενη και εξαρτάται από το ποιος ορισμός για το είδος χρησιμοποιείται. Ακόμα και η υψηλότερου επιπέδου ταξινόμηση είναι αμφιλεγόμενη, με κάποιους ειδικούς να τοποθετούν του περισσότερους λεμούριους εντός της ενδοτάξης Λεμουριόμορφα (Lemouriformes), ενώ άλλοι τοποθετούν όλους τους επιζώντες στρεψίρρινους στα Λεμουριόμορφα, τοποθετώντας όλους τους λεμούριους στην υπεροικογένεια Λεμουροειδή (Lemuroidea) και όλους τους λόρις και τους γαλάγους στην υπεροικογένεια Λορισοειδή (Lorisoidea).

Οι λεμούριοι ποικίλουν στο μέγεθος, από 30 gr έως 9 kg, και έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά των βασικών πρωτευόντων, όπως αποκλίνοντα δάκτυλα στα χέρια και τα πόδια και νύχια αντί νύχια αρπακτικών (στα περισσότερα είδη). Ωστόσο η αναλογία μεγέθους εγκεφάλου-σώματος είναι μικρότερη από αυτή των ανθρωποειδών πρωτευόντων, και ανάμεσα σε άλλα χαρακτηριστικά που μοιράζονται με τα άλλα στρεψίρρινα πρωτεύοντα είναι η «υγρή μύτη» (ρινάριο, rhinarium). Οι λεμούριοι είναι εν γένει οι πιο κοινωνικοί από τα στρεψίρρινα πρωτεύοντα και επικοινωνούν περισσότερο με οσμές και κραυγές παρά με οπτικά σήματα. Πολλές προσαρμογές τους οφείλονται στο έντονα εποχιακό περιβάλλον της Μαδαγασκάρης. Έχουν σχετικά χαμηλό βασικό ρυθμό μεταβολισμού και κάποιοι εμφανίζουν εποχιακή αναπαραγωγή, νάρκη, ή κοινωνική κυριαρχία των θηλυκών. Οι περισσότεροι τρώνε μεγάλη ποικιλία φρούτων και φύλλων ενώ κάποιοι είναι πιο εξειδικευμένοι. Παρότι πολλοί έχουν παρόμοιες διατροφικές συνήθειες, διαφορετικά είδη λεμούριων μοιράζονται τα ίδια δάση με διαφοροποίηση θώκων.

Η έρευνα στους λεμούριους επικεντρώθηκε στην ταξινομία και την συλλογή δειγμάτων κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Αν και οι παρατηρήσεις πεδίου ξεκίνησαν με πολύ αργούς ρυθμούς από τους πρώτους εξερευνητές, οι σύγχρονες έρευνες πάνω στην οικολογία και την συμπεριφορά των λεμούριων δεν άρχισαν μέχρι τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Οι έρευνες παρακωλύθηκαν από την πολιτική αστάθεια και αναταραχή στη Μαδαγασκάρη στα μέσα της δεκαετίας του 1970 αλλά συνέχισαν την δεκαετία του 1980 και έχουν αυξήσει κατά πολύ την γνώση για αυτά τα πρωτεύοντα. Ερευνητικά κέντρα όπως το Duke Lemur Center έχουν παράσχει δυνατότητες έρευνας σε πιο ελεγχόμενες συνθήκες. Οι λεμούριοι είναι σημαντικοί για την έρευνα λόγω του ότι μοιράζονται πρωτόγονα χαρακτηριστικά με χαρακτηριστικά των ανθρωποειδών πρωτευόντων και έτσι μπορούν να δώσουν πληροφορίες για την εξέλιξη των πρωτευόντων και των ανθρώπων. Πολλά είδη λεμούριων κινδυνεύουν με εξαφάνιση εξαιτίας της απώλειας φυσικής κατοικίας και του κυνηγιού. Παρότι οι τοπικές παραδόσεις εν γένει βοηθούν την προστασία των λεμούριων και των δασών τους, η παράνομη υλοτομία, η διαδεδομένη φτώχεια και η πολιτική αστάθεια δυσχεραίνουν και υπονομεύουν τις προσπάθειες διατήρησης.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάρολος Λινναίος, ιδρυτής της σύγχρονης διωνυμικής ονοματολογίας, έδωσε στους λεμούριους το όνομά τους το 1754, όταν το χρησιμοποίησε στον κατάλογο του Μουσείου του Βασιλιά Άντολφ Φρέντερικ για να περιγράψει το είδος «Lemur tardigradus» (o κόκκινος λεπτός λορις, πλέον γνωστός ως Loris tardigradus). Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Systema Naturae, ο Λινναίος έθεσε τρία είδη στο γένος Lemur: Lemur tardigradus, Lemur catta (ο λεμούριος με την δακτυλιδωτή ουρά), και Lemur volans (ο ιπτάμενος λεμούριος των Φιλιππίνων, γνωστός πλέον ως Cynocephalus volans).[2] Παρότι ο όρος «lemur» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για λόρις, σύντομα περιορίστηκε στα ενδημικά πρωτεύοντα της Μαδαγασκάρης, τα οποία έκτοτε είναι γνωστά ως λεμούριοι.[3] Το όνομα προέρχεται από το λατινικό lemures,[4] το οποίο αναφέρεται σε πνεύματα ή φαντάσματα τα οποία εξορκίζονταν κατά την διάρκεια της γιορτής των Λεμουρίων (Lemuralia ή Lemuria).[5] Ο Λινναίος γνώριζε τις νυκτερινές συνήθειες και την απόκοσμη εμφάνιση των λεμούριων και των λόρις, [6] καθώς και τις αθόρυβες κινήσεις τους την νύχτα, τα αντανακλαστικά μάτια, και τις απόκοσμες κραυγές τους. Ενδέχεται να γνώριζε επίσης ότι κάποιοι ιθαγενείς της Μαδαγασκάρης είχαν θρύλους, σύμφωνα με τους οποίους οι λεμούριοι ήταν οι ψυχές των προγόνων τους.[7] Όντας εξοικειωμένος με τα έργα του Βιργίλιου και του Οβίδιου και βλέποντας μια αναλογία που ταίριαζε με όνομα, υιοθέτησε τον όρο «lemur» (λεμούριος) για αυτά τα νυκτόβια πρωτεύοντα.[8]

Εξελικτική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λεμούριοι είναι προπίθηκοι που ανήκουν στην υποτάξη των στρεψίρρινων. Όπως και άλλα στρεψίρρινα πρωτεύοντα, όπως οι λόρις, οι πότο και οι γαλάγοι, μοιράζονται πλησιομορφικά χαρακτηριστικά με τα πρώιμα πρωτεύοντα. Εξαιτίας αυτού, οι λεμούριοι συχνά συγχέονται από το ευρύ κοινό με τα προγονικά πρωτεύοντα, ωστόσο, οι πίθηκοι (σιμιίδες) δεν προέκυψαν από τους λεμούριους. Αντί για αυτό, οι λεμούριοι εξελίχθηκαν ανεξάρτητα σε απομόνωση στη Μαδαγασκάρη.[9]. Όλοι οι σύγχρονοι στρεψίρρινοι, συμπεριλαμβανομένων των λεμούριων, θεωρείται παραδοσιακά ότι εξελίχθηκαν από πρωτόγονα πρωτεύοντα γνωστά ως αδαπίμορφα (Adapiformes) κατά το Ηώκαινο (56 έως 34 mya[Σημ. 1]) ή το Παλαιόκαινο (65 έως 56 mya).[9][10][11] Τα αδαπίμορφα, ωστόσο, δεν έχουν την εξειδικευμένη διάταξη δοντιών, γνωστή ως κτενωτά δόντια (toothcomb), που έχουν σχεδόν όλα τα επιζώντα στρεψίρρινα.[12][13][14] Μία πιο πρόσφατη υπόθεση είναι ότι οι λεμούριοι προέρχονται από τα λορισίμορφα πρωτεύοντα. Αυτό υποστηρίζεται από συγκριτικές μελέτες του γονιδίου του κυτοχρώματος b και την παρουσία των κτενωτών δοντιών και στις δύο ομάδες.[14][15] Αντί να είναι απευθείας πρόγονοι των λεμούριων, τα αδαπίμορφα ενδέχεται να είναι προγονικά και των λεμούριων και των λορισίμορφων, ένας διαχωρισμός που υποστηρίζεται από μελέτες μοριακής φυλογενετικής.[14] Ο διαχωρισμός μεταξύ λεμυρίων και λόρις σύμφωνα με μοριακές μελέτες πιστεύεται ότι συνέβη 62 με 65 mya,[16] παρόλο που άλλα γενετικά τεστ και το αρχείο απολιθωμάτων στην Αφρική υποδεικνύουν πιο συντηρητικές εκτιμήσεις για αυτή την απόκλιση, της τάξεως των 50 έως 55 mya.[17]


Κάποτε μέρος της υπερηπείρου Γκοντβάνα, το νησί της Μαδαγασκάρης απομονώθηκε αφού αποσπάστηκε από την ανατολική Αφρική (~160 mya), την Ανταρκτική (~80–130 mya), και την Ινδία (~80–90 mya).[18][19] Καθώς οι προγονικοί λεμούριοι πιστεύεται ότι προήλθαν από την Αφρική περίπου 62 με 65 mya, θα έπρεπε να διασχίσουν το Κανάλι της Μοζαμβίκης, ένα βαθύ κανάλι μεταξύ της Αφρικής και της Μαδαγασκάρης με ελάχιστο πλάτος περίπου 560 km.[14] Το 1915 ο παλαιοντολόγος Ουίλιαμ Ντίλερ Μάθιου διαπίστωσε ότι η βιοποικιλότητα των θηλαστικών της Μαδαγασκάρης (συμπεριλαμβανομένων των λεμούριων) μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τυχαία συμβάντα διάπλευσης, όπου πολύ μικροί πλυθησμοί επέπλευσαν από την γειτονική Αφρική σε άμορφες μάζες βλάστησης που εκβράστηκαν στη θάλασσα από μείζονα ποτάμια.[20] Αυτή η μορφή βιολογικής διασποράς μπορεί να συμβεί τυχαία κατά την διάρκεια εκατομμυρίων ετών.[14][21] Την δεκαετία του 1940, ο Αμερικανός παλαιοντολόγος Τζορτζ Γκέιλορντ Σίμπσον εισήγαγε τον όρο «sweepstakes hypothesis» («υπόθεση σουίπστεϊκ»[Σημ. 2]) για τέτοιου είδους τυχαία συμβάντα.[22] Αυτού του είδους η διάπλευση αποτελεί από τότε την πλέον αποδεκτή εξήγηση για τον αποικισμό της Μαδαγασκάρης από λεμούριους,[23][24] αλλά έως πρόσφατα αυτό το ταξίδι θεωρούνταν πολύ απίθανο εξαιτίας των ισχυρών ωκεάνιων ρευμάτων που υπάρχουν στην περιοχή και έχουν κατεύθυνση απομάκρυνσης από το νησί.[25] Τον Ιανουάριο του 2010, μία έκθεση έδειξε ότι γύρω στα 60 mya και η Μαδαγασκάρη και η Αφρική βρίσκονταν 1.650 km νότια από τις σημερινές τους θέσεις, τοποθετώντας τες σε διαφορετικό κύκλο ωκεάνιων ρευμάτων, παράγοντας έτσι ρεύματα αντίθετης φοράς από ότι σήμερα. Τα ρεύματα αυτά αποδείχθηκε ότι θα ήταν ισχυρότερα από τα σημερινά, γεγονός που θα έκανε το ταξίδι συντομότερο, διάρκειας 30 ημερών ή και λιγότερο, αρκετό για ένα μικρό ζώο να επιβιώσει εύκολο. Καθώς οι τεκτονικές πλάκες μετακινήθηκαν βορειότερα, τα ρεύματα σταδιακά άλλαξαν, και περί τα 20 mya η δυνατότητα ωκεάνιας διασποράς περιορίστηκε, απομονώνοντας δραστικά τους λεμούριους και την υπόλοιπη εδαφική πανίδα της Μαδαγασκάρης από την ηπειρωτική Αφρική.[25] Απομονωμένοι στη Μαδαγασκάρη, με ένα περιορισμένο αριθμό ανταγωνιστικών θηλαστικών, οι λεμούριοι δεν χρειάστηκε να ανταγωνιστούν με άλλες εξελισσόμενες δεντρόβιες ομάδες θηλαστικών, όπως οι σκίουροι.[26] Ακόμα δεν χρειάστηκε να ανταγωνιστούν με τους μικρότερους πίθηκους (μαιμούδες) που εξελίχθηκαν αργότερα, και των οποίων η ευφυΐα, η επιθετικότητα και η δολιότητα τους έδωσε πλεονεκτήματα έναντι των άλλων πρωτευόντων στο ίδιο περιβάλλον.[4][13]

Κατανομή και ποικιλομορφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση του Babakotia radofilai, ενός βραδύποδα λεμούριου που εξαφανίστηκε λιγότερο από δύο χιλιάδες χρόνια πριν.

Οι λεμούριοι έχουν προσαρμοστεί ώστε να πληρούν πολλούς ανοιχτούς οικολογικούς θώκους από όταν έφτασαν στη Μαδαγασκάρη.[13][26] Η ποικιλομορφία τους και στην συμπεριφορά και την μορφολογία μπορεί να συγκριθεί μα αυτή των πιθήκων και των μαϊμούδων που βρίσκονται στον υπόλοιπο κόσμο.[4] Με μέγεθός που κυμαίνεται από 30 g του Microcebus berthae, το μικρότερο πρωτεύον του κόσμου,[27] έως 160–200 kg του προσφάτως εξαφανισμένου Archaeoindris fontoynonti,[28] οι λεμούριοι εξέλιξαν ποικίλες μορφές κίνησης, διάφορα επίπεδα κοινωνικής πολυπλοκότητας, και μοναδικές προσαρμογές στο τοπικό κλίμα.[13][29]

Διαφορετικοί τύποι λεμούριων έχουν αναπτύξει μοναδικούς συνδυασμούς ασυνήθιστων χαρακτηριστικών ώστε να ανταπεξέλθουν με το σκληρό και εποχικό κλίμα της Μαδαγασκάρης. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να περιλαμβάνουν εποχιακή αποθήκευση λίπους, υπομεταβολισμό, ομάδες μικρού μεγέθους, μικρή αναλογία εγκεφάλου-σώματος, δραστηριότητα και την ημέρα και την νύχτα και αυστηρά εποχιακό ζευγάρωμα.[10][29] Οι εξαιρετικά περιορισμένοι πόροι και το εποχιακό ζευγάρωμα πιστεύεται ότι είναι η αιτία για τρία άλλα σχετικά κοινά χαρακτηριστικά των λεμούριων: την κοινωνική κυριαρχία των θυλικών, τον σεξουαλικό μονομορφισμό και το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός των αρσενικών για συντρόφους περιλαμβάνει χαμηλά επίπεδα αγωνισμού (agonism) όπως ο ανταγωνισμός σπέρματος.[30]

Πριν την άφιξη των ανθρώπων περίπου 1500 με 2000 χρόνια πριν, οι λεμούριοι βρίσκονταν σε όλο το νησί.[26] Ωστόσο οι πρώτοι άποικοι μετέτρεψαν γρήγορα τα δάση σε ορυζώνες και λιβάδια με την τεχνική κοπής και καύσης (slash and burn, γνωστή τοπικά ως tavy), περιορίζοντας τους λεμούριους περίπου στο 10% της επιφάνειας του νησιού, σε έκταση ~60,000 km2. [31] Σήμερα η ποικιλομορφία των λεμούριων αυξάνεται ανάλογα με την ποικιλομορφία της χλωρίδας και την βροχόπτωση, έτσι είναι μεγαλύτερη στα τροπικά δάση της ανατολικής ακτής, όπου η βροχοπτώσεις και η ποικιλομορφία της χλωρίδας είναι στο μέγιστό τους.[11] Παρά τις προσαρμογές τους για την ακραία αντιξοότητα του κλίματος, η καταστροφή του φυσικού τους περιβάλλοντος και το κυνήγι έχουν συμβάλει στην ραγδαία παρακμή των πληθυσμών των λεμούριων, ενώ η ποικιλομορφία τους μειώθηκε με την πρόσφατη εξαφάνιση τουλάχιστον 17 ειδών ανήκοντα σε 8 γένη,[26][28][32] γνωστά συλλογικά ως υποαπολιθωμένοι λεμούριοι. Τα περισσότερα από τα περίπου 100 είδη και υποείδη λεμούριων είναι είτε απειλούμενα είτε κινδυνεύοντα. Αν δεν αλλάξει κάτι οι εξαφανίσεις κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχιστούν.[33]

Μέχρι πρόσφατα, υπήρχαν στη Μαδαγασκάρη γιγαντιοι λεμούριοι. Σήμερα γνωστοί μόνο από υποαπολιθωμένα κατάλοιπα, ήταν κάποτε σύγχονοι τύποι που ήταν τμήμα της πλούσιας ποικιλομορφίας των εξελιγμένων σε απομόνωση λεμούριων. Κάποιες από τις προσαρμογές τους ήταν διαφορετικές από αυτές που υπάρχουν στους ζώντες συγγενείς τους.[26] Και τα 17 εξαφανισμένα είδη ήταν μεγαλύτερα από τα ζώντα σήμερα, με κάποια να ζυγίζουν έως και 200 kg[4], ενώ πιστεύεται ότι ήταν δραστήρια κατά την διάρκεια της ημέρας.[34] Δεν διέφεραν μόνο στο μέγεθος και την μορφή από τους ζώντες λεμούριους, αλλά κάλυπταν οικολογικούς θώκους που είτε δεν υπάρχουν πλέον είτε παραμένουν ανεκμετάλλευτοι.[26] Μεγάλα τμήματα της Μαδαγασκάρης, τα οποία πλέον δεν έχουν δάση και λεμούριους, κάποτε φιλοξενούσαν μεγαλη ποικιλία κοινοτήτων πρωτευόντων οι οποίες περιλάμβαναν πάνω από 20 είδη λεμούριων καλύπτοντας όλο το εύρος των μεγεθών λεμούριων.[35]

Συστηματική ταξινόμηση και φυλογενετική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φυλογενετική των λεμούριων[23][36][37]
Strepsirrhini 
 κλάδος Lorisiformes 

Galagidae (Γαλάγοι)



Lorisidae (Λόρις)



 κλάδος Lemurioformes 

Daubentonia (Άι άι)





Lemuridae (καφέ λεμούριοι και συγγενείς)



Megaladapidae (λεμούριοι κοάλα)






Lepilemuridae (παιχνιδιάριδες λεμούριοι)



Cheirogaleidae (λεμούριοι ποντικοί και συγγενείς)






Archaeolemuridae (λεμούριοι μαϊμούδες)




Palaeopropithecidae (βραδύποδες λεμούριοι)



Indriidae (σίφακες, ίντρις και μαλλιαροί λεμούριοι)









Από ταξινομική άποψη, ο όρος «λεμούριος» αρχικά αναφέρονταν στο γένος Lemur, το οποίο περιλαμβάνει μόνο τον λεμούριο με δακτυλιδωτή ουρά. Σήμερα ο όρος κοινώς χρησιμοποιείται για όλα τα πρωτεύοντα της Μαδαγασκάρης.[38]

Η συστηματική ταξινόμηση των λεμούριων είναι αμφιλεγόμενη, και δεν συμφωνούν όλοι οι ειδικοί, ειδικά με την πρόσφατη αύξηση στον αριθμό των αναγνωρισμένων ειδών.[39] [40][41] Σύμφωνα με τον Ράσελ Μιτερμάιερ, τον πρόεδορ της Conservation International (CI), τον συστηματικό Κόλιν Γκρόουβς, και άλλους, υπάρχουν 99 αναγνωρισμένα είδη και υποείδη ζώντων λεμούριων, οι οποίοι χωρίζονται σε πέντε οικογένειες και 15 γένη.[42] Επειδή γενετικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι προσφάτως εξαφανισμένοι υποαπολιθωμένοι λεμούριοι ήταν στενοί συγγενείς των ζώντων λεμούριων,[43] μπορούν να προστεθούν στο σύνολο ακόμα τρεις οικογένειες, οκτώ γένη, και 17 είδη.[28][32] Αντιθέτως, άλλοι ειδικοί έχουν χαρακτηρίσει αυτή την κατάσταση ως ταξινομικό πληθωρισμό,[41] προτιμώντας σύνολο πιο κοντά στα 50 είδη.[39]

Η ταξινόμηση των λεμούριων εντός της υποτάξης των στρεψίρρινων είναι ομοίως αμφιλεγόμενη, παρότι οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν στο ίδιο φυλογενετικό δέντρο. σε μία ταξινόμηση που δημοσιεύτηκε από τον Κόλιν Γκρόουβς, το Άι άι τοποθετήθηκε σε δικιά του ενδοτάξη, την Chiromyiformes, ενώ οι υπόλοιποι λεμούριοι στην ενδοτάξη Lemuriformes.[44] Σε μία άλλη ταξινόμηση, η ενδοτάξη Lemuriformes περιλαμβάνει όλους τους ζώντες στρεψίρρινους σε δύο υπεροικογένειες, την Lemuroidea για όλους τους εμούριους και την Lorisoidea για τους λόρις και τους γαλάγους.[17]

3 ενδοτάξεις, 2 υπεροικογένειες[44] 1 ενδοτάξη, 2 υπεροικογένειες[17][45]
Το είδος Lepilemur sahamalazensis αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστό είδος το 2006.

Η συστηματική ταξινόμηση των λεμούριων άλλαξε σημαντικά από την πρώτη ταξινόμηση του Κάρολου Λινναίου το 1758. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ήταν η ταξινόμηση του Άι-άι, το οποίο υπήρξε ζήτημα διαφωνίας μέχρι πολύ πρόσφατα.[4] Μέχρι την δημοσίευση από τον Ρίτσαρντ Όουεν μιας οριστικής ανατομικής μελέτης το 1866, οι πρώτοι φυσιοδίφες δεν ήταν σίγουροι για το αν το Άι-άι (γένος Daubentonia) ήταν πρωτεύον, τρωκτικό ή μαρσιποφόρο.[46][47][48] Ωστόσο, η τοποθέτηση του άι-άι εντός της τάξης των πρωτευόντων παρέμεινε προβληματική μέχρι πολύ πρόσφατα. Με βάση την ανατομία του, οι ερευνητές βρήκαν στοιχεία ώστε να υποστηριχθεί η κατάταξη του γένους Daubentonia ως εξειδικευμένος ιντριίδης, αδελφική ομάδα όλων των στρεψίρρινων, και ενδιάμεσο τάξο εντός της τάξης των πρωτευόντων.[15] Μοριακές μελέτες έχουν πλέον δείξει ότι οι Δωβεντονίδες (Daubentoniidae) είναι βασική ομάδα όλων των Λεμουριόμορφων,[15][49] και το 2008, ο Ράσελ Μιτερμάιερ, ο Κόλιν Γκρόουβς και άλλοι αγνόησαν την ταξινόμηση σε υψηλό επίπεδο ορίζοντας τους λεμούριους ως μονοφυλετική ομάδα που περιελάμβανε πέντε ζώσες οικογένειες, συμπεριλαμβανομένων των Δωβεντονιίδων.[42]

Οι σχέσεις ανάμεσα στις οικογένειες λεμούριων έχουν επίσης αποδειχθεί προβληματικές και δεν έχουν εξακριβωθεί ακόμη πλήρως.[15] Προς περαιτέρω επιπλοκή του ζητήματος, μερικά απολιθώματα από το Παλαιογενές εκτός Μαδαγασκάρης, όπως το Bugtilemur, έχουν ταξινομηθεί ως λεμούριοι, [50] Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα βάση γενετικών δεδομένων δεν δέχεται αυτά τα στοιχεία,[15][49] και συνεπώς είναι γενικώς αποδεκτό ότι τα πρωτεύοντα της Μαδαγασκάρης είναι μονοφυλετικά.[15][23][36] Μια άλλη περιοχή διένεξης είναι η σχέση μεταξύ των λεπιλεμουρίδων και των εξαφανισμένων λεμούριων κοάλα (μεγαλαδαπίδες). Αν και προηγουμένως ομαδοποιούνταν στην ίδια οικογένεια λόγω ομοιότητας στον οδοντικό τύπο,[51] δεν θεωρούνται πλέον τόσο στενοί συγγενείς με βάση αποτελέσματα γενετικών μελετών.[36][52]

Περισσότερες ταξινομικές αλλαγές έχουν συμβεί σε επίπεδο γένους, αν και αυτές οι αναθεωρήσεις έχουν αποδειχθεί πιο οριστικές καθώς συχνά υποστηρίζονται από γενετικές και μοριακές αναλύσεις. Οι πιο αξιοπρόσεκτες αναθεωρήσεις περιλαμβάνουν την σταδιακή διάσπαση του ευρέως ορισμένου γένους Lemur σε ξεχωριστά γένη για τον λεμούριο με δακτυλιδωτή ουρά, τους περιλαιμιοφόρους λεμούριους και τους καφέ λεμούριους λόγω πληθώρας μορφολογικών διαφορών.[53][54]

Εξαιτίας αρκετών ταξινομικών αναθεωρήσεων από τον Ράσελ Μιτερμάιερ, τον Κόλιν Γκρόουβς και άλλους, ο αριθμός των αναγνωρισμένων ειδών έχει αυξηθεί από 33 είδη και υποείδη το 1994 σε περίπου 100 το 2008.[39][42][55] Με την συνεχιζόμενη κυτταρογενετική και μοριακή γενετική έρευνα, καθώς και τις έρευνες πεδίου, ειδικά με κρυπτικά είδη όπως οι λεμούριοι ποντικοί, ο αριθμός των αναγνωρισμένων ειδών είναι πιθανό να συνεχίσει να αυξάνεται.[39] Ωστόσο, η ραγδαία αύξηση στον αριθμό των αναγνωρισμένων ειδών εγείρει και αντιδράσεις στους ταξινομιστές και τους ερευνητές λεμούριων. Καθώς οι ταξινομήσεις τελικώς βασίζονται στον ορισμό του είδους που θα χρησιμοποιηθεί, οι υπέρμαχη της διατήρησης συχνά προτιμούν ορισμούς που ευνοούν τον διαχωρισμό γενετικώς διαφορετικών πληθυσμών σε ξεχωριστά είδη ώστε να κερδίσουν επιπλέον περιβαλλοντική προστασία. Άλλοι ωστόσο προτιμούν πιο ενδελεχή ανάλυση.[39][41]


Ανατομία και φυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λεμούριοι ποικίλουν πολύ ως προς το μέγεθος. Περιλαμβάνουν τα μικρότερα πρωτεύοντα του κόσμου και, μέχρι πρόσφατα, κάποια από τα μεγαλύτερα. Πλέον το μέγεθός τους κυμαίνεται από 30 g το είδος Microcebus berthae έως 7–9 kg ο ίντρι (Indri indri) και ο εστεμμένος σίφακας (Propithecus diadema).[56][57] Αν ληφθούν υπόψη και τα προσφάτως εξαφανισθέντα είδη το εύρος του μεγέθους φτάνει μέχρι το αντίστοιχο ενός γορίλα στα 160–200 kg για τον Archaeoindris fontoynonti.[4][28]

Κοντινή λήψη του ποδιού ενός περιλαιμιοφόρου λεμούριου όπου φαίνεται το νύχι καλλωπισμού στο δεύτερο δάκτυλο και κανονικά νύχια στα άλλα.

Όπως όλα τα πρωτεύοντα, οι λεμούριοι έχουν πέντε αποκλίνοντα δάχτυλα με νύχια (στις περισσότερες περιπτώσεις) στα χέρια και τα πόδια. Οι περισσότεροι λεμούριοι έχουν ένα πλευρικώς συμπιεσμένο, επιμηκυμένο νύχι, αποκαλούμενο νύχι καλωπισμού (toilet-claw), στο δεύτερο δάκτυλο το οποίο το χρησιμοποιούν για να ξύνονται και για να καλλωπίζονται.[47][58] Εκτός από το νύχι καλλωπισμού, οι λεμούριοι έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με άλλα στρεψίρρινα πρωτεύοντα, τα οποία περιλαμβάνουν την υγρή μύτη (ρινάριο, rhinarium), ένα πλήρως λειτουργικό υνιορρινικό όργανο, το οποίο ανιχνεύει φερομόνες, οπισθοκογχική ράβδο (postorbital bar) και απουσία οπισθοκογχικού διαφράγματος, κόγχες με προσανατολισμό όχι εντελώς προς τα μπροστά, ξεχωριστά οστά αριστερής και δεξιάς κάτω γνάθου μη πλήρως συνοστεωμένα και μικρή αναλογία εγκεφάλου προς μάζα σώματος.[14][59]

Επιπλέον χαρακτηριστικά που μοιράζονται με άλλους προπίθηκους περιλαμβάνουν την δικέρατη μήτρα και επιθηλιοχοριακή πλακουντοποίηση.[12][59] Επειδή οι αντίχειρές τους είναι ψευδο-αντιτακτοί, κάνοντας την κίνησή τους λιγότερο ανεξάρτητη από τα υπόλοιπα δάκτυλα,[58] τα χέρια τους δεν είναι πολύ ικανά στο άρπαγμα και την μεταχείριση αντικειμένων.[19] Το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού βοηθάει στο άρπαγμα κλαδιών δέντρων.[47] Μια κοινή παρανόηση είναι ότι οι λεμούριοι έχουν συλληπτήρια ουρά, χαρακτηριστικό όμως που βρίσκεται μόνο στους πίθηκους του νέου κόσμου, και ειδικότερα στις ατελίδες.[58] Οι λεμούριοι επίσης βασίζονται πολύ στην όσφρηση, χαρακτηριστικό κοινό ανάμεσα στα θηλαστικά και τα πρωτόγονα πρωτεύοντα, αλλά όχι στα ανώτερα πρωτεύοντα τα οποία βασίζονται περισσότερο στην όραση.[19]

Οι λεμούριοι είναι ποικιλόμορφη ομάδα πρωτευόντων όσο αφορά την μορφολογία και την φυσιολογία τους.[39] κάποιοι λεμούριοι όπως οι λεπιλεμουρίδες και οι ιντριίδες, έχουν μακρύτερα οπίσθια άκρα από ότι πρόσθια, δίνοντας τους έτσι εξαιρετική ικανότητα στο πήδημα.[60][61][62] Οι ιντριίδες έχουν εξειδικευμένο πεπτικό σύστημα για φυλλοφαγία, έχοντας μεγενθυμένους σιελογόνους αδένες, ευρύχωρο στομάχι και επιμηκυμένο τυφλό έντερο όπου λαμβάνει χώρο ζύμωση.[11][13][57][63][64] Ο λεμούριος νάνος με τριχωτά αυτιά (Allocebus trichotis) αναφέρεται ότι έχει πολύ μακριά γλώσσα, επιτρέποντάς του να θρέφεται με νέκταρ.[47] Παρομοίως, ο λεμούριος με κόκκινη κοιλιά (Eulemur rubriventer) έχει θυσανοειδή γλώσσα, μοναδικά προσαρμοσμένη ώστε να τρέφεται με νέκταρ και γύρη.[11] Το άι άι έχει αναπτύξει κάποια χαρακτηριστικά τα οποία είναι μοναδικά στα πρωτεύοντα, κάνοντάς το να ξεχωρίζει ανάμεσα στους λεμούριους. Αυτά περιλαμβάνουν τα συνεχώς αναπτυσσόμενα μπροστινά δόντια που του επιτρέπει να ροκανίζει ξύλο και σκληρούς σπόρους, ένα πολύ ευκίνητο νηματοειδές μεσαίο δάκτυλο για την εξαγωγή τροφής από μικρές τρύπες, μεγάλα αυτιά που μοιάζουν με νυχτερίδας ώστε να εντοπίζει κενούς χώρους μέσα στα δέντρα,[13][26][47][65] και η χρήση ήχων που δημιουργεί το ίδιο για την αναζήτηση τροφής.[46]

Οι λεμούριοι είναι ασυνήθιστοι ως προς το ότι εν γένει έχουν μεγάλη ποικιλία στις κοινωνικές τους δομές, ωστόσο εν γένει δεν παρουσιάζουν σεξουαλικό διμορφισμό στο μέγεθος και την μορφολογία των κυνοδόντων.[11][38] Εντούτοις σε κάποια είδη τα θηλυκά τείνουν να είναι μεγαλύτερα,[46] και δύο είδη ευλεμούριων (Eulemur), ο γκριζοκέφαλος λεμούριος (E. albocollaris) και ο κόκκινος λεμούριος (E. rufus), παρουσιάζουν διαφορές στο μέγεθος των κυνόδοντων.[66] Οι ευλεμούριοι παρουσιάζουν και σεξουαλικό διχρωματισμό,[38] αλλά οι διαφορές μεταξύ των φύλων ποικίλουν από εντελώς προφανείς όπως στον μαύρο λεμούριο (E. macaco), έως σχεδόν αδιάκριτες στην περίπτωση του κοινού καφέ λεμούριου(E. fulvus).[66]

Πρόσφατα ανακαλύφθηκε ότι ανάμεσα στους λεμούριους υπάρχουν κρυπτικά είδη, δηλαδή είδη που είναι αδύνατο να διαχωριστούν μεταξύ τους οπτικώς, ειδικότερα στους λεπιλεμούριους (Lepilemur) και τους μικροκήβους (Microcebus). Στους λεπιλεμούριους, τα υποείδη παραδοσιακά ορίζονταν με βάση πολύ μικρές μορφολογικές διαφορές, όμως γενετικά στοιχεία υποστήριξαν την αναγνώρισή των περιφερειακών πληθυσμών ως πλήρως ξεχωριστά είδη.[52] Στην περίπτωση των μικροκήων, ο γκρι λεμούριος ποντικός (M. murinus), ο χρυσοκαφέ λεμούριος ποντικός (M. ravelobensis) και ο λεμούριος ποντικός του Γκούντμαν (M. lehilahytsara) θεωρούνταν το ίδιο είδος μέχρι πρόσφατα, όταν γενετικές μελέτες έδειξαν ότι ήταν κρυπτικά είδη.[67]

Οδοντοφυία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωρινή και μόνιμη οδοντοφυία των Λεμούριων
Οικογένεια Προσωρινός οδοντικός τύπος[51][68] Μόνιμος οδοντικός τύπος[38][47][69][70]
Χειρογαλεΐδες, Λεμουρίδες
Λεπιλεμουρίδες
Αρχαιολεμουρίδες
Μεγαλαδαπίδες
Ιντριίδες, †Παλαιοπροπιθηκίδες [Σημ. 3] [Σημ. 4]
Δωβεντονιίδες

Η οδοντοφυία των λεμούριων είναι ετεροδοντική και προέρχεται από την προγονική μόνιμη οδοντοφυία των πρωτευόντων: . Οι ιντριίδες, οι λεπιλεμουρίδες, το άι-άι, και οι εξαφανισμένοι βραδύποδες λεμούριοι, αρχαιολεμουρίδες και λεμούριοι κοάλα είχαν μειωμένη οδοντοφυία, έχοντας χάσει κοπτήρες, κυνόδοντες ή προγόμφιους.[72] Η προγονική προσωρινή οδοντοφυία είναι , όμως οι ιντριίδες, τα άι-άι, οι λεμούριοι κοάλα, οι βραδύποδες λεμούριοι και πιθανώς οι αρχαιολεμουρίδες έχουν λιγότερα προσωρινά δόντια.[51][68]

Υπάρχουν επίσης παρατηρίσιμες διαφορές στην οδοντική μορφολογία και τοπογραφία ανάμεσα στους λεμούριους. Ο ίντρι για παράδειγμα έχει δόντια προσαρμοσμένα για το σκίσιμο φύλλων και την σύνθλιψη σπόρων.[57] Στα κτενωτά δόντια των περισσότερων λεμούριων, οι κάτω κοπτήρες και κυνόδοντες είναι προκλινείς και με πολύ μικρά κενά μεταξύ τους, όντας έτσι εργαλείο είτε για προσωπική περιποίηση είτε για την διατροφή.[14][51][72] Για παράδειγμα, ο ίντρι χρησιμοποιεί τα κτενωτά δόντια του όχι μόνο για την περιποίηση αλλά και για να ξεσφηνώσει μεγάλους σπόρους από το σκληρό εξωκάρπιο των καρπών του Beilschmiedia,[73] ενώ οι φάνερ χρησιμοποιούν τα σχετικώς μακριά κτενωτά δόντια τους για να κόψουν τον φλοιό δέντρων ώστε να κυλίσει ο χυμός τους.[47] Μόνο το άι άι, το εξαφανισμένο γιγάντιο άι άι και ο μεγαλύτερος από τους εξαφανισμένους γιγάντιους βραδύποδες λεμούριους δεν έχουν λειτουργικά κτενωτά δόντια.[72][70] Στην περίπτωση του άι αι, η μορφολογία των προσωρινών κοπτήρων, οι οποίοι χάνονται λίγο μετά την γένα, υποδεικνύει ότι οι πρόγονοί του είχαν κτενωτά δόντια. Αυτοί οι προσωρινοί κοπτήρες χάνονται λίγο μετά την γέννα[74] και αντικαθίστανται από συνεχώς αναπτυσσόμενους κοπτήρες με ανοικτή ρίζα (υψηλόδοντοι κοπτήρες).[72]

Μια εκδοχή των κτενωτών δοντιών με έξι δόντια των στρεψίρρινων στον λεμούριο κάττα, φαίνονται οι κυνοειδείς προγόμφιοι από πίσω τους.

Τα κτενωτά δόντια στους λεμούριους συνήθως αποτελούνται από έξι δόντια (τέσσερις κοπτήρες και δύο κυνόδοντες), αν και στους ιντριίδες, στους λεμούριους μαϊμούδες, και κάποιους από τους βραδύποδες λεμούριους αποτελούνται μόνο από τέσσερα λόγω του χασίματος είτε ενός κυνόδοντα είτε ενός κοπτήρα.[14][72] Επειδή ο κάτω κυνόδοντας είτε συμπεριλαμβάνεται στον σχηματισμό των κτενωτών δοντιών είτε χάνεται, ο κάτω οδοντικός τύπος μπορεί να είναι δύσκολο να διαβαστεί, ειδικά όταν ο πρώτος προγόμφιος (P2) έχει μορφολογία κυνόδοντα για να αναπληρώσει τον ρόλο του.[51] Στους φυλλοβόρους λεμούριους, εκτός από τους ιντριίδες, οι άνω κοπτήρες είναι εξαιρετικά μειωμένοι είτε λείπουν.[51][72]

Οι λεμούριοι είναι ασυνήθιστοι ανάμεσα στα πρωτεύοντα λόγω τις ραγδαίας ανάπτυξης των δοντιών τους, ειδικά τα μεγαλύτερα είδη. Για παράδειγμα οι ιντριίδες έχουν σχετικά μικρό ρυθμό ανάπτυξης στο σώμα αλλά εξαιρετικά γρήγορο σχηματισμό δοντιών.[75] Αντιθέτως τα ανθρωποειδή πρωτεύοντα παρουσιάζουν αργή οδοντική ανάπτυξη με αυξημένο μέγεθος και πιο βραδεία μορφολογική ανάπτυξη.[72] Οι λεμούριοι έχουν επίσης πρόωρα τα δόντια τους κατά την γέννα ενώ έχουν ήδη πλήρη την μόνιμη οδοντοστοιχία όταν απογαλακτίζονται.[29]

Οι λεμούριοι έχουν λεπτό εν γένει σμάλτο σε σύγκριση με τα ανθρωποειδή πρωτεύοντα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε φθορά και σπάσιμο των μπροστινών δοντιών εξαιτίας της μεγάλης χρήσης τους στον καλλωπισμό, την τροφή και τις διαμάχες. Λίγες περαιτέρω πληροφορίες για τα δόντια των λεμούριων είναι γνωστές, εκτός του ότι οι λεμούριοι κάττα σε άγρια κατάσταση στο Ιδιωτικό Καταφύγιο Μπέρεντι (Berenty Private Reserve) εμφανίζουν σποραδικά αποστήματα στους άνω κυνόδοντες (οι οποίοι φαίνονται ως ανοικτές πληγές στο ρύγχος) και οδοντική σήψη, πιθανώς λόγω κατανάλωσης μη ιθαγενούς τροφής.[72]

Αισθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αίσθηση της όσφρησης είναι πολύ σημαντική για τους λεμούριους και συχνά χρησιμοποιείται για την επικοινωνία.[11][13][19] Οι λεμούριοι έχουν μακρύ ρύγχος (σε σχέση με τα απλόρρινα) τα οποία παραδοσιακά πιστεύονταν ότι τοποθετούν καλύτερα την μύτη για την καλύτερη αντίληψη των οσμών,[13] ωστόσο το μακρύ ρύγχος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη οξεία όσφρηση καθώς δεν συσχετίζεται το σχετικό μέγεθος της ρινικής κοιλότητας με την οξύτητα της όσφρησης αλλά η πυκνότητα των οσφρητικών υποδοχέων.[76][77] Αντιθέτως το μακρύ ρύγχος διευκολύνει το μάσημα.[77]

Οι λεμούριοι έχουν εν γένει υγρή μύτη καθώς και μακρύτερο ρύγχος από ότι τα ανθρωποειδή πρωτεύοντα.

Η υγρή μύτη (ρινάριο) είναι χαρακτηριστικό κοινό στα στρεψίρρινα και πολλά άλλα θηλαστικά, αλλά όχι στα απλόρρινα.[47] Παρότι υπάρχει η εσφαλμένη αντίληψη ότι εκεί εδράζεται η αίσθηση της όσφρησης,[59] στην πραγματικότητα είναι όργανο που βασίζεται στην αφή και συνδέεται με το καλά ανεπτυγμένο υνιορρινικό όργανο. Καθώς οι φερομόνες είναι συνήθως μεγάλα, μη πτητικά μόρια, το ρινάριο χρησιμοποιείται ώστε να ακουμπά το αντικείμενο που φέρει τις οσμές και να μεταφέρει τα μόρια των φερομόνων από το φίλτρο στο υνιορρινικό όργανο μέσω του ρινοϋπερώιου πόρου που περνά από το τομικό τρήμα της σκληρής υπερώας.[12]

Για να επικοινωνήσουν με οσμές, που είναι χρήσιμο την νύχτα, οι λεμούριοι σημαδεύουν την περιοχή με ούρα και χρησιμοποιώντας οσμηγόνους αδένες που βρίσκονται στους καρπούς, στον εσωτερικό αγκώνα, στη γεννητική περιοχή ή στον λαιμό.[12][59] Το δέρμα του όσχεου των περισσότερων αρσενικών λεμούριων έχει οσμηγόνους αδένες.[78] Οι λεμούριοι του γένους Varecia και οι αρσενικοί σίφακες έχουν ένα αδένα στην βάση του λαιμού τους,[12][47] ενώ ο Prolemur simus και ο Λεμούριος Κάττα έχουν αδένες στο πάνω μέρος του χεριού κοντά στην μασχάλη.[12]

Οι λεμούριοι (και εν γένει τα στρεψίρρινα) θεωρούνται λιγότερο βασισμένα στην όραση από ότι τα ανώτερα πρωτεύοντα, καθώς βασίζονται πολύ στην αίσθηση της όσφρηση και στην ανίχνευση φερομόνων. Το βοθρίο του αμφιβληστροειδούς στο οποίο οφείλεται η υψηλότερη οπτική οξύτητα, δεν είναι καλά αναπτυγμένο. Το οπισθοφθαλμικό διάφραγμα στα απλόρρινα πιστεύεται ότι σταθεροποιεί ελαφρώς το μάτι, επιτρέποντας την εξέλιξη του βοθρίου. Με μόνο μία οπισθοφθαλμική ράβδο αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει στους λεμούριους.[79]> Έτσι ανεξαρτήτως του μοτίβου συμπεριφοράς τους (νυχτόβια, ημερόβια κτλ), εμφανίζουν χαμηλή οπτική οξύτητα.[29] Οι λεμούριοι έχουν ευρύτερο οπτικό πεδίο από τα ανθρωποειδή λόγο μιας ελαφράς διαφοράς στην γωνία μεταξύ των ματιών όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:[80]

Οπτικές γωνίες και οπτικά πεδία[80]
Γωνία μεταξύ των ματιών Διόφθαλμο πεδίο Συνδυασμένο πεδίο
(διόφθαλμο + περιφεριακό)
Λεμούριοι 10–15° 114–130° 250–280°
Ανθρωποειδή πρωτεύοντα 140–160° 180–190°

Παρόλο που δεν έχουν βοθρίο, κάποιοι ημερόβιοι λεμούριοι έχουν μια κεντρική περιοχή πλούσια σε κωνία.[79] Αυτή η περιοχή έχει υψηλό λόγο ραβδίων προς κωνία σε πολά ημερόβια είδη που έχουν μελετηθεί μέχρι τώρα, ενώ τα ημερόβια ανθρωποειδή δεν έχουν ραβδία στο βοθρίο τους. Και πάλι αυτό υποδεικνύει χαμηλότερη οπτική οξύτητα στους λεμούριους.[81] Επιπλέον, η αναλογία ραβδίων-κωνίων μπορεί να ποικίλει ανάμεσα στα ημερόβια είδη. Για παράδειγμά ο Propithecus verreauxi και ο ίντρι (Indri indri) έχουν μόνο λίγα μεγάλα κωνία διασκορπισμένα στον κυραιρχούμενο από ραβδία αμφιβληστροειδή. Τα μάτια του λεμούριου κάττα περιέχουν ένα κωνίο για κάθε πέντε ραβδία. Οι νυκτόβιοι λεμούριοι όπως οι λεμούριοι ποντικοί και λεμούριοι νάνοι από την άλλοι έχουν αμφιβληστροειδής αποτελούμενους εξ ολοκλήρου από ραβδία.[12]

Καθώς τα κωνία ευθύνονται για την έγχρωμη όραση, η υψηλή πλειοψηφία των ραβδίων στα μάτια των λεμούριων υποδεικνύει ότι δεν έχουν εξελίξει έγχρωμη όραση.[12] Οι πλέον μελετημένοι λεμούριοι, οι λεμούριοι κάττα, έχει αποδειχθεί ότι έχουν μπλέ-κίτρινη όραση, αλλά δεν έχουν την ικανότητα να ξεχωρίσουν τις κόκκινες και πράσινες αποχρώσεις.[82] Λόγω της πολυμορφίας των οψινών, γονίδια τα οποία είναι υπεύθυνα για την πρόσληψη τους χρώματος, μπορεί να εμφανιστεί τριχρωματική όραση στα θηλυκά ορισμένων ειδών, όπως του Propithecus coquereli και του Varecia rubra. Οι περισσότεροι λεμούριοι έχουν είτε μονοχρωματική είτε διχρωματική όραση.[12]

[Τα άι-άι έχουν μάτια που φαίνονται να λάμπουν επειδή έχουν ένα αντανακλαστικό στρώμα ιστού στο μάτι το οποίο αποκαλείται tapetum lucidum

Οι περισσότεροι λεμούριοι έχουν διατηρήσει το tapetum lucidum, μία αντανακλαστική στρώση ιστού στο μάτι, η οποία βρίσκεται στα περισσότερα σπονδυλωτά.[38] Αυτό το χαρακτηριστικό απουσιάζει από τα απλόρρινα, και η παρουσία του περιορίζει περαιτέρω την οπτική οξύτητα των λεμούριων.[29][81] Ο χοριοειδής χιτώνας των στρεψίρρινων είναι μοναδικός ανάμεσα στα θηλαστικά καθώς αποτελείται από κρυσταλλική ριβιφλαβίνη, και η επακόλουθη οπτική διάθλαση περιορίζει την οπτική οξύτητα.[81] Παρότι ο χιτώνας αυτός θεωρείται κοινός σε όλους τους λεμούριους, φαίνεται ότι υπάρχουν εξαιρέσεις στους ευλεμουρίδες, όπως στον μαύρο λεμούριο και τον κοινό καφέ λεμούριο, καθώς και στους λεμούριους με κολάρο.[12][29][81] Καθώς όμως οι ριβοφλαβίνες του χιτώνα έχουν την τάση να διαλύονται και να εξαφανίζονται όταν γίνεται ιστολογική έρευνα, οι εξαιρέσεις αυτές είναι ακόμα συζητήσιμες.[12]

Μεταβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λεμούριοι έχουν χαμηλό βασικό ρυθμό μεταβολισμού (BMR), το οποίο τους βοηθάει να συντηρούν ενέργεια κατά την ξηρή περίοδο, όταν το νερό και η τροφή είναι λίγα.[11][62] Μπορούν να βελτιστοποιήσουν την χρήση ενέργειας χαμηλώνοντας τον ρυθμό μεταβολισμού κατά 20% παρακάτω από τις τιμές που προβλέπονται για τα θηλαστικά με παρόμοιο μέγεθος.[83] Ο Lepilemur ruficaudatus, για παράδειγμα, αναφέρεται ότι έχει ένα από τον χαμηλότερο ρυθμό μεταβολισμού στα θηλαστικά. Ο χαμηλός ρυθμός ενδέχεται να έχει σχέση με την φυλλοβόρα δίαιτά του και την σχετικά μικρή μάζα σώματος. [62] Οι λεμούριοι εμφανίζουν προσαρμογές συμπεριφοράς που ολοκληρώνουν αυτό το χαρακτηριστικό, όπως η συνήθεια να λιάζονται, ο συνωστισμός σε ομάδες, και το μοίρασμα της φωλιάς, ώστε να μειωθεί η απώλεια θερμότητας και να εξοικονομηθεί ενέργεια.[83] Οι λεμούριοι νάνοι και οι λεμούριοι ποντικοί παρουσιάζουν εποχιακούς κύκλους νάρκης για εξοικονόμηση ενέργειας.[83] Πριν την ξηρή περίοδο, συγκεντρώνουν λίπος στον λευκό λιπώδη ιστό που βρίσκεται στην βάση της ουράς και στα πίσω πόδια, διπλασιάζοντας το βάρος τους.[27][84][85] Στο τέλος της ξηρής περιόδου, η μάζα τους μπορεί να μειωθεί στο μισό από ότι ήταν πριν την ξηρή περίοδο.[27] Οι λεμούριοι που δεν έχουν στάδια νάρκης είναι και αυτοί ικανοί να διακόψουν τμήματα του μεταβολισμού τους για εξοικονόμηση ενέργειας.[83]

Συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμπεριφορά των λεμούριων ποικίλει όσο και η μορφολογία τους. Οι διαφορές στην δίαιτα, στα κοινωνικά συστήματα, στα μοτίβα δραστηριότητας, στην κίνηση, στην επικοινωνία, στις τακτικές αποφυγής θηρευτών, στα συστήματα αναπαραγωγής και στα επίπεδα ευφυίας βοηθούν να οριστούν τα τάξα των λεμούριων και να διαχωριστούν τα είδη. Παρόλο που οι συνήθεις συχνά διαχωρίζουν τους μικρότερους, νυκτόβιους λεμούριους από τους μεγαλύτερους ημερόβιους, υπάρχουν συχνές εξαιρέσεις που βοηθούν να καταστεί παράδειγμα η μοναδική και ποικιλόμορφη φύση αυτών των Μαλαγασικών πρωτευόντων.

Δίαιτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λεμούριοι ποντικοί τρώνε κυρίως φρούτα, ωστόσο η δίαιτά τους περιλαμβάνει και έντομα.

Η δίαιτα των λεμούριων ποικίλει πολύ και παρουσιάζει μεγάλο βαθμό ευελιξίας,[86] ωστόσο γενικώς τα μικρότερα είδη κυρίως καταναλώνουν φρούτα και έντομα, ενώ τα μεγαλύτερα είναι περισσότερο χορτοφάγα.[34] Όπως όλα τα πρωτεύοντα, οι πεινασμένοι λεμούριοι μπορούν να φάνε οτιδήποτε τρώγεται, ανεξαρτήτως αν εντάσσεται στην συνήθη δίαιτά τους.[12] Για παράδειγμα οι λεμούριοι κάττα τρώνε έντομα και μικρά σπονδυλωτά όταν είναι αναγκαίο[34][53] και ως εκ τούτου συχνά χαρακτηρίζονται ως οπορτουνιστικά παμφάγα.[72] Οι γιγάντιοι λεμούριοι ποντικοί κοκερέλ (Mirza coquereli) είναι κατά βάσει φορυτοφάγοι αλλά τρώνε και εκκρίματα εντόμων κατά την ξηρή περίοδο.[34]

Μια κοινή υπόθεση στην μελέτη των θηλαστικών είναι ότι τα μικρά θηλαστικά δεν μπορούν να βασιστούν εξ ολοκλήρου στην φυτοφαγία και πρέπει να έχουν δίαιτα πλούσια σε θερμίδες ώστε να επιβιώσουν. Ως αποτέλεσμα, πιστεύονταν ότι η δίαιτα των μικροσκοπικών πρωτευόντων αποτελούνταν κυρίως από πλούσια σε πρωτεΐνες έντομα. Η έρευνα ωστόσο έχει δείξει ότι οι λεμούριοι ποντικοί, τα μικρότερα υπάρχοντα πρωτεύοντα, καταναλώνουν περισσότερο φρούτα παρά έντομα, εν αντιθέσει με την δημοφιλή υπόθεση.[12][34]

Τα φυτά αποτελούν κυριαρχούν στην δίαιτα των λεμούριων. Τουλάχιστον 109 από τις γνωστές οικογένειες φυτών της Μαδαγασκάρης (55%) τρώγονται από τους λεμούριους. Καθώς είναι κατά κύριο λόγο δεντρόβιοι, τα περισσότερα από αυτά τα φυτά είναι ξυλώδη, όπως δέντρα, θάμνοι και κληματίδες. Μόνο ο λεμούριος κάττα, οι λεμούριοι μπαμπού (Απαλεμούριοι), και οι (Varecia variegata) είναι γνωστοί ότι τρώνε χόρτα. Οι Μαδαγασκάρη έχει μεγάλη ποικιλομορφία πτεριδόφυτων, τα οποία οι λεμούριοι τρώνε σπάνια. Ένας πιθανός λόγος για αυτό είναι ότι αυτά τα φυτά δεν έχουν άνθη, φρούτα ή σπόρους, που είναι αυτά που συνήθως τρώνε οι λεμούριοι. Επίσης βρίσκονται κοντά στο έδαφος, ενώ οι περισσότεροι λεμούριοι περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ώρας τους στα δέντρα. Τέλος τα πτεριδόφυτα έχουν άσχημη γεύση λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας σε τανίνες που έχει το φύλλωμά τους. Μερικοί λεμούριοι φαίνεται να έχουν εξελίξει αντιστάσεις ενάντια στις κοινές άμυνες των φυτών, όπως οι τανίνες και τα αλκαλοειδή.[73] Ο χρυσός λεμούριος μπαμπού (Hapalemur aureus), για παράδειγμα, τρώει γιγάντια μπαμπού, τα οποία έχουν υψηλά επίπεδα αλάτων κυανίου. Αυτός ο λεμούριος μπορεί να καταναλώσει δώδεκα φορές την τυπικά θανατηφόρα δόση για τα περισσότερα θηλαστικά, σε μία μέρα. Οι φυσιολογικοί μηχανισμοί που τον προστατεύουν από την δηλητηρίαση είναι ακόμα άγνωστοι.[11] Στο Duke Lemur Center (DLC), οι λεμούριοι που περιφέρονται στις εξωτερικές περιφράξεις έχει παρατηρηθεί ότι τρώνε δηλητηριώδη κισσό (Taxicodendron radicans) χωρίς να έχουν παρουσιάσει αρνητικά σημάδια.[58]

Μέχρι και το 95% της δίαιτας του Μείζονα Λεμούριου Μπαμπού αποτελείται από μπαμπού.[53]

Πολλά από τα μεγαλύτερα είδη λεμούριων καταναλώνουν φύλλα,[86], και ειδικότερα οι ιντριίδες.[60] Ωστόσο και μικρότεροι λεμούριοι όπως οι λεπιλεμούριοι και οι μαλλιαροί λεμούριοι (γένος Avahi) τρώνε φύλλα, όντας τα μικρότερα πρωτεύοντα που το κάνουν αυτό.[62] Οι μικρότεροι από τους λεμούριους δεν τρώνε πολλά φύλλα.[86] Συνολικά έχει καταγραφεί ότι οι λεμούριοι καταναλώνουν φύλλα τουλάχιστον από 82 ιθαγενείς οικογένειες φυτών και από 15 ξένες. Τείνουν να είναι εκλεκτικοί ως προς την κατανάλωση των φύλλων, του βλαστού καθώς και ως προς την ηλικία του φύλλου. Συχνά προτιμώνται τα νεότερα φύλλα από τα πιο ώριμα.[86]

Πολλοί λεμούριοι που τρώνε φύλλα, το κάνουν σε περιόδους που δεν υπάρχουν φρούτα, χάνοντας μερικές φορές βάρος λόγω αυτού.[87] Τα περισσότερα είδη λεμούριων, συμπεριλαμβανομένων των μικρότερων και αποκλείοντας κάποιους ιντριίδες, τρώνε κατά κύριο λόγο φρούτα όταν αυτά είναι διαθέσιμα. Συλλογικά οι λεμούριοι έχει καταγραφεί ότι τρώνε φρούτα από τουλάχιστον 86 ιθαγενείς οικογένειες φυτών και 15 ξένες. Όπως τα περισσότερα ζώα που τρέφονται με τροπικά φρούτα, η δίαιτα των λεμούριων κυριαρχείται από φρούτα από το είδος Ficus.[86] Σε πολλά ανθρωποειδή πρωτεύοντα, τα φρούτα είναι η κύρια πηγή βιταμίνης C, εν αντιθέσει όμως με αυτά, οι λεμούριοι (καθώς και όλα τα στρεψίρρινα) μπορούν να συνθέσουν μόνα τους βιταμίνη C.[88] Ιστορικά, πιστεύονταν ότι αιχμάλωτοι λεμούριοι με δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε βιταμίνη C υπέφεραν από αιμοσιδήρωση, καθώς η βιταμίνη C αυξάνει την απορρόφηση του σιδήρου. Η συχνότητα εμφάνισης της ασθένειας ποικίλει ωστόσο στα διάφορα ινστιτούτα που φυλοξενούν λεμούριους, και ενδεχομένως αυτό οφείλεται στην δίατα, το πρόγραμμα σίτησης και το γενετικό υλικό. Οι υποθέσεις ωστόσο για αυτό το πρόβλημα πρέπει να εξετάζονται ξεχωριστά για κάθε είδος.[89] Ο λεμούριος κάττα για παράδειγμα, είναι λιγότερο ευάλωτος σε αυτή την ανομαλία από ότι τα υπόλοιπα είδη.[90] Μόνο οκτώ είδη λεμούριων είναι γνωστό ότι τρέφονται με σπόρους, αλλά αυτό ενδέχεται να οφείλεται σε ελλειπή στοιχεία, καθώς οι περισσότερες παρατηρήσεις που αναφέρουν κατανάλωση φρούτων δεν ερευνούν αν καταναλώνονται και οι σπόροι. Σε αυτά τα είδη περιλαμβάνονται κάποιοι ιντριίδες, όπως ο εστεμμένος σίφακας (Propithecus diedema), ο χρυσός εστεμμένος σίφακας (Propithecus tattersalli) ο Ίντρι,[11][64] και το άι-άι. Το άι-άι, το οποίο εξειδικεύεται στην κατανάλωση τροφών με σκληρό περίβλημα, μπορεί να ανοίξει τους σπόρους του γένους Canarium, οι οποίοι είναι σκληρότεροι από αυτούς που είνξαι γνωστό ότι ανοίγουν οι πίθηκοι του Νέου Κόσμου.[46] Οι λεμούριοι που καταναλώνουν σπόρους τρέφονται από τουλάχιστον 26 γένη και 23 οικογένειες φυτών.[86]

Οι λεμούριοι τρώνε τμήματα ανθών από τουλάχιστον 60 οικογένειες φυτών. Το μέγεθος των ανθοφάγων λεμούριων ποικίλοι από τους μικροσκοπικούς λεμούριους έως τους σχετικά μεγάλους περιλαιμιοφόρους λεμούριους. Μερικές φορές δεν καταναλώνουν το άνθος αλλά μόνο το νέκταρ και την γύρη. Τουλάχιστον από 24 ιθαγενή είδη και 17 οικογένειες, οι λεμούριοι καταναλώνουν νέκταρ και γύρη.[86]

Ο φλοιός και οι χυμοί και των φυτών καταναλώνονται από λίγα είδη λεμούριων. Η κατανάλωση χυμών έχει αναφερθεί για 18 είδη φυτών και μόνο στις ξηρές περιοχές στα νότια και δυτικά της Μαδαγασκάρης. Μόνο Phaner furciferκαι ο γιγάντιος λεμούριος ποντικό του Κοκερέλ καταναλώνουν χυμούς τακτικά. Ο φλοιός δεν έχει αναφερθεί ποτέ ως σημαντική πηγή τροφής στην δίαιτα των λεμούριων, αλλά τουλάχιστον τέσσερα είδη τον τρώνε: το άι-άι, ο Lepilemur ruficaudatus, ο κοινός καφέ λεμούριος (Eulemur fulvus) και ο σίφακας του Βερώ (Propithecus verreauxi). Η περισσότερη κατανάλωση φλοιού συνδέεται άμεσα με κατανάλωση χυμών, εκτός από την κατανάλωση φλοιού του φυτού Afzelia bijuga, από το άι-άι στα νοτιοανατολικά.[86]

Έχει παρατηρηθεί επίσης η κατανάλωση χώματος που πιθανώς βοηθάει την πέψη, παρέχει ανόργανα άλατα και βοηθάει στην απορρόφηση τοξινών. Οι σίφακες έχουν παρατηρηθεί ότι τρώνε χώμα από φωλιές τερμιτών, προσθέτοντας με αυτό τον τρόπο πιθανώς, ευεργετική εντερική πανίδα ώστε να βοηθηθεί η πέψη της κυτταρίνης, λόγω της βασισμένης στα φύλλα δίαιτας τους.[58]

Έρευνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ομοιότητες των λεμούριων με τα ανθρωποειδή πρωτεύοντα, όπως η δίεται και η κοινωνική οργάνωση, καθώς και τα μοναδικά χαρακτηριστικά τους, τους έχουν κάνει την πλέον μελετημένη ομάδα θηλαστικών της Μαδαγασκάρης.[91][92] Η έρευνα συνήθως επικεντρώνεται μεταξύ της οικολογίας και της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά επίσης και στην συμπεριφορά και την μορφοφυσιολογία (η μελέτη της ανατομίας σε σχέση με την λειτουργία).[93] Μελέτες των χαρακτηριστικών της ζωικής ιστορίας τους, της συμπεριφοράς και οικολογίας τους, βοηθούν την κατανόηση της εξέλιξης των πρωτευόντων, καθώς πιστεύεται ότι έχουν κοινά χαρακτηριστικά με τα προγονικά πρωτεύοντα.

Οι λεμούριοι έχουν υπάρξει το κύριο θέμα σειρών μονογραφιών, οδηγών πεδίων και κλασικών έργων στην ηθολογία.[94] Λίγα, ωστόσο, είδη έχουν μελετηθεί εκτενώς έως σήμερα, και η περισσότερες έρευνες περιορίζονται σε μία περιοχή.[95] Μόνο πρόσφατα έχουν δημοσιευτεί πολλές εργασίες που εξηγούν τις βασικές πτυχές της συμπεριφοράς και της οικολογίας ελάχιστα γνωστών ειδών. Οι μελέτες πεδίου έχουν αποκαλύψει πτυχές της δυναμικής πληθυσμών και της εξελικτικής οικολογίας των περισσοτέρων γενών και πολλών ειδών.[96] Η μακροπρόθεσμη έρευνα που εστιάζεται στην αναγνώριση ατόμων βρίσκεται σε νηπιακό στάδιο και έχει ξεκινήσει για λίγους μόνο πληθυσμούς. Ωστόσο οι δυνατότητες μάθησης μειώνωνται σταδιακά λόγω της καταστροφής των ενδιαιτημάτων των λεμούριων καθώς και άλλων παραγόντων που απειλούν την ύπαρξη των πληθυσμών τους σε όλο το νησί.[97]

Το Ιδιωτικό Καταφύγιο Berenty στη νότια Μαδαγασκάρη είναι και τουριστικός προορισμός και τόπος έρευνας. Η Άλισον Τζόλι ξεκίνησε την έρευνά της εδώ, το 1962.

Οι λεμούριοι αναφέρονται σε ναυτικά ημερολόγια τουλάχιστον από το 1608 και το 1658 τουλάχιστον επτά είδη λεμούριων περιγράφηκαν από τον Γάλλο έμπορο, Ετιέν ντε Φλακούρ, ο οποίος ενδέχεται να είναι και ο μόνος δυτικός ο οποίος είδε και κατέγραψε την ύπαρξη ενός γιγάντιου (πλέον εξαφανισμένου) λεμούριου, το οποίο αποκάλεσε τρετρετρετρε. Γύρω στο 1703 έμποροι και ναύτες άρχισαν να φέρνουν λεμούριους στην Ευρώπη, εποχή κατά την οποία ο Τζέιμς Πέτιβερ, φαρμακοποιός στο Λονδίνο, περιέγραψε και εικονογράφησε τον λεμούριο μαγκούστα. Ξεκινόντας το 1751, ο εικονογράφος από το Λονδίνο, Τζορτζ Έντουαρντς άρχισε να περιγράφει και να εικονογραφεί κάποια είδη λεμούριων, από τα οποία κάποια συμπεριλήφθηκαν σε διάφορες εκδόσεις του Systema Naturae του Κάρολου Λινναίου. Τις δεκαετίες του 1760 και 1770, οι γάλλοι φυσιοδίφες Ζωρζ Λουί Λεκλέρκ, Κομης του Μπουφόν (Georges-Louis Leclerc, Comte de Buffon) και Λουί Ζαν Μαρί Ντωμπεντόν (Louis-Jean-Marie Daubenton) άρχισαν να περιγράφουν την ανατομία διάφορων ειδών λεμούριων. Ο πρώτος περιηγητής φυσιοδίφης που έκανε σχόλια για τους λεμούριους ήταν ο Φιλιμπέρ Κομμερσόν το 1771, αν και ο Πιερ Σοννερά κατέγραψε μεγαλύτερη ποικιλία ειδών λεμούριων κατά την διάρκεια των ταξιδιών του.[98][99]

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, υπήρξε δραματική αύξηση στις περιγραφές και στις ονοματοδοσίες νέων λεμούριων, που αργότερα χρειάστικε δεκαετίες για να τακτοποιηθούν. Εκείνο τον καιρό, επαγγελματίες συλλέκτες μάζευαν δείγματα για μουσεία, θηριοτροφεία και αίθουσες αξιοπερίεργων. Κάποιοι από τους κύριους συλλέκτες ήταν ο Γιοχάνες Χίλντερμπραντ και ο Τσαρλς Ιμάνιουελ Φόρσιθ Μέιτζορ. Από αυτές τις συλλογές, καθώς και από τις αυξανόμενες παρατηρήσεις λεμούριων στο φυσικό τους περιβάλλον, συστηματιστές μουσείων όπως ο Άλμπερτ Γκύντερ και ο Τζον Έντουαρντ Γκρέι εξακολούθησαν να συνεισφέρουν νέα ονόματα για νέα είδη λεμούριων. Ωστόσο, οι πιο σημαντικές συνεισφορές από αυτόν τον αιώνα περιλαμβάνουν το έργο του Αλφρέντ Γκραντιντιέ, ενός φυσιοδίφη και εξερευνητή, ο οποίος αφοσιόθηκε στη μελέτη της φυσικής ιστορίας της Μαδαγασκάρης και τον ιθαγενών ανθρώπων. Με τη βοήθεια του Αλφόνς Μιλν-Έντουαρντς, μελετήθηκαν οι περισσότεροι από τους ημερόβιους λεμούριους εκείνο τον καιρό. Ωστόσο, οι ταξινομική ονοματολογία των λεμούριων πήρε την σύγχονη μορφή της τις δεκαετίες του 1920 και 1930, τυποποιούμενη από τον Ερνστ Σβαρτς το 1931.[100][101]

Αν και η ταξινομία των λεμούριων είχε αναπτυχθεί, η επιτόπου μελέτη της συμπεριφοράς και της οικολογίας των λεμούριων άρχισε να ανθίζει τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Ο Jean-Jacques Petter και η Arlette Petter-Rousseaux περιηγήθηκαν στη Μαδαγασκάρη του 1956 και το 1957, παρακολουθώντας πολλά είδη λεμούριων και κάνοντας σημαντικές παρατηρήσεις για την κοινωνική τους οργάνωση και την αναπαραγωγή τους. Το 1960, τη χρονιά της Ανεξαρτησίας της Μαδαγασκάρης, ο David Attenborough έκανε γνωστούς τους λεμούριους στη Δύση με μία εμπορική ταινία. Υπό την καθοδήγηση του John Buettner-Janusch, ο οποίος ίδρυσε το Duke Lemur Center το 1966, η Άλισον Τζόλι ταξίδεψε στη Μαδαγασκάρη το 1963 για να μελετήσει τη δίαιτα και την κοινωνική συμπεριφορά του λεμούριου με τη δακτυλιδωτή ουρά και του σίφακα του Βερώ στο Ιδιωτικό Καταφύγιο Berenty. Οι Petter και η Τζόλι έδωσαν το έναυσμα για μία νέα εποχή ενδιαφέροντος στην οικολογία και τη συμπεριφορά των λεμούριων και ακολουθήθηκαν σύντομα από ανθρωπολόγους όπως η Άλισον Ρίτσαρντ ο Ρόμπερτ Σούσμαν, ο Ίαν Τάτερσαλ και πολλοί άλλοι. Οι έρευνες πεδίου άρχισαν ξανά τη δεκαετία του 1980 μετά από μία παύση λόγω των πολιτικών αναταραχών του μέσου της δεκαετίας του 1970 και της Μαδαγασκαρινής επανάστασης, χάρη στη συμβολή του Duke Lemur Center υπό τη διεύθυνση του Έλγουιν Σίμονς και τις προσπάθειες διατήρησης της Πατρίσια Ράιτ.[102][103][104] Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, έγινε αλματώδης πρόοδος στη μελέτη των λεμούριων και ανακαλύφθηκαν πολλά νέα είδη.[105]

Η εκτός πεδίο έρευνα είναι επίσης δημοφιλής στους ερευνητές που προσπαθούν να απαντήσουν ερωτήματα που είναι δύσκολο να ερευνηθούν στο πεδίο. Για παράδειγμα, οι προσπάθειες για αλληλούχιση του γονιδιώματος του γκρι λεμούριου ποντικού θα βοηθήσουν τους ερευνητές να κατανοήσουν ποια γενετικά χαρακτηριστικά διαχωρίζουν τα πρωτεύοντα από τα άλλα θηλαστικά και τελικώς θα βοηθίσουν στην κατανόηση των γενωμικών χαρακτηριστικών που διαχωρίζουν τους ανθρώπους από τα άλλα πρωτεύοντα.[39] Μία από τις σημαντικότερς εγκαταστάσεις έρευνας στους λεμούριους είναι το Duke Lemur Center (DLC) στο Ντούραμ της Βόρειας Καρολίνας. Διαθέτει τον μεγαλύτερο πληθυσμό αιχμάλωτων λεμούριων εκτός της Μαδαγασκάρης, ο οποίος συντηρείται για μια επεμβατική έρευνα και αναπαραγωγή.[106] Εκεί έχουν γίνει πολλά σημαντικά ερευνητικά προγράμματα, όπως μελέτες των ήχων των λεμούριων, βασική κινητική έρευνα, η κινηματική του διποδισμού, τα αποτελέσματα της κοινωνικής πολυπλοκότητας στην μεταβατική επαγωγή, και γνωσιακές μελέτες που έχουν να κάνουν με την ικανότητα των λεμούριων να οργανώνουν και να ανακαλούν ακολουθίες από τη μνήμη. Άλλες εγκαταστάσεις όπως το Lemur Conservation Foundation (Ίδρυμα Διατήρησης Λεμούριων), που βρίσκεται κοντά στη Myakka City, έχουν επίσης φιλοξενίσει ερευνητικά προγράμματα, όπως για παράδειγμα μία έρευνα που μελέτησε την ικανότητα των λεμούριων να προτιμούν εργαλεία με βάση τις χρηστικές τους ιδιότητες.

Διατήρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λεμούριοι στα ακανθώδη δάση της Μαδαγασκάρης απειλούνται από την αποψίλωση για την δημιουργία καλλιεργήσιμης γης (πάνω) καθώς και για την παραγωγή καύσιμου ξύλου (κάτω) για του ξυλόφουρνους.[107]

Οι λεμούριοι απειλούνται από πλήθος περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως η αποψίλωση, το κυνήγι για το κρέας τους, την αιχμαλώτισή τους για πώληση ως εξωτικά κατοικίδια και την κλιματική αλλαγή.[108] Όλα τα είδη έχουν καταχωρηθεί από το CITES στο Παράρτημα Ι, το οποίο απαγορεύει την πώληση δειγμάτων, εκτός και αν πρόκειται για επιστημονικούς σκοπούς.[109]. Το 2005, η Διεθνής Ένωση για την Διατήρηση της Φύσης (IUCN) είχε καταχωρημένο το 16% των ειδών λεμούριων ως Κρισίμως κινδυνεύοντα, το 25% ως Εύτρωτα, το 28% ως «Ανεπαρκώς γνωστά» και μόλις το 8% ως Ελάχιστα Ανησυχητικά.[110] Τα επόμενα πέντε χρόνια, ταυτοποιήθηκαν τουλάχιστον 28 νέα είδη, για κανένα εκ των οποίων δεν αποτιμήθηκε η κατάσταση διατήρησής τους.[42] Πολλά είναι πιθανό να θεωρηθούν απειλούμενα καθώς τα νέα είδη λεμούριων που περιγράφηκαν πρόσφατα εν γένει περιορίζονται σε μικρές περιοχές.[111] Δεδομένης της συνεχιζόμενης καταστροφής των ενδιαιτημάτων τους, μη ανακαλυφθέντα είδη ενδέχεται να εξαφανιστούν πριν αναγνωριστούν.[112] Μετά την άφιξη των ανθρώπων στη Μαδαγασκάρη, περίπου 2000 χρόνια πριν, όλα τα ενδημικά σπονδυλωτά άνω των 10 κιλών έχουν εξαφανιστεί,[113] συμπεριλαμβανομένων 17 ειδών, 8 γενών και 3 οικογενειών λεμούριων.[32][114] Η Επιτροπή Επιβίωσης Ειδών της IUCN (IUCN/SSC), η Διεθνής Πρωτευοντολογική Εταιρία (IPS), και η Conservation International (CI) έχουν συμπεριλάβει πέντε είδη λεμούριων στον διετή κατάλογο των 25 Πλέον Απειλούμενων Πρωτευόντων. Ο κατάλογος του 2008-2010 περιλαμβάνει τον μείζονα λεμούριο μπαμπού, των γκριζοκέφαλο λεμούριο (Eulemur cinereiceps), των γαλανομάτη μαύρο λεμούριο, τον βόρειο παιχνιδιάρη λεμούριο (Lepilemur septentrionalis) και τον ασημί σίφακα.[115]

Η Μαδαγασκάρη είναι μία από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη,[116] [117] με υψηλό δείκτη πληθυσμιακής αύξησης της τάξεως του 2.5% ετησίως και με το 70% του πληθυσμού να ζει στην φτώχεια.[118][116] Η χώρα επιπλέον έχει υψηλά επίπεδα χρέους και περιορισμένους πόρους.[117] Αυτά τα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα περιπλέκουν τις προσπάθειες διατήρησης, παρά το ότι το νησί της Μαδαγασκάρης έχει αναγνωριστεί από την IUCN/SSC ως κρίσιμη περιοχή πρωτευόντων για πάνω από 20 χρόνια.[119] Λόγω τις σχετικά μικρής της έκτασης 587,045 km2—σε σχέση με άλλες υψηλής προτεραιότητας λόγω βιοποικιλότητας περιοχές και τα υψηλά επίπεδα ενδημισμού, η χώρα θεωρείται ένα από τα πλέον σημαντικά κέντρα βιοποικιλότητας, με την διατήρηση των λεμούριων αν είναι σε πρώτη προτεραιότητα.[120][121] Παρά την επιπρόσθετη έμφαση στη διατήρηση, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η εξαφανίσεις, που ξεκίνησαν με την άφιξη των ανθρώπων στο νησί, έχουν τελειώσει.[122]

Απειλές στο φυσικό περιβάλλον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι πληθυσμοί λεμούριων είναι η καταστροφή και η υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων τους.[123] Η αποψίλωση προέρχεται κυρίως από την τοπική χρήση των δασών για λόγους επιβίωσης, όπως το κάψιμο για την δημιουργία καλλιεργήσιμης γης (πρακτική γνωστή ως tavy στη μαλαγασική γλώσσα), το κάψιμο για τη δημιουργία βοσκότοπων, η νόμιμη και παράνομη υλοτομία για παραγωγή καυσόξυλων και κάρβουνου καθώς και για την εξαγωγή ξυλείας σε ξένες αγορές.[124][125] Μετά από αιώνες μη ανανεώσιμης χρήσης των δασών καθώς και την ραγδαία κλιμάκωση της αποψίλωσης από το 1950 και μετά,[126] έχουν παραμείνει λιγότερα από 60,000 km2 ή το 10% της επιφάνειας της Μαδαγασκάρης δασωμένα. Μόνο Only 17,000 km2 ή 3% της έκτασης του νησιού προστατεύεται και λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης καθώς και της πολιτικής αστάθειας, οι περισσότερες από αυτές τις περιοχές έχουν αναποτελεσματική διαχείριση και προστασία.[127][128] Κάποιες προστατευόμενες περιοχές εγκαταλείφθηκαν λόγω της φυσικής προστασίας εξαιτίας της απόμακρης και απομονωμένης τοποθεσίας τους, συχνά σε απότομους γκρεμούς. Ενώ άλλες, όπως τα ξηρά δάση και τα ακανθωτά δάση στα δυτικά και τα νότια έχουν ελάχιστη προστασία και αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους καταστροφής.[129]

Κάποια είδη μπορεί να απειλούνται με εξαφάνιση ακόμα και χωρίς πλήρη αποψίλωση, όπως οι περιλαιμιοφόροι λεμούριοι, οι οποίοι είναι πολύ ευαίσθητοι στην διαταραχή του ενδιαιτήματός τους.[130] Αν καταστραφούν μεγάλα δέντρα με φρούτα, το δάσος θα μπορεί να υποστηρίξει λιγότερα άτομα κάποιου είδους και η αναπαραγωγική τους ικανότητα κατά συνέπεια θα επηρεαστεί για χρόνια.[131] Μικροί πληθυσμοί ενδεχομένως να είναι ικανοί να αντέξουν σε μικρά τμήματα δάσους για 20 με 40 χρόνια, λόγω του μακρύ χρόνου των γενεών, όμως μακροπρόθεσμα, τέτοιοι πληθυσμοί ίσως δεν είναι δυνατό να επιβιώσουν.[132] Μικροί, απομονωμένοι πληθυσμοί κινδυνεύουν επιπλέον με τοπική εξαφάνιση εξαιτίας φυσικών καταστροφών και ξεσπάσματα ασθενειών (επιζωοτίες). Δύο θανατηφόρες ασθένειες για τους λεμούριους που μπορούν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις σε απομονωμένους πληθυσμούς είναι η τοξοπλάσμωση, η οποία διαδίδεται από τις άγριες γάτες, και ο ιός του απλού έρπητα που φέρεται από τους ανθρώπους.[133]

Οι λεμούριοι, όπως αυτός ο λευκομέτωπος καφέ λεμούριος, σκοτώνονται για το κρέας τους.

Η κλιματική αλλαγή και οι σχετικές με τον καιρό φυσικές καταστροφές αποτελούν σημαντική απειλή για την επιβίωση των λεμούριων. Τα τελευταία 1000 χρόνια, οι δυτικές περιοχές καθώς και οι περιοχές των υψιπέδων έχουν αποξηρανθεί σημαντικά, ενώ η σοβαρή ξηρασία έχει γίνει πιο συχνή. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η αποψίλωση και ο κατακερματισμός των δασών επιταχύνουν αυτή τη σταδιακή αποξήρανση.[134] Τα αποτελέσματα της ξηρασίας είναι αισθητά ακόμα και στα βροχοδάση. Καθώς η ετήσια βροχόπτωση μειώνεται, τα μεγαλύτερα δέντρα που αποτελούν τον θόλο του δάσους υποφέρουν από αυξημένη θνησιμότητα, αδυναμία καρποφορίας και μειωμένη παραγωγή νέων φύλλων, τα οποία προτιμώνται από τους λεμούριους. Οι κυκλώνες είναι δυνατόν αν απογυμνώσουν από φύλλα μία περιοχή, να καταστρέψουν τα δέντρα που απαρτίζουν τον θόλο και να δημιουργήσουν κατολισθήσεις και πλημμύρες. Αυτό μπορεί να αφήσει τους πληθυσμούς λεμούριων χωρίς φύλλα μέχρι την επόμενη άνοιξη, αναγκάζοντάς τους να καταναλώνουν εξ ανάγκης επίφυτα.[135]

Οι λεμούριοι θηρεύονται για τροφή από τους ντόπιους της Μαδαγασκάρης, είτε για επιβίωση,[136][137] είτε για να τους πουλήσουν ως κρέας πολυτελείας στις μεγαλύτερες πόλεις.[138] Οι περισσότεροι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών της Μαδαγασκάρης δεν κατανοούν τι σημαίνει «απειλούμενο είδος», ούτε αντιλαμβάνονται ότι το κυνήγι των λεμούριων είναι παράνομο είτε ότι οι λεμούριοι βρίσκονται μόνο στη Μαδαγασκάρη.[139] Πολλοί Μαλαγάσιοι έχουν ταμπού, fady στην τοπική γλώσσα, ως προς την θήρευση και κατανάλωση κρέατος λεμούριων, αλλά αυτό δεν ισχύει σε όλες τις περιοχές.[140] Αν και το κυνήγι ήταν απειλή για τους πληθυσμούς των λεμούριων και στο παρελθόν, πρόσφατα έγινε πιο σοβαρή απειλή καθώς οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες επιδεινώθηκαν.[141] Οι οικονομικές δυσκολίες έχουν εξαναγκάσει τον πληθυσμό να μετακινείται συνεχώς στη χώρα για αναζήτηση εργασίας, υπονομεύοντας έτσι τις τοπικές παραδόσεις.[142][143][144] Επιπλέον, η ξηρασία και ο λιμός χαλαρώνουν το fady που προστατεύει τους λεμούριους.[145] Τα μεγαλύτερα είδη, όπως οι σίφακες και οι περιλαιμιοφόροι λεμούριοι, είναι κοινοί στόχοι, θηρεύονται όμως και μικρότερα είδη είτε συλλαμβάνονται τυχαία σε παγίδες που στόχο έχουν τους μεγαλύτερους λεμούριους.[146][147] Έμπειρες και οργανωμένες ομάδες κυνηγών, χρησιμοποιώντα πυροβόλα όπλα, σφενδόνες και τόξα, μπορούν να σκοτώσουν έως και οκτώ με είκοσι λεμούριους σε μία εξόρμηση. Τέτοιες ομάδες εμφανίζονται και σε μη προστατευόμενες περιοχές αλλά και στις απομονωμένες παρυφές προστατευόμενων περιοχών.[148] Τα εθνικά πάρκα και άλλες προστατευόμενες περιοχές δεν φυλάσσονται ικανοποιητικά από τα σώματα ασφαλείας.[149] Συχνά, οι δασοφύλακες είναι πολύ λίγοι και έχουν δυσανάλογα μεγάλη περιοχή ευθύνης, ενώ κάποιες φορές το έδαφος στα πάρκα είναι πολύ ανώμαλο ώστε να ελέγχεται τακτικά.[150]

Αν και όχι τόσο σημαντικό όσο η αποψίλωση και το κυνήγι, κάποιοι λεμούριοι, όπως οι εστεμμένοι λεμούριοι και άλλα είδη που κρατούνται επιτυχώς στην αιχμαλωσία, περιστασιακά κρατιούνται ως κατοικίδια από τους κατοίκους της Μαδαγασκάρης.[151][152] Οι λεμούριοι μπαμπού κρατιούνται και αυτοί ως κατοικίδια αν και επιβιώνουν μόνο δύο μήνες.[153] Η αιχμαλωσία ζωντανών λεμούριων για το εμπόριο εξωτικών κατοικίδιων σε πλουσιότερες χώρες εν γένει δεν θεωρείται απειλή λόγω των αυστηρών κανονισμών που ελέγχουν τις εξαγωγές τους.[154][155]

Προσπάθειες διατήρησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ροδόξυλο υλοτομείται παράνομα από εθνικά πάρκα, όπως αυτό του Marojejy.

Οι λεμούριοι έχουν τραβήξει πολύ προσοχή στη Μαδαγασκάρη και τα κινδυνεύοντα είδη της. Κατά αυτόν τον τρόπο λειτουργούν ως ζώα-βιτρίνα,[56][156] πιο σημαντικός από τους οποίους είναι ο λεμούριο με την δακτυλιδωτή ουρά ο οποίος θεωρείται εικόνα της χώρας.[54] Οι παρουσία των λεμούριων στα εθνικά πάρκα βοηθούν στην προσέλκυση οικοτουρισμού,[157] το οποίο βοηθά ειδικά της τοπικές κοινότητες που ζουν στην περιοχή των εθνικών πάρκων, καθώς δημιουργεί εργασιακές ευκαιρίες ενώ η κοινότητα λαμβάνει τα μισά έσοδα από εισητήρια για την είσοδο στα πάρκα. Στην περίπτωση του Εθνικού Πάρκου Ρανομαφανά, οι εργασιακές ευκαιρίες και τα υπόλοιπα έσοδα από την μακροπρόθεσμη έρευνα συγκρίνονται με αυτά από τον οικοτουρισμού.[158]

Με αρχή το 1927, η κυβέρνηση της Μαδαγασκάρης κύρηξε όλους τους λεμούριους «προστατευόμενους»[65] εγκαθιδρύοντας προστατευόμενες περιοχές οι οποίες πλέον ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες: Εθνικά Πάρκα (Parcs Nationaux), Αυστηρά Φυσικά Καταφύγια (Réserves Naturelles Intégrales) και Ειδικά Καταφύγια (Réserves Spéciales). Υπάρχουν σήμερα 18 εθνικά πάρκα, 5 αυστηρά φυσικά καταφύγια και 22 ειδικά καταφύγια καθώς και αρκετά μικρά ιδιωτικά καταφύγια όπως το Ιδιωτικό Καταφύγιο Berenty και το Ιδιωτικό Καταφύγιο Sainte Luce και τα δύο κοντά στο Fort Dauphin.[159] Όλες οι προστατευμένες περιοχές, εκτός από τα ιδιωτικά καταφύγια, αποτελούν το 3% της επιφάνειας της Μαδαγασκάρης, ενώ διαχειρίζονται από τα Εθνικά Πάρκα της Μαδαγασκάρης, γνωστή παλαιότερα και ως l'Association Nationale pour la Gestion des Aires Protégées (ANGAP), καθώς και από άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η Conservation International (CI), η Wildlife Conservation Society (WCS) και το World Wide Fund for Nature (WWF).[159][160] Τα περισσότερα είδη λεμούριων καλύπτονται από αυτό το δίκτυο των προστετευμένων περιοχών, ενώ κάποια είδη μπορούν να βρεθούν σε πολλαπλά πάρκα και καταφύγια.[161]

Προσπάθειες διατήρησης γίνονται και από την Ομάδα Πανίδας της Μαδαγασκάρης (Madagascar Fauna Group, MFG) μια ομοσπονδία 40 ζωολογικών κήπων και σχετικών οργανισμών, περιλαμβάνοντας το Duke Lemur Center, το Durrell Wildlife Conservation Trust, και το Saint Louis Zoological Park. Αυτή η διεθνή μη κυβερνητική οργάνωση υποστηρίζει το Πάρκο Ιβολουινά, βοηθάει την προστασία του Καταφυγίου Μπεταμπονά και άλλες προστατευμένες περιοχές, ενώ προάγει την έρευνα πεδίου, τα προγράμματα αναπαραγωγής, τον σχεδιασμό οικολογικής διατήρησης και την εκπαίδευση σε ζωολογικούς κήπους.[162] Ένα από τα κυριότερα εγχειρήματα της MFG ήταν η απελευθέρωση αιχμαλώτων ασπρόμαυρων περιλαιμιοφόρων λεμούριων, ώστε να ενισχυθούν οι παρακμάζοντες πληθυσμοί του Καταφυγίου Μπεταμπονά.[162][163]

Οι ορυζώνες έχουν σταδιακά αντικαταστήσει τα ενδιαιτήματα των λεμούριων, ειδικά στο κεντρικό μέρος του νησιού.

Απαιτούνται διάδρομοι ενδιαιτημάτων για την σύνδεση των προστατευόμενων περιοχών έτσι ώστε να μην είναι απομονωμένοι οι μικροί πληθυσμοί.[160] Τον Σεπτέμβριο του 2003 στο Ντουρμπάν της Νότιας Αφρικής, ο πρώην πρόεδρος της Μαδαγασκάρης Μαρκ Ραβαλομανανά υποσχέθηκε να τριπλασιάσει την έκταση των προστατευόμενες περιοχές σε πέντε χρόνια.[164] Αυτό έγινε γνωστό ως το «Όραμα του Ντουρμπάν».[159] Τον Ιούνιο του 2007, η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς (World Heritage Committee) συμπεριέλαβε ένα σημαντικό τμήμα των ανατολικών βροχοδασών της Μαδαγασκάρης ως νέο Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.[39]

Η ελάφρυνση του χρέους μπορεί να βοηθήσει την Μαδαγασκάρη να προστατεύσει την βιοποικιλότητά τους.[117] Με την πολιτική κρίση του 2009, η παράνομη υλοτομία έχει ανθίσει και απειλεί πλέον βροχοδάση στα βορειοανατολικά καθώς και τους λεμούριους που κατοικούν σε αυτά αλλά και τον οικοτουρισμό στον οποίον βασίζονται οι τοπικές κοινότητες.[116]

Αιχμάλωτοι πληθυσμού λεμούριων διατηρούνται εκτός Μαδαγασκάρης σε πολλούς ζωολογικούς κήπους, αν και η ποικιλότητα ειδών είναι περιορισμένη. Οι σίφακες, για παράδειγμα, δεν επιβιώνουν καλά στην αιχμαλωσία, έτσι λίγες εγκαταστάσεις τους έχουν.[11][57] Ο μεγαλύτερος πληθυσμός αιχμάλωτων λεμούριων βρήσκεται στο Duke Lemur Center (DLC), του οποίου οι αποστολή είναι η μη επεμβατική έρευνα, η διατήρηση (π.χ. αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία), και η εκπαίδευση του κοινού.[159]

Πολιτισμικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην κουλτούρα της Μαδαγασκάρης, οι λεμούριοι, και τα ζώα γενικότερα, έχουν ψυχή (ambiroa) η οποία μπορεί να πάρει εκδίκηση αν χλευαστεί όσο ζει ή σκοτωθεί με άγριο τρόπο. Εξαιτίας αυτού, οι λεμούριοι, όπως και πολλά άλλα στοιχεία της καθημερινής ζωής, έχουν υπάρξει πηγή ταμπού, γνωστό τοπικά ως fady, το οποίο βασίζεται σε ιστορίες με τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά. Ένα χωριό ή μία περιοχή μπορεί να πιστεύει ότι ένας συγκεκριμένος τύπος λεμούριου μπορεί να είναι ο πρόγονος της φυλής. Μπορεί επίσης να πιστεύουν ότι το πνεύμα ενός λεμούριου μπορεί να πάρει εκδίκηση. Εναλλακτικά, ένα ζώο μπορεί να εμφανιστεί ως ευεργέτης. Οι λεμούριοι ακόμα, πιστεύεται ότι δίνουν τα χαρακτηριστικά τους, καλά ή κακά, στα μωρά των ανθρώπων.[165] Εν γένει το fady εκτείνεται πέρα από την αίσθηση του απαγορευμένου, και μπορεί να περιλαμβάνει συμβάντα που φέρνουν κακή τύχη.[74]

Ο Ίντρι είναι γνωστός τοπικά ως Babakoto, το οποίο σημαίνει «πρόγονος του ανθρώπου».

Ένα παράδειγμα fady σχετικό με λεμούριους που λέγονταν γύρω στο 1970, προέρχεται από το Ambatofinandrahana στην Επαρχία Fianarantsoa. Σύμφωνα με το fady, ένας άντρας έφερε στο σπίτι του έναν παγιδευμένο λεμούριο, ζωντανό. Τα παιδιά του ήθελαν να τον κρατήσουν ως κατοικίδιο, αλλά ο πατέρας τους είπε ότι δεν είναι ζώο του σπιτιού, και έτσι τα παιδιά ζήτησαν να τον σκοτώσουν. Αφού τον βασάνισαν, τελικά πέθανε και μετά φαγώθηκε. Λίγο καιρό μετά, όλα τα παιδιά πέθαναν από αρρώστια. Ως αποτέλεσμα αυτού ο πατέρας διακύρηξε ότι όποιος βασανίζει λεμούριους για διασκέδαση «θα καταστρέφεται και δεν θα έχει απογόνους».

Το fady δεν βοηθάει μόνο στην προστασία των λεμούριων και των δασών τους, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει στην διάκριση και την καταδίωξη αν θεωρείται ότι ένας λεμούριος φέρνει κακή τύχη, αν για παράδειγμα περάσει μέσα από μία πόλη.[56][165] Το fady δεν προστατεύει όλους τους λεμούριους ισότιμα. Για παράδειγμα, αν και το κυνήγι και το φάγωμα συγκεκριμένων ειδών μπορεί να είναι ταμπού, άλλα είδη δεν απολαμβάνουν την ίδια προστασία και συνεπώς γίνονται στόχος των ανθρώπων.[11][165] Το fady ποικίλει από χωριό σε χωριό εντός της ίδιας περιοχής.[65] Το fady ανθρώπων που μετακινούνται σε νέα χωριά ή περιοχές μπορεί να μην εφαρμόζεται στα τοπικά είδη, κάνοντάς τα έτσι διαθέσιμα για κατανάλωση. Τέλος οι περιορισμοί του fady για την κατανάλωση κρέατος λεμούριων σε καιρούς ξηρασίας και λιμού χαλαρώνουν.[56]

Το άι-άι κυνηγιέται σχεδόν σε όλη τη Μαδαγασκάρη,[74] αν και οι ιστορίες ποικίλουν από χωριό σε χωριό και από περιοχή σε περιοχή. Αν το δουν άνθρωποι μπορεί να το σκοτώσουν και να κρεμάσουν το κουφάρι του σε ένα κοντάρι κοντά σε δρόμο έξω από το χωριό ή να κάψουν το χωριό και να πάνε αλλού.[48][65] Οι ιστορίες για το fady του άι-άι περιλαμβάνουν πεποιθήσεις ότι σκοτώνει και τρώει κοτόπουλα ή ανθρώπους, ότι σκοτώνουν ανθρώπους στον ύπνο τους,[56] ότι ενσαρκώνουν προγονικά πνεύματα,[65] ή ότι προειδοποιούν για αρρώστια, θάνατο ή κακή τύχη στην οικογένεια.[47][48] Το 1970, οι κάτοικοι της περιοχής Marolambo στην Επαρχία Toamasina φοβόνταν τα άι-άι επειδή πίστευαν ότι είχαν υπερφυσικές δυνάμεις. Εξαιτίας αυτού, δεν επιτρέπονταν σε κανένα να τα χλευάζει, να τα σκοτώσει ή να τα φάει.[165]

Υπάρχει διαδεδομένο fady για τους ίντρι και τους σίφακες. Συχνά προστατεύονται από το κυνήγι και το φάγωμα επειδή μοιάζουν με ανθρώπους και τους προγόνους τους, κυρίως λόγω του μεγάλου μεγέθους τους και της όρθιας στάσης τους. Η ομοιότητα είναι ακόμα μεγαλύτερη στον ίντρι, ο οποίος δεν έχει την μακριά ουρά που έχουν οι περισσότεροι λεμούριοι.[57][75] Τοπικά είναι γνωστοί ως babakoto (πρόγονος του ανθρώπου), και συχνά θεωρούνται πρόγονοι μιας οικογένειας ή φυλής. Υπάρχουν επίσης ιστορίες για έναν ίντρι ο οποίος βοήθησε έναν άνθρωπο να κατέβει από ένα δέντρο, και έτσι θεωρούνται και ευεργέτες.[165] Άλλα fady περιλαμβάνουν την πεποίθηση ότι μία γυναίκα θα κάνει άσχημα παιδιά αν ο άντρας της σκοτώσει έναν μαλλιαρό λεμούριο, ή αν μια έγκυος φάει έναν λεμούριο νάνο, το παιδί της θα πάρει τα όμορφα στρογγυλά του μάτια.[165]

Οι λεμούριοι έγιναν δημοφιλείς στον Δυτικό Κόσμο τα πρόσφατα χρόνια. Η κινηματογραφική ταινία Μαδαγασκάρη παρακολουθήθηκε από περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους στους κινηματογράφους και 200–300 εκατομμύρια σε DVD παγκοσμίως.[55] Πριν από αυτή την ταινία, η παιδική τηλεοπτική σειρά του PBS, Zoboomafoo, από το 1999 έως το 2001,[166] βοήθησε να γίνουν δημοφιλείς οι σίφακες, καθώς εμφανίζονταν ένας σίφακας του Κοκερέλ από το Duke Lemur Center.[167] Μια σειρά είκοσι επεισοδίων προβλήθηκε ως Lemur Kingdom (στις Ηνωμένες Πολιτείες) ή Lemur Street (στο Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά) το 2008 στο Animal Planet. Η σειρά συνδύαζε το τυπικό ντοκιμαντέρ ζώων με θεατρική αφήγηση της ιστορίας δύο ομάδων λεμούριων με δακτυλιδωτή ουρά στο Ιδιωτικό Καταφύγιο Berenty.[168][169][170][171]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. mya: «Εκατομμύρια χρόνια πριν», από το αγγλικό million years ago, ισοδύναμο με την μονάδα του SI, Ma (megaanum), όταν το τελευταίο δεν αναφέρεται σε διάρκεια.
  2. sweepstakes: από την ορολογία των τυχερών παιχνιδιών και του ιπποδρόμου, αναφέρεται στο βραβείο που αποτελείται από το σύνολο των στοιχημάτων όλων των παιχτών
  3. Δεν έχουν βρεθεί κατάλοιπα ανήλικων ατόμων του Μεσοπροπίθηκου, του Μπαμπακότια, ή του Αρχαιοΐντρις ενώ λίγα είναι γνωστά για την προσωρινή οδοντοφυία του Παλαιοπροπίθηκου. Συνάγονται αναπτυξιακά μοτίβα από τους κοντυνότερους συγγενείς τους, τους ιντριίδες. [71]
  4. Στους ιντριίδες είτε ένας προσωρινός κάτω κοπτήρας είτε κάτω κυνόδοντας δεν αντικαθίσταται στη μόνιμη οδοντοστοιχία. Διαφορετικές ερμηνείες αυτού έχουν ως αποτέλεσμα διαφορετικούς οδοντικούς τύπους. Συνεπώς, ένας εναλλακτικός οδοντικός τύπος για αυτή την οικογένεια είναι .[51]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Harcourt 1990, σελίδες 7–13
  2. Linnaeus 1758, σελίδες 29–30
  3. Tattersall 1982, σελίδες 43–44
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 Garbutt 2007, σελίδες 85–86
  5. Lux, J. (2008). «What are lemures?» (PDF). Humanitas 32 (1): 7–14. http://www.xavier.edu/occ/documents/Humanitas_32.1.pdf. 
  6. Flower & Lydekker 1891, σελ. 682
  7. Nield 2007, σελ. 41
  8. Blunt & Stearn 2002, σελ. 252
  9. 9,0 9,1 Kay, R.F.; Ross, C.; Williams, B.A. (1997). «Anthropoid origins». Science 275 (5301): 797–804. doi:10.1126/science.275.5301.797. 
  10. 10,0 10,1 Gould & Sauther 2006, σελίδες vii–xiii
  11. 11,00 11,01 11,02 11,03 11,04 11,05 11,06 11,07 11,08 11,09 11,10 Sussman 2003, σελίδες 149–229
  12. 12,00 12,01 12,02 12,03 12,04 12,05 12,06 12,07 12,08 12,09 12,10 12,11 12,12 Ankel-Simons 2007, σελίδες 392–514
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 13,6 13,7 Preston-Mafham 1991, σελίδες 141–188
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 14,4 14,5 14,6 14,7 Tattersall 2006, σελίδες 3–18
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 15,4 15,5 Yoder 2003, σελίδες 1242–1247
  16. Yoder, A.D.; Yang, Z. (2004). «Divergence dates for Malagasy lemurs estimated from multiple gene loci: geological and evolutionary context». Molecular Ecology 13: 757–773. doi:10.1046/j.1365-294X.2004.02106.x. http://www.biology.duke.edu/yoderlab/reprints/2004Yoder&Yang_jme.pdf. 
  17. 17,0 17,1 17,2 Godinot, M. (2006). «Lemuriform origins as viewed from the fossil record». Folia Primatologica 77: 446–464. doi:10.1159/000095391. 
  18. Flynn & Wyss 2003, σελίδες 34–40
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 23–26
  20. Matthew, W.D. (1915). «Climate and evolution». Annals of the New York Academy of Sciences 24: 171–318. 
  21. Garbutt 2007, σελίδες 14–15
  22. Brumfiel, G. (20 January 2010). «Lemurs' wet and wild past». Nature News. doi:10.1038/news.2010.23. 
  23. 23,0 23,1 23,2 Horvath, J.E.; Weisrock, D.W.; Embry, S.L.; Fiorentino, I.; Balhoff, J.P.; Kappeler, P.; Wray, G.A.; Willard, H.F. και άλλοι. (2008). «Development and application of a phylogenomic toolkit: Resolving the evolutionary history of Madagascar's lemurs». Genome Research 18: 490. doi:10.1101/gr.7265208. http://www.biology.duke.edu/yoderlab/reprints/2008Horvath_etalGR.pdf. 
  24. Krause 2003, σελίδες 40–47
  25. 25,0 25,1 Ali, J.R.; Huber, M. (2010). «Mammalian biodiversity on Madagascar controlled by ocean currents». Nature. doi:10.1038/nature08706. Lay summary (21 January 2010). 
  26. 26,0 26,1 26,2 26,3 26,4 26,5 26,6 Sussman 2003, σελίδες 107–148
  27. 27,0 27,1 27,2 Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 89–182
  28. 28,0 28,1 28,2 28,3 Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 37–51
  29. 29,0 29,1 29,2 29,3 29,4 29,5 Godfrey, Jungers & Schwartz 2006, σελίδες 41–64
  30. Dunham, A.E.; Rudolf, V.H.W. (2009). «Evolution of sexual size monomorphism: the influence of passive mate guarding». Journal of Evolutionary Biology 22 (7): 1376–1386. doi:10.1111/j.1420-9101.2009.01768.x. Lay summary – ScienceDaily (1 August 2009). 
  31. Preston-Mafham 1991, σελίδες 10–21
  32. 32,0 32,1 32,2 Gommery, D.; Ramanivosoa, B.; Tombomiadana-Raveloson, S.; Randrianantenaina, H.; Kerloc’h, P. (2009). «A new species of giant subfossil lemur from the North-West of Madagascar (Palaeopropithecus kelyus, Primates)». Comptes Rendus Palevol 3 (5): 471–480. doi:10.1016/j.crpv.2009.02.001. Lay summary (27 May 2009). 
  33. Burney 2003, σελίδες 47–51
  34. 34,0 34,1 34,2 34,3 34,4 Sussman 2003, σελίδες 257–269
  35. Godfrey & Jungers 2003, σελίδες 1247–1252
  36. 36,0 36,1 36,2 Orlando, L.; Calvignac, S.; Schnebelen, C.; Douady, C.J.; Godfrey, L.R.; Hänni, C. (2008). «DNA from extinct giant lemurs links archaeolemurids to extant indriids». BMC Evolutionary Biology 8 (121). doi:10.1186/1471-2148-8-121. http://www.biomedcentral.com/1471-2148/8/121. 
  37. Godfrey & Jungers 2003, σελίδες 1247–1252
  38. 38,0 38,1 38,2 38,3 38,4 Rowe 1996, σελ. 27
  39. 39,0 39,1 39,2 39,3 39,4 39,5 39,6 39,7 Yoder, A.D. (2007). «Lemurs: a quick guide». Current Biology 17 (20): 866–868. http://www.biology.duke.edu/yoderlab/reprints/2007YoderCB.pdf. 
  40. Groeneveld, L.F.; Weisrock, D.W.; Rasoloarison, R.M.; Yoder, A.D.; Kappeler, P.M. (2009). «Species delimitation in lemurs: multiple genetic loci reveal low levels of species diversity in the genus Cheirogaleus». BMC Evolutionary Biology 9 (30). doi:10.1186/1471-2148-9-30. http://www.biomedcentral.com/1471-2148/9/30. Ανακτήθηκε στις 14 January 2010. 
  41. 41,0 41,1 41,2 Tattersall, I. (2007). «Madagascar's lemurs: Cryptic diversity or taxonomic inflation?». Evolutionary Anthropology 16: 12–23. doi:10.1002/evan.20126. 
  42. 42,0 42,1 42,2 42,3 Mittermeier, R.; Ganzhorn, J.; Konstant, W.; Glander, K.; Tattersall, I.; Groves, C.; Rylands, A.; Hapke, A. και άλλοι. (2008). «Lemur diversity in Madagascar». International Journal of Primatology 29 (6): 1607–1656. doi:10.1007/s10764-008-9317-y. http://www.aeecl.org/documents/28.pdf. 
  43. Karanth, P.; Rakotosamimanana, B.; Parsons, T.J.; Yoder, A.D. (2005). «Ancient DNA from giant extinct lemurs verifies single origin of Malagasy primates». Proceedings of the National Academy of Sciences 102: 5090–5095. doi:10.1073/pnas.0408354102. http://www.biology.duke.edu/yoderlab/reprints/2005Karanth_et_alPNAS.pdf. 
  44. 44,0 44,1 Groves, C. (2005). «Strepsirrhini». Στο: Wilson, D. E., & Reeder, D. M, eds, επιμ. Mammal Species of the World (3η έκδοση). Baltimore: Johns Hopkins University Press. ISBN 0-801-88221-4. http://www.bucknell.edu/msw3/browse.asp?id=12100002. 
  45. Cartmill 2010, σελίδες 10–30
  46. 46,0 46,1 46,2 46,3 Sterling & McCreless 2006, σελίδες 159–184
  47. 47,0 47,1 47,2 47,3 47,4 47,5 47,6 47,7 47,8 47,9 Ankel-Simons 2007, σελίδες 48–161
  48. 48,0 48,1 48,2 Garbutt 2007, σελίδες 205–207
  49. 49,0 49,1 Yoder, A.D.; Vilgalys, R.; Ruvolo, M. (1996). «Molecular evolutionary dynamics of cytochrome b in strepsirrhine primates: The phylogenetic significance of third-position transversions». Molecular Biology and Evolution 13 (10): 1339–1350. ISSN 0737-4038. http://www.biology.duke.edu/yoderlab/reprints/1996YoderVilgalysMBE.pdf. 
  50. Marivaux, L.; Welcomme, J.-L.; Antoine, P.-O.; Métais, G.; Baloch, I. M.; Benammi, M.; Chaimanee, Y.; Ducrocq, S. και άλλοι. (2001). «A fossil lemur from the Oligocene of Pakistan». Science 294: 587–591. doi:10.1126/science.1065257. 
  51. 51,0 51,1 51,2 51,3 51,4 51,5 51,6 Ankel-Simons 2007, σελίδες 224–283
  52. 52,0 52,1 Garbutt 2007, σελίδες 115–136
  53. 53,0 53,1 53,2 Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 209–323
  54. 54,0 54,1 Garbutt 2007, σελίδες 137–175
  55. 55,0 55,1 Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 85–88
  56. 56,0 56,1 56,2 56,3 56,4 Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  57. 57,0 57,1 57,2 57,3 57,4 Thalmann & Powzyk 2003, σελίδες 1342–1345
  58. 58,0 58,1 58,2 58,3 58,4 Ankel-Simons 2007, σελίδες 284–391
  59. 59,0 59,1 59,2 59,3 Rowe 1996, σελ. 13
  60. 60,0 60,1 Garbutt 2007, σελίδες 176–204
  61. Thalmann 2003, σελίδες 1340–1342
  62. 62,0 62,1 62,2 62,3 Thalmann & Ganzhorn 2003, σελίδες 1336–1340
  63. Nowak 1999, σελίδες 84–89
  64. 64,0 64,1 Richard 2003, σελίδες 1345–1348
  65. 65,0 65,1 65,2 65,3 65,4 Sterling 2003, σελίδες 1348–1351
  66. 66,0 66,1 Overdorff & Johnson 2003, σελίδες 1320–1324
  67. Braune, P.; Schmidt, S.; Zimmermann, E. (2008). «Acoustic divergence in the communication of cryptic species of nocturnal primates (Microcebus ssp.. BMC Biology 6 (19). doi:10.1186/1741-7007-6-19. http://www.biomedcentral.com/content/pdf/1741-7007-6-19.pdf. Lay summary – ScienceDaily (14 May 2008). 
  68. 68,0 68,1 Lamberton, C. (1938). «Dentition de lait de quelques le´muriens subfossiles malgaches». Mammalia 2: 57–80. 
  69. Mittermeier και άλλοι 1994, σελίδες 33–48
  70. 70,0 70,1 Godfrey & Jungers 2002, σελίδες 108–110
  71. Godfrey, Petto & Sutherland 2001, σελίδες 113–157
  72. 72,0 72,1 72,2 72,3 72,4 72,5 72,6 72,7 72,8 Cuozzo & Yamashita 2006, σελίδες 67–96
  73. 73,0 73,1 Powzyk & Mowry 2006, σελίδες 353–368
  74. 74,0 74,1 74,2 Simons, E.L.; Meyers, D.M. (2001). «Folklore and beliefs about the Aye aye (Daubentonia madagascariensis. Lemur News 6: 11–16. ISSN 0343-3528. http://www.primate-sg.org/PDF/LN6.pdf. Ανακτήθηκε στις 2 February 2010. 
  75. 75,0 75,1 Irwin 2006, σελίδες 305–326
  76. Ankel-Simons 2007, σελίδες 206–223
  77. 77,0 77,1 Ankel-Simons 2007, σελίδες 162–205
  78. Ankel-Simons 2007, σελίδες 521–532
  79. 79,0 79,1 Ross & Kay 2004, σελίδες 3–41
  80. 80,0 80,1 Bolwig, N. (1959). «Observations and thoughts on the evolution of facial mimic». Koedoe – African Protected Area Conservation and Science 2 (1): 60–69. http://koedoe.co.za/index.php/koedoe/article/view/854. 
  81. 81,0 81,1 81,2 81,3 Kirk & Kay 2004, σελίδες 539–602
  82. Jolly 2003, σελίδες 1329–1331
  83. 83,0 83,1 83,2 83,3 Schmid & Stephenson 2003, σελίδες 1198–1203
  84. Nowak 1999, σελίδες 65–71
  85. Fietz 2003, σελίδες 1307–1309
  86. 86,0 86,1 86,2 86,3 86,4 86,5 86,6 86,7 Birkinshaw & Colquhoun 2003, σελίδες 1207–1220
  87. Wright 2006, σελίδες 385–402
  88. Nakajima, Y.; Shantha, T.R.; Bourne, G.H. (1969). «Histochemical detection of l-gulonolactone: phenazine methosulfate oxidoreductase activity in several mammals with special reference to synthesis of vitamin C in primates». Histochemistry and Cell Biology 18 (4): 293–301. doi:10.1007/BF00279880. 
  89. Williams, C.V.; Campbell, J.L.; Glenn, K.M. (2006). «Comparison of serum iron, total iron binding capacity, ferritin, and percent transferrin saturation in nine species of apparently healthy captive lemurs». American Journal of Primatology 68: 1–13. doi:10.1002/ajp.20237. 
  90. Glenn, K.M.; Campbell, J.L.; Botstein, D.; Williams, C.V. (2006). «Retrospective evaluation of the incidence and severity of hemosiderosis in a large captive lemur population». American Journal of Primatology 68: 369–381. doi:10.1002/ajp.20231. 
  91. Sussman 2003, σελίδες 149–229
  92. Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  93. Sussman 2003, σελίδες 149–229
  94. Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  95. Sussman 2003, σελίδες 149–229
  96. Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  97. Sussman 2003, σελίδες 149–229
  98. Jolly & Sussman 2006, σελίδες 19–40
  99. Mittermeier και άλλοι 2006
  100. Jolly & Sussman 2006, σελίδες 19–40
  101. Mittermeier και άλλοι 2006
  102. Sussman 2003, σελίδες 149–229
  103. Jolly & Sussman 2006, σελίδες 19–40
  104. Mittermeier και άλλοι 2006
  105. Garbutt 2007, σελίδες 85–86
  106. Mittermeier και άλλοι 2006
  107. Sussman 2003, σελίδες 257–269
  108. Wright 2006, σελίδες 385–402
  109. Harcourt 1990, σελίδες 7–13
  110. Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 52–84
  111. Mittermeier, Konstant & Rylands 2003, σελίδες 1538–1543
  112. Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  113. Burney 2003, σελίδες 47–51
  114. Godfrey & Jungers 2003, σελίδες 1247–1252
  115. Mittermeier, R.A.; Wallis, J.; Rylands, A.B. και άλλοι., επιμ. (2009) (PDF). Primates in Peril: The World's 25 Most Endangered Primates 2008–2010. Illustrated by S.D. Nash. IUCN/SSC Primate Specialist Group, International Primatological Society, and Conservation International, σελ. 1–92. ISBN 978-1-934151-34-1. http://www.primate-sg.org/PDF/Primates.in.Peril.2008-2010.pdf. 
  116. 116,0 116,1 116,2 «Country brief: Madagascar». eStandardsForum. 1 December 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 26 December 2010. Ανακτήθηκε στις 29 January 2010.  Εξωτερικός σύνδεσμος στο |publisher= (βοήθεια)
  117. 117,0 117,1 117,2 World Wildlife Fund (14 June 2008). «Monumental debt-for-nature swap provides $20 million to protect biodiversity in Madagascar». ScienceDaily. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 December 2010. Ανακτήθηκε στις 2 September 2009. 
  118. Sussman 2003, σελίδες 257–269
  119. Mittermeier, Konstant & Rylands 2003, σελίδες 1538–1543
  120. Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 52–84
  121. Mittermeier, Konstant & Rylands 2003, σελίδες 1538–1543
  122. Burney 2003, σελίδες 47–51
  123. Sussman 2003, σελίδες 257–269
  124. Sussman 2003, σελίδες 257–269
  125. Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 15–17
  126. Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 52–84
  127. Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 15–17
  128. Mittermeier, Konstant & Rylands 2003, σελίδες 1538–1543
  129. Sussman 2003, σελίδες 257–269
  130. Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  131. Wright 2006, σελίδες 385–402
  132. Ganzhorn, Goodman & Dehgan 2003, σελίδες 1228–1234
  133. Junge & Sauther 2006, σελίδες 423–440
  134. Wright 2006, σελίδες 385–402
  135. Ratsimbazafy 2006, σελίδες 403–422
  136. Garbutt 2007, σελίδες 85–86
  137. Mittermeier και άλλοι 2006
  138. 2010Butler
  139. Simons 1997, σελίδες 142–166
  140. Sussman 2003, σελίδες 149–229
  141. Mittermeier και άλλοι 2006
  142. Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  143. Harcourt 1990, σελίδες 7–13
  144. Simons 1997, σελίδες 142–166
  145. Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  146. Garbutt 2007, σελίδες 85–86
  147. Harcourt 1990, σελίδες 7–13
  148. Goodman, Ganzhorn & Rakotondravony 2003, σελίδες 1159–1186
  149. Simons 1997, σελίδες 142–166
  150. Schuurman, Derek (June 2009). «Illegal logging in Madagascar». Traffic Bulletin 22 (2): 49. http://www.traffic.org/traffic-bulletin/traffic_pub_bulletin_22_2.pdf. 
  151. Ankel-Simons 2007, σελίδες 48–161
  152. Mittermeier και άλλοι 2006
  153. Rowe 1996, σελ. 46
  154. Mittermeier και άλλοι 2006
  155. Harcourt 1990, σελίδες 7–13
  156. Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 52–84
  157. Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 52–84
  158. Wright & Andriamihaja 2003, σελίδες 1485–1488
  159. 159,0 159,1 159,2 159,3 Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 52–84
  160. 160,0 160,1 Mittermeier, Konstant & Rylands 2003, σελίδες 1538–1543
  161. Mittermeier, Konstant & Rylands 2003, σελίδες 1538–1543
  162. 162,0 162,1 Sargent & Anderson 2003, σελίδες 1543–1545
  163. Britt και άλλοι 2003, σελίδες 1545–1551
  164. Mittermeier και άλλοι 2006, σελίδες 15–17
  165. 165,0 165,1 165,2 165,3 165,4 165,5 Ruud 1970, σελίδες 97–101
  166. Barnes, D. (October 21, 2001). «Fun in the sun with lemurs». The Washington Times. 
  167. Jacobson, Louis (March 30, 2004). «Looking for lemurs». USA Today. http://www.usatoday.com/travel/columnist/guest-columns/2004-03-30-jacobson_x.htm. Ανακτήθηκε στις April 5, 2010. 
  168. Huff, R. (February 8, 2008). «Tonight». New York Daily News: σελ. 122. 
  169. «Highlights». The Washington Post: σελ. C04. February 8, 2008. 
  170. «Madagascar; country's unknown creatures on DSTV». Africa News. December 28, 2007. 
  171. Walmark, H. (February 8, 2008). «Critic's choice: Lemur Street». The Globe and Mail: σελ. R37. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ankel-Simons, F. (2007). Primate Anatomy (3η έκδοση). Academic Press. ISBN 0-12-372576-3. 
  • Garbutt, N. (2007). Mammals of Madagascar, A Complete Guide. A&C Black Publishers. ISBN 978-0-300-12550-4. 
  • Goodman, S.M.. Benstead, J.P., επιμ. (2003). The Natural History of Madagascar. University of Chicago Press. ISBN 0-226-30306-3. 
Κεφάλαιο 2 – Geology and Soils
  • Flynn, J.J.. Wyss, A.R. (2003). «Mesozoic Terrestrial Vertebrate Faunas: The Early History of Madagascar's Vertebrate Diversity», σελ. 34–40. 
  • Krause, D.W. (2003). «Late Cretaceous Vertebrates of Madagascar: A Window into Gondwanan Biogeography at the End of the Age of Dinosaurs», σελ. 40–47. 
  • Burney, D.A. (2003). «Madagascar's Prehistoric Ecosystems», σελ. 47–51. 
Κεφάλαιο 13 – Mammals
  • Goodman, S.M.. Ganzhorn, J.U.. Rakotondravony, D. (2003). «Introduction to the Mammals», σελ. 1159–1186. 
  • Schmid, J.. Stephenson, P.J. (2003). «Physiological Adaptations of Malagasy Mammals: Lemurs and Tenrecs Compared», σελ. 1198–1203. 
  • Birkinshaw, C.R.. Colquhoun, I.C. (2003). «Lemur Food Plants», σελ. 1207–1220. 
  • Goodman, S.M. (2003). «Predation on Lemurs», σελ. 1221–1228. 
  • Ganzhorn, J. U.. Goodman, S. M.. Dehgan, A. (2003). «Effects of Forest Fragmentation on Small Mammals and Lemurs», σελ. 1228–1234. 
  • Yoder, A.D. (2003). «Phylogeny of the Lemurs», σελ. 1242–1247. 
  • Godfrey, L.R.. Jungers, W.L. (2003). «Subfossil Lemurs», σελ. 1247–1252. 
  • Fietz, J. (2003). «Priamtes: Cheirogaleus, Dwarf Lemurs or Fat-tailed Lemurs», σελ. 1307–1309. 
  • Kappeler, P.M.. Rasoloarison, R.M. (2003). «Microcebus, Mouse Lemurs, Tsidy», σελ. 1310–1315. 
  • Overdorff, D.J.. Johnson, S. (2003). «Eulemur, True Lemurs», σελ. 1320–1324. 
  • Mutschler, T.. Tan, C.L. (2003). «Hapalemur, Bamboo or Gentle Lemur», σελ. 1324–1329. 
  • Jolly, A. (2003). «Lemur catta, Ring-tailed Lemur», σελ. 1329–1331. 
  • Vasey, N. (2003). «Varecia, Ruffed Lemurs», σελ. 1332–1336. 
  • Thalmann, U.. Ganzhorn, J.U. (2003). «Lepilemur, Sportive Lemur», σελ. 1336–1340. 
  • Thalmann, U. (2003). «Avahi, Woolly Lemurs», σελ. 1340–1342. 
  • Thalmann, U.. Powzyk, J. (2003). «Indri indri, Indri», σελ. 1342–1345. 
  • Richard, A. (2003). «Propithecus, Sifakas», σελ. 1345–1348. 
  • Sterling, E. (2003). «Daubentonia madagascariensis, Aye-aye», σελ. 1348–1351. 
Κεφάλαιο 14 – Conservation
  • Wright, P.C.. Andriamihaja, B. (2003). «The conservation value of long-term research: a case study from the Parc National de Ranomafana», σελ. 1485–1488. 
  • Mittermeier, R.A.. Konstant, W.R.. Rylands, A.B. (2003). «Lemur Conservation», σελ. 1538–1543. 
  • Sargent, E.L.. Anderson, D. (2003). «The Madagascar Fauna Group», σελ. 1543–1545. 
  • Britt, A.. Iambana, B.R.. Welch, C.R.. Katz, A.S. (2003). «Restocking of Varecia variegata variegata in the Réserve Naturelle Intégrale de Betampona», σελ. 1545–1551. 
  • Goodman, S.M.. Patterson, B.D., επιμ. (1997). Natural Change and Human Impact in Madagascar. Smithsonian Institution Press. ISBN 978-1560986829. 
  • Simons, E.L. (1997). «Chapter 6: Lemurs: Old and New», σελ. 142–166. 
  • Gould, L.. Sauther, M.L. (2006). «Preface». Lemurs: Ecology and Adaptation, σελ. vii–xiii. 
  • Tattersall, I. (2006). «Chapter 1: Origin of the Malagasy Strepsirhine Primates». Lemurs: Ecology and Adaptation, σελ. 3–18. 
  • Jolly, A.. Sussman, R.W. (2006). «Chapter 2: Notes on the History of Ecological Studies of Malagasy Lemurs», σελ. 19–40. 
  • Godfrey, L.R.. Jungers, W.L.. Schwartz, G.T. (2006). «Chapter 3: Ecology and Extinction of Madagascar's Subfossil Lemurs», σελ. 41–64. 
  • Cuozzo, F.P.. Yamashita, N. (2006). «Chapter 4: Impact of Ecology on the Teeth of Extant Lemurs: A Review of Dental Adaptations, Function, and Life History», σελ. 67–96. 
  • Fietz, J.. Dausmann, K.H. (2006). «Chapter 5: Big Is Beautiful: Fat Storage and Hibernation as a Strategy to Cope with Marked Seasonality in the Fat-Tailed Dwarf Lemur (Cheirogaleus medius)», σελ. 97–110. 
  • Freed, B.Z. (2006). «Chapter 6: Polyspecific Associations of Crowned Lemurs and Sanford's Lemurs in Madagascar», σελ. 111–132. 
  • Curtis, D.J. (2006). «Chapter 7: Cathemerality in Lemurs», σελ. 133–158. 
  • Sterling, E.J.. McCreless, E.E. (2006). «Chapter 8: Adaptations in the Aye-aye: A Review». Lemurs: Ecology and Adaptation, σελ. 159–184. 
  • Johnson, S.E. (2006). «Chapter 9: Evolutionary Divergence in the Brown Lemur Species Complex», σελ. 187–210. 
  • Irwin, M.T. (2006). «Chapter 14: Ecologically Enigmatic Lemurs: The Sifakas of the Eastern Forests (Propithecus candidus, P. diadema, P. edwardsi, P. perrieri, and P. tattersalli)», σελ. 305–326. 
  • Powzyk, J.A.. Mowry, C.B. (2006). «Chapter 16: The Feeding Ecology and Related Adaptations of Indri indri», σελ. 353–368. 
  • Tan, C.L. (2006). «Chapter 17: Behavior and Ecology of Gentle Lemurs (Genus Hapalemur)», σελ. 369–382. 
  • Wright, P.C. (2006). «Chapter 18: Considering Climate Change Effects in Lemur Ecology», σελ. 385–402. 
  • Ratsimbazafy, J. (2006). «Chapter 19: Diet Composition, Foraging, and Feeding Behavior in Relation to Habitat Disturbance: Implications for the Adaptability of Ruffed Lemurs (Varecia variegata editorium) in Manombo Forest, Madagascar», σελ. 403–422. 
  • Junge, R.E.. Sauther, M. (2006). «Chapter 20: Overview on the Health and Disease Ecology of Wild Lemurs: Conservation Implications», σελ. 423–440. 
  • Gursky, K.A.I.. Nekaris, S.L., επιμ. (2009). Primate Anti-Predator Strategies. Springer. ISBN 978-1441941909. 
  • Harcourt, C. (1990). «Introduction». Στο: Thornback, J., επιμ. Lemurs of Madagascar and the Comoros: The IUCN Red Data Book. World Conservation Union. ISBN 978-2880329570. 
  • Hartwig, W.C., επιμ. (2002). The primate fossil record. Cambridge University Press. ISBN 978-0521663151. 
  • Godfrey, L.R.. Jungers, W.L. (2002). «Chapter 7: Quaternary fossil lemurs», σελ. 108–110. 
  • Jolly, A. (1966). Lemur Behavior. Chicago: University of Chicago Press. ISBN 978-0226405520. 
  • Mittermeier, R.A.. Tattersall, I.. Konstant, W.R.. Meyers, D.M.. Mast, R.B. (1994). Lemurs of Madagascar. Illustrated by S.D. Nash (1η έκδοση). Conservation International. ISBN 1-881173-08-9. 
  • Mittermeier, R.A.. Konstant, W.R.. Hawkins, F.. Louis, E.E.. Langrand, O.. Ratsimbazafy, J.. Rasoloarison, R.. Ganzhorn, J.U. και άλλοι. (2006). Lemurs of Madagascar. Illustrated by S.D. Nash (2η έκδοση). Conservation International. ISBN 1-881173-88-7. 
  • Nowak, R.M. (1999). Walker's Mammals of the World (6th έκδοση). Johns Hopkins University Press. ISBN 0801857899. 
  • Plavcan, J.M.. Kay, R.. Jungers, W.L. και άλλοι., επιμ. (2001). Reconstructing behavior in the primate fossil record. Springer. ISBN 978-0306466045. 
  • Godfrey, L.R.. Petto, A.J.. Sutherland, M.R. (2001). «Chapter 4: Dental ontogeny and life history strategies: The case of the giant extinct indroids of Madagascar», σελ. 113–157. 
  • Preston-Mafham, K. (1991). Madagascar: A Natural History. Facts on File. ISBN 978-0816024032. 
  • Ross, C.F.. Kay, R.F., επιμ. (2004). Anthropoid Origins: New Visions (2η έκδοση). Springer. ISBN 978-0306481208. 
  • Ross, C.F.. Kay, R.F. (2004). «Chapter 1: Evolving Perspectives on Anthropoidea», σελ. 3–41. 
  • Kirk, C.E.. Kay, R.F. (2004). «Chapter 22: The Evolution of High Visual Acuity in the Anthropoidea», σελ. 539–602. 
  • Rowe, N. (1996). The Pictorial Guide to the Living Primates. Pogonias Press. ISBN 978-0964882515. 
  • Ruud, J. (1970). Taboo: A Study of Malagasy Customs and Beliefs (2η έκδοση). Oslo University Press. ASIN B0006FE92Y. 
  • Sussman, R.W. (2003). Primate Ecology and Social Structure. Pearson Custom Publishing. ISBN 978-0536743633. 
  • Tattersall, I. (1982). «The Living Species of Malagasy Primates». The Primates of Madagascar. Columbia University Press. ISBN 0-231-04704-5. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Lemur της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Κατηγορία:Πρωτεύοντα

ar:ليمور bg:Лемури bs:Lemur ca:Lemuriforme de:Lemuren en:Lemur es:Lémur fr:Lemuriformes ko:여우원숭이 id:Lemur io:Lemuriano it:Lemuriformes lv:Lemuri hu:Makifélék mg:Maky nl:Lemuren ja:キツネザル科 no:Lemurer pl:Lemurokształtne pt:Lêmure ru:Лемурообразные simple:Lemur sv:Lemurer ta:லெமூர் th:ลีเมอร์ tr:Lemur uk:Лемур zh:狐猴