Χουτζούμ

Ο όρος χουτζούμ (ρωσικά: Худжум/Khudžum, αραβικά: هجوم, μτφ. «επίθεση») αναφέρεται σε μια ευρεία εκστρατεία, την οποία ανέλαβε το Κομουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης, για την εξάλειψη όλων των εκδηλώσεων ανισότητας μεταξύ των φύλων εντός των Δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας. Ξεκινώντας από τη σταλινική εποχή, στόχευε ιδιαίτερα τις επικρατούσες πρακτικές μεταξύ των μουσουλμάνων, όπως η γυναικεία απομόνωση από την κοινωνία, οι πρακτικές κάλυψης του γυναικείου προσώπου και σώματος και η πρακτική του να κληρονομούνται οι γυναίκες ως ιδιοκτησία μετά το θάνατο των συζύγων τους. [1]
Ενώ συχνά συμβολιζόταν με την καύση των πέπλων, που φορούσαν οι μουσουλμάνες, η αφαίρεση των πρακτικών κάλυψης δεν ήταν ο μοναδικός στόχος της εκστρατείας. Το Κόμμα άρχισε να τονίζει ξανά το μήνυμά του για την απελευθέρωση των γυναικών μέσα στην ταξική συνείδηση. Καταργώντας τα κοινωνικά πρότυπα της Κεντρικής Ασίας και προαναγγέλλοντας την απελευθέρωση των γυναικών, οι Σοβιετικοί πίστευαν ότι μπορούσαν να ανοίξουν το δρόμο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ο σκοπός της εκστρατείας ήταν να αλλάξει γρήγορα τη ζωή των γυναικών στις μουσουλμανικές κοινωνίες, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στη δημόσια ζωή, την επίσημη απασχόληση, την εκπαίδευση και τελικά την ένταξη στο Κομουνιστικό Κόμμα. Αρχικά σχεδιάστηκε για να επιβάλει νόμους, οι οποίοι έδιναν ισότητα στις γυναίκες στις πατριαρχικές κοινωνίες, δημιουργώντας προγράμματα αλφαβητισμού και φέρνοντας τις γυναίκες στο εργατικό δυναμικό.
Η εκστρατεία ξεκίνησε την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας στις 8 Μαρτίου 1927. Ήταν μια αλλαγή από τις προηγούμενες πολιτικές, που ίσχυαν υπό τους Μπολσεβίκους, οι οποίοι έδιναν προτεραιότητα στην απεριόριστη θρησκευτική ελευθερία για τους κατοίκους της Κεντρικής Ασίας. Σε αντίθεση με το πώς παρουσιάστηκε στον πληθυσμό, το Χουτζούμ θεωρήθηκε από τους Μουσουλμάνους ως μια εκστρατεία, μέσω της οποίας οι ξένοι (δηλαδή οι Σλάβοι) προσπαθούσαν να επιβάλουν τις πολιτιστικές τους αξίες στα αυτόχθονα τουρκικά φύλα. Έτσι, το πέπλο έγινε ακούσια δείκτης πολιτιστικής ταυτότητας. Το να φοριέται έγινε πράξη φιλο-ισλαμικής πολιτικής περιφρόνησης, καθώς και ένδειξη υποστήριξης στον εθνοτικό εθνικισμό. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η εκστρατεία στέφθηκε με επιτυχία: το ποσοστό της γυναικείας παιδείας αυξήθηκε, ενώ η πολυγαμία, οι δολοφονίες τιμής, οι γάμοι παιδιών και οι πρακτικές κάλυψης μειώθηκαν: ήταν σπάνιες τη δεκαετία του '50 στη Σοβιετική Κεντρική Ασία και το ίδιο συνέβη στο Αφγανιστάν μέχρι τη δεκαετία του '60 (αν και έγιναν ξανά δημοφιλή στο Αφγανιστάν μετά την πτώση της κομουνιστικής κοσμικής κυβέρνησης τη δεκαετία του '80 και την άνοδο των ισλαμιστών). [2] [3]
Προσοβιετικές παραδόσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το πέπλο στην Κεντρική Ασία σχετιζόταν περίπλοκα με την τάξη, την εθνικότητα και τη θρησκευτική πρακτική. Πριν από τη σοβιετική κυριαρχία, οι νομάδες Καζάκες, Κιργίζιες και Τουρκμένιες χρησιμοποιούσαν ένα γιασμάκ, ένα πέπλο που κάλυπτε μόνο το στόμα[4]. Το γιασμάκ εφαρμοζόταν παρουσία πρεσβύτερων και είχε τις ρίζες του σε μεσογειακά και δυτικοασιατικά έθιμα (βλ. νάμους).
Οι Τάταροι, που μετανάστευσαν από τη Ρωσία, δεν χρησιμοποιούσαν πέπλο[5]. Αν και μουσουλμάνοι, ήταν υπό ρωσική κυριαρχία από τον 16ο αιώνα και ήταν από πολλές απόψεις άνθρωποι της μεσαίας και ανώτερης τάξης. Μόνο οι εγκατεστημένοι Ουζμπέκοι, Τατζίκοι και λαοί του Καυκάσου είχαν αυστηρές πρακτικές κάλυψης, τις οποίες υποτίθεται ότι ξεκίνησαν ο Ταμερλάνος και οι Μογγόλοι[6]. Ακόμη και σε αυτόν τον πληθυσμό, το πέπλο εξαρτιόταν από την κοινωνική τάξη και την τοποθεσία. Αστές καλύπτονταν με πέπλο προσώπου και πέπλο σώματος, αν και το κόστος του πέπλου εμπόδιζε τις φτωχότερες γυναίκες να το χρησιμοποιήσουν[7]. Οι Ουζμπέκες της υπαίθρου, εν τω μεταξύ, φορούσαν ένα τσοπάν, μια μακριά ρόμπα που μπορούσε να τραβηχτεί προς τα πάνω για να καλύψει το στόμα παρουσία ανδρών. [8]
Παραδοσιακός πολιτισμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η προσοβιετική κουλτούρα και η θρησκεία της Κεντρικής Ασίας προώθησαν τη γυναικεία απομόνωση. Τα πολιτιστικά ήθη καταδίκασαν σθεναρά την μη χρήση πέπλου, καθώς θεωρούνταν ότι οδηγούσε σε προγαμιαία ή μοιχική σεξουαλική επαφή, μια βαθιά απειλή για τις αντιλήψεις της Κεντρικής Ασίας για την οικογενειακή τιμή[9]. Πολλοί μουλάδες θεωρούσαν επίσης το ολόσωμο πέπλο ισλαμικό και διαμαρτύρονταν έντονα για κάθε προσπάθεια αλλοίωσής του. Η απομόνωση των γυναικών στα σπίτια ενθαρρύνθηκε για τους ίδιους λόγους, αν και η απομόνωση στο σπίτι ήταν πολύ πιο καταπιεστική. Τα γυναικεία και ανδρικά δωμάτια ήταν χωριστά και δεν επιτρεπόταν παρουσία γυναικών ενώπιον ανδρών μη συγγενών[10]. Οι γυναίκες από πλούσιες οικογένειες ήταν οι πιο απομονωμένες, καθώς η οικογένεια μπορούσε να αντέξει οικονομικά να χτίσει πολλά δωμάτια και να προσλάβει υπηρέτες, αφαιρώντας την ανάγκη να εγκαταλείψουν το σπίτι. Η παραδοσιακή οικιστική κοινωνία ενθάρρυνε την απομόνωση ως τρόπο προστασίας της οικογενειακής τιμής, ως θρησκευτικά απαραίτητο, και ως τρόπο διεκδίκησης της ανωτερότητας των ανδρών έναντι των γυναικών.
Οι Τζαντίντ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ενάντια στις παραδοσιακές πρακτικές στάθηκαν οι Τζαντίντ, ελίτ της Κεντρικής Ασίας, των οποίων η υποστήριξη για την εκπαίδευση των γυναικών θα βοηθούσε στην μη χρήση πέπλου κατά την σοβιετική εποχή. Οι Τζαντίντ προέρχονταν κυρίως από τις ανώτερες τάξεις των εγκατεστημένων Ουζμπέκων, την τάξη στην οποία η κάλυψη και η απομόνωση ήταν πιο διαδεδομένες. Πολύ λίγοι ενδιαφέρθηκαν να απαγορεύσουν το πέπλο[11]. Ωστόσο, ο εθνικισμός των Τζαντίντ προώθησε την εκπαίδευση για τις γυναίκες πιστεύοντας ότι μόνο μορφωμένες γυναίκες μπορούσαν να μεγαλώσουν δυνατά παιδιά[12]. Οι γυναίκες συγγενείς των Τζαντίντ λάμβαναν καλή εκπαίδευση και συνέχιζαν να αποτελούν τον πυρήνα του φεμινισμού της σοβιετικής εποχής. Η ελίτ φύση του κινήματος, ωστόσο, περιόρισε την εκπαιδευτική πρωτοβουλία στην ανώτερη τάξη. Παρά την περιορισμένη εμβέλεια και τους μέτριους στόχους των Τζαντίντ, οι μουλάδες επέκριναν σκληρά τους Τζαντίντ[13]. Οι μουλάδες πίστευαν ότι η εκπαίδευση θα οδηγούσε στην μη χρήση πέπλου και σε επακόλουθη ανηθικότητα, μια άποψη που συμμερίζονταν οι περισσότεροι μη Τζαντίντ. Οι Τζαντίντ προετοίμασαν το έδαφος για τα δικαιώματα των γυναικών στη σοβιετική εποχή, αλλά δεν κατάφεραν ελάχιστα έξω από τον δικό τους κύκλο.
Τσαρική κυριαρχία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1860, η τσαρική κατάκτηση της Κεντρικής Ασίας αύξησε τον αριθμό όσων χρησιμοποιούσαν πέπλο. Η Ρωσία κυβερνούσε την Κεντρική Ασία ως μια μονάδα ονόματι «Τουρκεστάν», αν και ορισμένες ζώνες διατήρησαν την εσωτερική κυριαρχία[14]. Η τσαρική κυβέρνηση, ενώ ήταν επικριτική με το πέπλο, κράτησε χωριστούς νόμους για τους Ρώσους και τους Κεντροασιάτες, προκειμένου να διευκολύνει μια ειρηνική, οικονομικά προσοδοφόρα αυτοκρατορία[15]. Χωριστοί νόμοι επέτρεπαν την πορνεία στις ρωσικές ζώνες ενθαρρύνοντας το πέπλο ως ξεκάθαρο τρόπο για τις γυναίκες της Κεντρικής Ασίας να διατηρήσουν την τιμή τους[16]. Η ρωσική κατάκτηση έφερε επίσης πλούτο και, στη συνέχεια, περισσότερη συμμετοχή στο χατζ. Η συμμετοχή στο Χατζ πυροδότησε μια άνοδο στη θρησκευτική τελετή και στις δημόσιες εκδηλώσεις ευσέβειας μέσω του πέπλου. Έτσι, ο τσαρικός έλεγχος χρησίμευσε κυρίως για να αυξήσει έμμεσα τη χρήση του πέπλου.
Ο ρωσικός έλεγχος άλλαξε τη στάση της Κεντρικής Ασίας απέναντι στο πέπλο ενθαρρύνοντας τη μετανάστευση των Τατάρων. Οι Τάταροι είχαν περάσει αιώνες υπό ρωσική κυριαρχία και είχαν υιοθετήσει πολλά ευρωπαϊκά έθιμα, συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από το πέπλο. Ως τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι, είχαν επίσης μια μοναδική ενασχόληση με τη ζωή της Κεντρικής Ασίας[17]. Αντιμέτωπες με αυτή τη σύνθεση ισλαμικής και δυτικής πρακτικής, οι γυναίκες της Κεντρικής Ασίας άρχισαν να αμφισβητούν, αν όχι ξεκάθαρα να τίθενται εναντίον της χρήσης του πέπλου. Ανοίγοντας την κοινωνία της Κεντρικής Ασίας στη μετανάστευση των Τατάρων, οι Ρώσοι επέτρεψαν τη διάδοση ιδεών, οι οποίες έρχονταν σε σύγκρουση με τα παραδοσιακά ήθη της Κεντρικής Ασίας.
Σοβιετικές πολιτικές προ-Χουτζούμ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αν και η κομουνιστική επανάσταση υποσχέθηκε να επαναπροσδιορίσει το φύλο, η σοβιετική κυριαρχία μέχρι το 1924 ελάχιστα άλλαξε το καθεστώς των γυναικών στην Κεντρική Ασία. Από το 1918 έως το 1922 τα σοβιετικά στρατεύματα πολέμησαν εναντίον των αναγεννημένων Χανάτων, των ανταρτών και των τσαρικών στρατών[18]. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το Τσαρικό Τουρκεστάν μετονομάστηκε σε Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Τουρκεστάν[19]. Ο αρχικός κεντρικός έλεγχος ήταν τόσο αδύναμος που οι Τζαντίντ, ενεργώντας υπό την κομουνιστική σημαία, παρείχαν τη διοικητική και άρχουσα τάξη[20]. Οι Τζαντίντ νομοθέτησαν κατά της πολυγαμίας, της σαρία και της προίκας, αλλά δεν εφάρμοσαν αυτές τις αποφάσεις. Το πέπλο παρέμεινε αδιευκρίνιστο[21]. Η Μόσχα δεν πίεσε την υπόθεση. Ενδιαφερόταν περισσότερο για την αναβίωση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο Κεντρικής Ασίας παρά για την αλλαγή των πολιτιστικών κανόνων. Νωρίτερα, οι σοβιετικές πολιτικές υπέρ της εθνικότητας ενθάρρυναν τη χρήση πέπλου ως ένδειξη εθνοτικής διαφοράς μεταξύ Τουρκμένων και Ουζμπέκων. [22]
Αυτή την εποχή, επίσης, οι μουλάδες διχάστηκαν σταδιακά για τα δικαιώματα των γυναικών[23]. Πολλοί συνέχισαν να αποδοκιμάζουν τις φιλελεύθερες αποφάσεις της ΕΣΣΔ, ενώ άλλοι θεώρησαν ότι τα δικαιώματα των γυναικών είναι απαραίτητα, προκειμένου να παραμείνουν σε συγχρονισμό με την τρέχουσα πραγματικότητα. Ενώ οι Σοβιετικοί ενδιαφέρονταν ιδεολογικά για τα δικαιώματα των γυναικών, η τοπική αστάθεια εμπόδιζε τολμηρές πολιτικές ή την εφαρμογή.
Το 1924 ξεκίνησε μια περιορισμένη εκστρατεία κατά του πέπλου. Σύμφωνα με τη σοβιετική πολιτική υπέρ της εθνικότητας, η Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Τουρκεστάν χωρίστηκε σε πέντε δημοκρατίες: Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, Κιργιζιστάν και Τατζικιστάν[24]. Οι Σοβιετικοί εκμεταλλεύτηκαν επίσης αυτό το χρόνο για να εκκαθαρίσουν τους Τζαντίντ από την κυβέρνηση είτε μέσω εκτέλεσης είτε εξορίας[25]. Η σοβιετική κυριαρχία ενθάρρυνε την ίδρυση του Γυναικείου Τμήματος κατά της κάλυψης, ή Zhenotdel. Λίγες παντρεμένες γυναίκες προσχώρησαν, καθώς η άμεση κοινότητά τους καταδίκαζε έντονα την μη χρήση πέπλου. Κατά συνέπεια, οι εργάτριές του ήταν συνήθως μορφωμένες ή χήρες Τζαντίντ.
Η κρατική πολιτική, που λειτουργούσε μέσω του Γυναικείου Τμήματος ενθάρρυνε την μη χρήση πέπλου μέσω ιδιωτικής πρωτοβουλίας και όχι με κρατική μαζική καθοδήγηση. Ιστορίες που γράφτηκαν από ακτιβίστριες συγγραφείς ενθάρρυναν την παύση του πέπλου και τόνιζαν ότι οι γυναίκες δεν υποβαθμίζονταν ηθικά από την απόφαση να το σταματήσουν. Αυτές οι ιστορίες είχαν στόχο χήρες και εξαθλιωμένες γυναίκες, καθώς είχαν τα λιγότερα να χάσουν. Παρά τις προσπάθειες, λίγες γυναίκες επέλεξαν να σταματήσουν να φορούν πέπλο: είχαν συνήθως Τζαντίντ ή κομμουνιστικές οικογένειες. Ενώ μερικές γυναίκες δε φορούσαν πέπλο κατά τη διάρκεια ταξιδιών στη Ρωσία, το ξαναχρησιμοποιούσαν, όταν επέστρεφαν στην Κεντρική Ασία.
Σε σύγκριση με τις αστικές πρακτικές κάλυψης, το γιασμάκ των νομάδων γυναικών κάλυπτε σχετικά λίγο και εφαρμοζόταν μόνο παρουσία πρεσβυτέρων. Οι σοβιετικές Αρχές το θεώρησαν αυτό ως απόδειξη της ελευθερίας των γυναικών και επαίνεσαν τα νομαδικά πρότυπα φύλου[26]. Τα δικαιώματα των γυναικών, ωστόσο, εξακολουθούσαν να περιορίζονται στη νομαδική κουλτούρα. Οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα διαζυγίου, είχαν λιγότερα κληρονομικά δικαιώματα και γενικά βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των ανδρικών αποφάσεων. Ενώ το Γυναικείο Τμήμα προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το γιασμάκ ως ένα κάλεσμα συγκέντρωσης για τα δικαιώματα των γυναικών, η χαμηλή συμβολική έκκλησή του εμπόδισε την αλλαγή. Η μετά-Τζαντίντ κυβέρνηση, πιο ρητά κομμουνιστική, ενθάρρυνε τον γυναικείο ακτιβισμό, αλλά τελικά δεν ήταν αρκετά ισχυρή για να επιφέρει εκτεταμένες αλλαγές, είτε σε μόνιμους οικισμούς είτε σε νομαδικές κοινότητες.
Σοβιετικά κίνητρα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το χουτζούμ ήταν μέρος ενός ευρύτερου στόχου για τη «δημιουργία ενός συνεκτικού σοβιετικού πληθυσμού, στον οποίο όλοι οι πολίτες θα λαμβάνουν την ίδια εκπαίδευση, θα απορροφούν την ίδια ιδεολογία και θα ταυτίζονται με το σοβιετικό κράτος ως σύνολο».
Το Ζενοτντέλ, που αποτελούνταν κυρίως από γυναίκες που κατάγονταν από τις ρωσικές και άλλες σλαβικές περιοχές, πίστευαν ότι μια τέτοια εκστρατεία θα ήταν ευπρόσδεκτη και θα υιοθετούνταν από τις μουσουλμάνες στην Κεντρική Ασία. Η δημόσια απόρριψη του πέπλου (μια ατομική πράξη χειραφέτησης) αναμενόταν να αντιστοιχεί σε ένα άλμα προς τα πάνω στην πολιτική συνείδηση των γυναικών και έναν πλήρη μετασχηματισμό στην πολιτιστική τους ματιά. [27]
Έναρξη της εκστρατείας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1927, η Τασκένδη στο Ουζμπεκιστάν έγινε το κέντρο της εκστρατείας για την απελευθέρωση των γυναικών. Οι εκστρατείες είχαν ως στόχο να εξαλείψουν πλήρως και γρήγορα τα πέπλα, που φορούσαν οι μουσουλμάνες παρουσία ανδρών μη συγγενών.
Το κύριο βάρος της εκστρατείας έπεσε στους ώμους των γυναικών σλαβικής καταγωγής του Ζενοτντέλ, οι οποίες ήθελαν να ολοκληρώσουν την εκστρατεία σε έξι μήνες (επιτρέποντάς τους να γιορτάσουν την επιτυχία τους παράλληλα με τη δέκατη επέτειο της επανάστασης των Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1927). Η εκστρατεία χουτζούμ ξεκίνησε επίσημα στο Ουζμπεκιστάν την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (8 Μαρτίου 1927).
Μηχανική του Χουτζούμ στο Ουζμπεκιστάν
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Για να εξαλείψουν τον επιδιωκόμενο στόχο, οι γυναίκες της Ζενοτντέλ διέθεσαν το χρόνο τους για να οργανώσουν δημόσιες διαδηλώσεις σε μεγάλη κλίμακα, όπου φλογεροί λόγοι και εμπνευσμένες ιστορίες μιλούσαν για την απελευθέρωση των γυναικών. Αν όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, οι Ουζμπέκες θα πετούσαν τα πέπλα τους μαζικά.
Συνήθως, οι προσπάθειες μεταμόρφωσης των γυναικών ήταν προγραμματισμένες να ακολουθήσουν ή ακόμα και να συνοδεύσουν την κολεκτιβοποίηση στις περισσότερες περιοχές. Με την ευθυγράμμιση της κολεκτιβοποίησης με το χουτζούμ, η ιδέα ήταν ότι οι Σοβιετικοί μπορούσαν πιο εύκολα να ελέγξουν και να επέμβουν στην καθημερινή ζωή των Ουζμπέκων. Στα αρχικά στάδια, το χουτζούμ δεν εφαρμόστηκε καθολικά. Αντίθετα, μόνο τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και τα στενά μέλη των οικογενειών τους έπρεπε να συμμετάσχουν στην εκστρατεία. Η ιδέα ήταν ότι μόνο αφού αυτό το τμήμα της εκστρατείας καταδείξει την αλλαγή σε αυτές τις οικογένειες θα εξαπλωθεί σε μη κομμουνιστές, όπως μέλη συνδικάτων, εργάτες εργοστασίων και δασκάλους.
Ιδιαιτερότητες της εκστρατείας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]"К наступлению!"( K nastupleniiu! ), που σημαίνει "Στην επίθεση!", έγινε το σύνθημα της εκστρατείας[28]. Η Ζενοτντέλ συμπλήρωσε αυτή την επίθεση με πρόσθετους θεσμούς απελευθέρωσης γυναικών, που περιελάμβαναν την κατασκευή γυναικείων συλλόγων, τον εκ νέου εφοδιασμό καταστημάτων αποκλειστικά για γυναίκες και την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού μεταξύ των γυναικών.
Προκειμένου να διασφαλίσουν την ηγεμονία τους επί του γηγενούς πληθυσμού, οι σοβιετικές Αρχές χρησιμοποίησαν άμεση σωματική βία και εξαναγκασμό, μαζί με νόμους και νομικούς κανόνες ως μέσο ελέγχου των τοπικών πληθυσμών και διάδοσης της αποκάλυψης. Οι περισσότερες γυναίκες σταμάτησαν να φορούν πέπλο, επειδή υπέκυψαν στις καταναγκαστικές μεθόδους του Κόμματος. Η πλειονότητα των γυναικών δεν το επέλεξε αυτό: είτε έλαβαν εντολές απευθείας από κυβερνητικό εκπρόσωπο είτε τους το είπαν οι σύζυγοί τους (υπό κυβερνητική πίεση). [29]
Ουζμπεκικές αντιδράσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το χουτζούμ συνάντησε ανθεκτικότητα και αντίσταση από τον πληθυσμό του Ουζμπεκιστάν. Οι Ουζμπέκοι εκτός κόμματος αγνόησαν τους νέους νόμους ή τους ανέτρεψαν με διάφορους τρόπους. Χρησιμοποίησαν τα όπλα των αδυνάτων: διαμαρτυρίες, ομιλίες, δημόσιες συνελεύσεις, αιτήματα κατά της κυβέρνησης ή μια απλή άρνηση να εφαρμόσουν τους νόμους.
Μερικά άτομα καλωσόρισαν την εκστρατεία, αλλά αντιμετώπιζαν συχνά αδυσώπητες προσβολές, απειλές βίας και άλλες μορφές παρενόχλησης που έκαναν τη ζωή ιδιαίτερα δύσκολη. Έτσι, πολλοί άντρες και γυναίκες από το Ουζμπεκιστάν, που μπορεί να ήταν φίλα προσκείμενοι στην εκστρατεία χουζούμ, κράτησαν χαμηλό προφίλ και αποχώρησαν εντελώς από την εκστρατεία. Όσες ήταν αρκετά γενναίες για να συμμετάσχουν στην εκστρατεία της εγκατάλειψης του πέπλου συχνά εξοστρακίζονταν, δέχονταν επίθεση ή ακόμη και δολοφονούνταν για την αποτυχία τους να υπερασπιστούν την παράδοση και τον μουσουλμανικό νόμο (σαρία). Ο κλήρος του Ουζμπεκιστάν ενθάρρυνε τους Ουζμπέκους να επιτεθούν σε γυναίκες χωρίς πέπλο και περίπου 2.500 γυναίκες φέρεται να δολοφονήθηκαν από άνδρες.
Η σοβιετική επίθεση κατά του γυναικείου πέπλου και της απομόνωσης αποδείχτηκε ότι έβαλε τους ακτιβιστές του Κόμματος σε άμεση αντιπαράθεση με τον ισλαμικό κλήρο, ο οποίος αντιτάχθηκε σθεναρά στην εκστρατεία.
Κάθε επίθεση στο πέπλο αποδείχτηκε ότι υποκίνησε περαιτέρω αντίσταση μέσω της διάδοσης της χρήσης του πέπλου στους Ουζμπέκες. Οι κομμουνιστές του Ουζμπεκιστάν ήταν πρώτα και κύρια πιστοί στη μουσουλμανική κουλτούρα και την κοινωνία του Ουζμπεκιστάν.
Το θεμελιώδες πρόβλημα του χουτζούμ ήταν ότι οι γυναίκες ήταν παγιδευμένες ανάμεσα στο σοβιετικό κράτος και την ίδια τους την κοινωνία, με ελάχιστη δυνατότητα να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις. Στην ανδροκρατούμενη κοινωνία του Ουζμπεκιστάν, οι άνδρες συχνά έκαναν μεγάλες προσπάθειες για να εμποδίσουν τις γυναίκες τους να παρευρεθούν σε σοβιετικές συναντήσεις και διαδηλώσεις. Φοβούμενοι την κοινή γνώμη των μαχαλάδων τους, πολλές γυναίκες αποφάσισαν να μην παύσουν το πέπλο. Η κρίση του μαχαλά μπορούσε να είναι ανελέητη. Στο Ουζμπεκιστάν, υπήρχε ελάχιστη έως καθόλου μέση λύση. Εάν οι γυναίκες αντιστέκονταν στην κρατική πίεση, συμμορφώνονταν με την κοινωνική πίεση ή το αντίστροφο[30]. Οι γυναίκες συχνά συμμετείχαν στο πλευρό του συζύγου τους στην αντίδρασή τους στο χουτζούμ: ακολουθούσαν τις οδηγίες του συζύγου τους.
Η δολοφονία αποδείχθηκε μια αποτελεσματική μέθοδος τρομοκράτησης των γυναικών με την επαναφορά της χρήσης του πέπλου. Χρησιμοποιήθηκε επίσης για να υπενθυμίσει στις γυναίκες πού βρίσκονταν στην κοινωνική ιεραρχία. Αυτές οι δολοφονίες δεν ήταν αυθόρμητες εκρήξεις, αλλά προμελετημένες επιθέσεις, που είχαν σχεδιαστεί για να δείξουν ότι η τοπική κοινότητα είχε μεγαλύτερη εξουσία στις πράξεις των γυναικών από ό,τι το κράτος. Οι διαβόητες προμελετημένες δολοφονίες γυναικών, που στμάτησαν την χρήση του πέπλου, περιελάμβαναν αυτές της Νουρχόν Γιουλντασχογιάεβα [31] και της Τουρσουνόι Σαϊνταζίμοβα. [32] [33]
Μια εκστρατεία αποκάλυψης διεξήχθη επίσης στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, όπου κατοικούσαν κυρίως σιίτες μουσουλμάνοι. Η εκστρατεία αποκάλυψης στο Αζερμπαϊτζάν υποστηρίχθηκε από τις προσπάθειες προσέγγισης της γυναικείας Λέσχης Αλί Μπαϊράμοφ[34]. Η εκστρατεία στο Αζερμπαϊτζάν μνημονεύεται από το Άγαλμα μιας Απελευθερωμένης Γυναίκας, που δείχνει μια γυναίκα να σταματά τη χρήση πέπλου, το οποίο ανεγέρθηκε στο Μπακού το 1960.
Αποτελέσματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υπήρξε έντονη συζήτηση γύρω από την ιδέα να γίνει παράνομο το πέπλο, αλλά τελικά εγκαταλείφθηκε. Θεωρήθηκε ότι η σοβιετική νομοθεσία δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς την υποστήριξη των τοπικών πληθυσμών. Ωστόσο, με τον πολλαπλασιασμό των δολοφονιών, που συνδέονταν με την παύση χρήσης πέπλου, εισήχθησαν νέοι νόμοι το 1928 και το 1929, που αφορούσαν την προσωπική ασφάλεια των γυναικών. Αυτοί οι νόμοι, που θεωρούσαν τις επιθέσεις «αντεπαναστατικές» και «τρομοκρατικές ενέργειες» (που αξίζουν τη θανατική ποινή)[35], σχεδιάστηκαν για να βοηθήσουν τις τοπικές Αρχές να υπερασπιστούν τις γυναίκες από την παρενόχληση και τη βία.
Στον ιδιωτικό οικιακό τομέα, οι ρόλοι των γυναικών άλλαξαν ελάχιστα, ωστόσο οι ρόλοι τους στον δημόσιο τομέα, καθώς και οι υλικές συνθήκες άλλαξαν άρδην, λόγω του χουτζούμ. Η πολύπλευρη προσέγγιση του χουτζούμ στην κοινωνική και πολιτιστική μεταρρύθμιση με τη μορφή της γυναικείας απελευθέρωσης μεταμόρφωσε τις γυναίκες στη δημόισια ζωή σπάζοντας την απομόνωση και δημιουργώντας νέα και ενεργά μέλη της κοινωνίας. Οι έννοιες των ικανοτήτων των γυναικών μεταμορφώθηκαν, αλλά μικρή πρόοδος σημειώθηκε στην αμφισβήτηση των ιδανικών και των ρόλων των φύλων. [36]
Δεκαετίες μετά το πρώτο χουτζούμ, το πέπλο τελικά καταργήθηκε σχεδόν εντελώς και οι ώριμες γυναίκες άρχισαν να φορούν μεγάλα, φαρδιά φουλάρια για να καλύπτουν τα κεφάλια τους. Ως αποτέλεσμα των σοβιετικών πρωτοβουλιών, τα ποσοστά αλφαβητισμού στο Ουζμπεκιστάν τη δεκαετία του '50 έφτασαν το 70-75%. Η απασχόληση για τις γυναίκες αυξήθηκε ραγδαία τη δεκαετία του '30 λόγω του χουτζούμ. Γυναίκες εργάζονταν στα χωράφια των συλλογικών αγροκτημάτων. Στα τέλη της δεκαετίας του '50, οι γυναίκες ήταν περισσότερες από τους άνδρες στις συλλογικές φάρμες. Τα αποτελέσματα του εκσυγχρονισμού ήταν ξεκάθαρα στο Ουζμπεκιστάν: η εκπαίδευση ήταν διαθέσιμη για τις περισσότερες περιοχές του Ουζμπεκιστάν, ο αλφαβητισμός αυξήθηκε και η υγειονομική περίθαλψη βελτιώθηκε σημαντικά.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Northrop (2001a), σελ. 115.
- ↑ Abdullaev, Kamoludin (10 Αυγούστου 2018). Historical Dictionary of Tajikistan (στα Αγγλικά). Rowman & Littlefield. ISBN 978-1-5381-0252-7.
- ↑ Ubiria, Grigol (2015). Soviet Nation-Building in Central Asia: The Making of the Kazakh and Uzbek Nations (στα Αγγλικά). Routledge. σελίδες 196–197. ISBN 978-1-317-50435-1.
- ↑ Edgar (2003), σελ. 137.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 35.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 136
- ↑ Khalid (1998), σελ. 222.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 132.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 50.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 29.
- ↑ Khalid (1998), σελ. 228.
- ↑ Khalid (1998), σελ. 225.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 42.
- ↑ Massell (1974), σελ. 18.
- ↑ Sahadeo (2007), σελ. 158.
- ↑ Kamp (2006), σσ. 135–136.
- ↑ Kamp (2006), σσ. 35–36.
- ↑ Massell (1974), σελ. 14.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 61.
- ↑ Khalid (1998), σελ. 288.
- ↑ Kamp (2006), σσ. 68–69.
- ↑ Massell (1974), σελ. 46.
- ↑ Keller (1998), σσ. 33–34.
- ↑ Kamp (2006), σσ. 106–121.
- ↑ Khalid (1998), σελ. 300.
- ↑ Edgar (2003), σελ. 149.
- ↑ Northrop (2001b), σελ. 132.
- ↑ Northrop (2001b), σελ. 131.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 176.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 13.
- ↑ Rubin, Don· Pong, Chua Soo (2001). The World Encyclopedia of Contemporary Theatre: Asia/Pacific (στα Αγγλικά). Taylor & Francis. ISBN 9780415260879.
- ↑ Massell, Gregory J. (8 Μαρτίου 2015). The Surrogate Proletariat: Moslem Women and Revolutionary Strategies in Soviet Central Asia, 1919-1929 (στα Αγγλικά). Princeton University Press. ISBN 9781400870295.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 186.
- ↑ Heyat, F. 2002. Azeri women in transition. London: Routledge. σελ. 89-94.
- ↑ Northrop (2001a), σελ. 119.
- ↑ Kamp (2006), σελ. 215.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
- Edgar, Adrienne Lynn (2003). «Emancipation of the unveiled: Turkmen women under Soviet rule, 1924–1929». Russian Review 62 (1): 132–149. doi:. https://archive.org/details/sim_russian-review_2003-01_62_1/page/n138.
- Edgar, Adrienne (2006). «Bolshevism, patriarchy, and the nation: the Soviet "emancipation" of Muslim women in pan-Islamic perspective». Slavic Review 65 (2): 252–272. doi:. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-04-25. https://web.archive.org/web/20120425230524/http://slaviccenter.osu.edu/pdf/Edgar.pdf. Ανακτήθηκε στις 2025-04-12.
- Kamp, Marianne (2006). The New Woman in Uzbekistan: Islam, Modernity and Unveiling Under Communism
. University of Washington Press. ISBN 978-0-295-98644-9. - Keller, Shoshana (1998). «Trapped between State and Society: Women's Liberation and Islam in Soviet Uzbekistan, 1926–1941». Journal of Women's History 10 (1): 20–44. doi:. http://muse.jhu.edu/journals/jowh/summary/v010/10.1.keller.html.
- Khalid, Adeeb (1998). The Politics of Muslim Cultural Reform: Jadidism in Central Asia. Comparative studies on Muslim societies. 27. Berkeley: University of California Press. ISBN 978-0-520-21356-2.
- Massell, Gregory J. (1974). The Surrogate Proletariat: Moslem Women and Revolutionary Strategies in Soviet Central Asia, 1919-1929. Princeton University Press. ISBN 978-0-7837-9384-9.
- Northrop, Douglas (2001a). «Subaltern dialogues: subversion and resistance in Soviet Uzbek family law». Slavic Review 60 (1): 115–139. doi:. https://archive.org/details/sim_slavic-review_spring-2001_60_1/page/115.
- Northrop, Douglas T. (2001b). «Hujum: unveiling campaigns and local responses in Uzbekistan, 1927». Στο: Donald J. Raleigh, επιμ. Provincial Landscapes: Local Dimensions of Soviet Power, 1917–1953. Pittsburgh: University of Pittsburgh Press. σελίδες 125–145. ISBN 978-0-8229-6158-1.
- Sahadeo, Jeff (2007). «Progress or peril: migrants and locals in Russian Tashkent, 1906–14». Στο: Nicholas B. Breyfogle, Abby M. Schrader & Willard Sunderland, επιμ. Peopling the Russian Periphery: Borderlans Colonization in Eurasian History. London: Routledge. σελίδες 148–165. ISBN 978-0-415-41880-5.