Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χουλεγκού Χαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Χουλεγκού Χαν
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
ᠬᠦᠯᠡᠭᠦ Хүлэгү (Μογγολικά) και هولاكو (Περσικά)
Γέννηση1217 (περίπου)
Θάνατος8  Φεβρουαρίου 1265
Maragheh
Τόπος ταφήςShahi Island και Λίμνη Ούρμια
Χώρα πολιτογράφησηςΓιουάν[1]
Αυτοκρατορία των Μογγόλων
ΘρησκείαΒουδισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΜογγολική γλώσσα[2]
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΧαν
Οικογένεια
ΣύζυγοςDoquz Khatun
Guyuk Khatun
Öljei Khatun
Kutuy Hatun
ΤέκναΑμπακά Χαν[3][1]
Τεκουντέρ[1]
Μονγκέ Τεμούρ (Ιλχανάτου)
Κονκουρτάι
Τζουμγκούρ
Γιοσμούτ
Bulgan Aga
Jamai Khatun
Taraghay
ΓονείςΤολούι[1] και Sorghaghtani Beki
ΑδέλφιαΚουμπλάι Χαν
Μονγκέ Χαν
Yesubuhua
Dumugan
Αρίκ Μποκέ
Qutuqtu
Bochuo
Moge
Suigedu
Xuebietai
ΟικογένειαIlkhanids και Μπορτζίγκιν
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΧαν (1256–1265)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Χουλεγκού Χαν, επίσης γνωστός ως Χουλαγκού , Hulegu, Hülegü ή Hulagu Khan ( π. 1217 – 8 Φεβρουαρίου 1265), ήταν Μογγόλος ηγεμόνας, που κατέκτησε μεγάλο μέρος της Δυτικής Ασίας. Ως γιος του Τολούι και της Κεραϊτικής πριγκίπισσας Σοργκαχτανί Μπεκί, ήταν εγγονός του Τζένγκις Χαν και αδελφός του Αρίκ Μποκέ, του Μόνγκε Χαν και του Κουμπλάι Χαν.

Ο στρατός του Χουλεγκού επέκτεινε σημαντικά το νοτιοδυτικό τμήμα της Μογγολικής αυτοκρατορίας, ιδρύοντας το Ιλχανάτο στην Περσία. Υπό την ηγεσία του Χουλεγκού, οι Μογγόλοι λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τη Βαγδάτη, τερματίζοντας την Ισλαμική Χρυσή Εποχή και τη δυναστεία των Αββασιδών. Επίσης, αποδυνάμωσαν τη Δαμασκό, προκαλώντας μία μετατόπιση της ισλαμικής επιρροής προς το σουλτανάτο των Μαμελούκων στο Κάιρο.

Ο Χουλεγκού γεννήθηκε από τον Τολούι, έναν από τους γιους του Τζένγκις Χαν, και τη Σοργκαχτάνι Μπέκι, μία με επιρροή πριγκίπισσα της φυλής των Κεραϊτών και ανιψιά του Τογκρούλ το 1217. Δεν είναι πολλά γνωστά για την παιδική ηλικία του Χουλεγκού, εκτός από μία ιστορία που αναφέρεται στο τζαμί αλ-Ταβάριχ, όπου αναφέρεται ότι κάποτε συνάντησε τον παππού τού Τζένγκις Χαν με τον Κουμπλάι το 1224.

Στρατιωτικές εκστρατείες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η πολιορκία του Αλαμούτ το 1256.
Ένας πίνακας των Μουγκάλ που απεικονίζει την πολιορκία του Αλαμούτ από τον Χουλεγκού.

Ο αδελφός του Χουλεγκού, ο Μόνγκε Χαν, είχε εγκατασταθεί ως Μέγας Χαν το 1251. Ο Μόνγκε ανέθεσε στον Χουλεγκού να ηγηθεί ενός τεράστιου μογγολικού στρατού για να κατακτήσει ή να καταστρέψει τα εναπομείναντα μουσουλμανικά κράτη στη νοτιοδυτική Ασία. Η εκστρατεία του Χουλεγκού επιδίωκε την υποδούλωση των Λουρ του νότιου Ιράν, την καταστροφή του κράτους των Νιζαρί Ισμαηλιτών (των Ασασίνων), την υποταγή ή καταστροφή του χαλιφάτου των Αββασιδών στη Βαγδάτη, την υποταγή ή καταστροφή των κρατών των Αγιουβιδών στη Συρία με έδρα τη Δαμασκό, και τέλος, την υποταγή ή καταστροφή του σουλτανάτου των Μαμελούκων Μπαχρί της Αιγύπτου. Ο Μόνγκε διέταξε τον Χουλεγκού να φερθεί ευγενικά σε όσους υποτάσσονταν, και να καταστρέψει ολοκληρωτικά όσους δεν υποτάσσονταν. Ο Χουλεγκού εφάρμοσε σθεναρά το τελευταίο μέρος αυτών των οδηγιών.

Ο Χουλεγκού βάδισε με ίσως τον μεγαλύτερο μογγολικό στρατό που είχε ποτέ συγκροτηθεί: με εντολή του Μόνγκε, τα δύο δέκατα των μαχητών της αυτοκρατορίας συγκεντρώθηκαν για τον στρατό του Χουλεγκού το 1253. Έφθασε στην Τρανσοξιανή το 1255. Κατέστρεψε εύκολα τους Λουρ και οι Ασασίνοι παρέδωσαν το απόρθητο φρούριο του Αλαμούτ χωρίς μάχη, αποδεχόμενοι μία συμφωνία που έσωσε τη ζωή του λαού τους στις αρχές του 1256. Επέλεξε το Αζερμπαϊτζάν ως βάση ισχύος του, ενώ διέταξε τον Μπαϊτζού να υποχωρήσει στη Μ. Ασία. Από τουλάχιστον το 1257 και μετά, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί κάθε μεγάλης θρησκευτικής ποικιλίας στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την ηπειρωτική Ασία ήταν μέρος του στρατού του Χουλεγκού. [4]

Πολιορκία της Βαγδάτης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μογγολικός στρατός του Χουλεγκού ξεκίνησε για τη Βαγδάτη τον Νοέμβριο του 1257. Μόλις έφθασε κοντά στην πόλη, χώρισε τις δυνάμεις του για να απειλήσει την πόλη τόσο στην ανατολική όσο και στη δυτική όχθη του Τίγρη. Ο Χουλεγκού απαίτησε παράδοση, αλλά ο χαλίφης, αλ-Μουστασίμ, αρνήθηκε. Λόγω της προδοσίας του Αμπού Αλκουμά, συμβούλου του Αλ-Μουστασίμ, έλαβε χώρα εξέγερση στον στρατό της Βαγδάτης, και ξεκίνησε η πολιορκία της Βαγδάτης. Οι επιτιθέμενοι Μογγόλοι έσπασαν τα αναχώματα και πλημμύρισαν το έδαφος πίσω από τον στρατό του χαλίφη, παγιδεύοντάς τους. Μεγάλο μέρος του στρατού σφαγιάστηκε ή πνίγηκε.

Οι Μογγόλοι υπό τον Κινέζο στρατηγό Γκουό Καν πολιόρκησαν την πόλη στις 29 Ιανουαρίου 1258, [5] κατασκευάζοντας ένα περίπτερο και μία τάφρο, και τοποθετώντας πολιορκητικές μηχανές και καταπέλτες. Η μάχη ήταν σύντομη για τα δεδομένα της πολιορκίας. Μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου οι Μογγόλοι έλεγχαν ένα τμήμα του τείχους. Ο χαλίφης προσπάθησε να διαπραγματευτεί, αλλά τού αρνήθηκαν. Στις 10 Φεβρουαρίου η Βαγδάτη παραδόθηκε. Οι Μογγόλοι εισέβαλαν στην πόλη στις 13 Φεβρουαρίου, και ξεκίνησαν μία εβδομάδα καταστροφής. Η Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Βαγδάτης (που ονομάζεται επίσης «Μπέιτ αλ-Χικμά», η οποία περιείχε αμέτρητα πολύτιμα ιστορικά έγγραφα και βιβλία για θέματα που κυμαίνονταν από την ιατρική έως την αστρονομία, καταστράφηκε. Οι πολίτες προσπάθησαν να φύγουν, αλλά αναχαιτίστηκαν από Μογγόλους στρατιώτες.

Ο Χουλεγκού (αριστερά) φυλακίζει τον χαλίφη ανάμεσα στους θησαυρούς του, για να τον αφήσει να πεθάνει από την πείνα. Μεσαιωνική απεικόνιση από το "Le livre des merveilles", 15ος αι.

Οι αριθμοί των νεκρών ποικίλλουν σημαντικά, και δεν μπορούν εύκολα να τεκμηριωθούν: Μία χαμηλή εκτίμηση κάνει λόγο για περίπου 90.000 νεκρούς. Οι υψηλότερες εκτιμήσεις κυμαίνονται από 200.000 έως ένα εκατομμύριο. Οι Μογγόλοι λεηλάτησαν, και στη συνέχεια κατέστρεψαν κτίρια. Τζαμιά, παλάτια, βιβλιοθήκες, νοσοκομεία -μεγαλοπρεπή κτίρια που ήταν έργο γενεών- κάηκαν ολοσχερώς. Ο χαλίφης συνελήφθη και αναγκάστηκε να παρακολουθεί τους πολίτες του να δολοφονούνται και το θησαυροφυλάκιό του να λεηλατείται. Το Il Milione, ένα βιβλίο για τα ταξίδια του Βενετού εμπόρου Μάρκο Πόλο, αναφέρει ότι ο Χουλεγκού έκανε να αποβιώσει από την πείνα ο χαλίφης, αλλά δεν υπάρχουν επιβεβαιωτικά στοιχεία γι' αυτό. Οι περισσότεροι ιστορικοί πιστεύουν τις αναφορές των Μογγόλων και των Μουσουλμάνων, που λένε ότι ο χαλίφης τυλίχθηκε σε ένα χαλί, και οι Μογγόλοι πέρασαν με τα άλογά τους από επάνω του, καθώς πίστευαν ότι η γη θα προσβαλλόταν, αν άγγιζε βασιλικό αίμα. Όλοι οι γιοι του, εκτός από έναν, σκοτώθηκαν. Η Βαγδάτη υπέστη σοβαρή μείωση τής σημασίας της μετά την πολιορκία, αν και σύμφωνα με τον ιστορικό Μιχάλ Μπιράν, ο Χουλεγκού διέταξε την ανοικοδόμηση της πόλης και τις βιβλιοθήκες να ανοίξουν ξανά μέσα σε δύο χρόνια. [6] Μικρότερα κράτη στην περιοχή έσπευσαν να διαβεβαιώσουν τον Χουλεγκού για την αφοσίωσή τους, και οι Μογγόλοι στράφηκαν στη Συρία το 1259, κατακτώντας τη δυναστεία των Αγιουβιδών, και στέλνοντας προκεχωρημένες περιπολίες μέχρι τη Γάζα.

Χίλιες ομάδες βορειο-κινέζων σκαπανέων συνόδευσαν τον Χουλεγκού κατά την κατάκτηση τής Μέσης Ανατολής. [7]

Κατάκτηση της Συρίας (1260)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Χουλεγκού και η βασίλισσα Ντοκούζ Κατούν απεικονίζονται ως οι νέοι Κωνσταντίνος και Ελένη σε μία συριακή Βίβλο.

Το 1260, οι μογγολικές δυνάμεις συνδυάστηκαν με εκείνες των χριστιανών υποτελών τους στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του στρατού του αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας υπό τον Χετούμ Α΄, βασιλιά της Αρμενίας, και των Φράγκων του Βοημούνδου ΣΤ΄ της Αντιόχειας. Αυτή η δύναμη κατέκτησε τη μουσουλμανική Συρία, μία επικράτεια της δυναστείας των Αγιουβιδών. Κατέλαβαν το Χαλέπιο με πολιορκία και, υπό τον χριστιανό στρατηγό Κιτμπουκά, κατέλαβαν τη Δαμασκό την 1η Μαρτίου 1260. [α] Μία χριστιανική λειτουργία τελέστηκε στο τζαμί των Ομεϋαδών και πολλά τζαμιά βεβηλώθηκαν. Πολλές ιστορικές αναφορές περιγράφουν τους τρεις χριστιανούς ηγεμόνες Χετούμ, Βοημούνδο και Κιτμπουκά να εισέρχονται θριαμβευτικά στην πόλη της Δαμασκού μαζί, [8] αν και ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί όπως ο Ντέιβιντ Μόργκαν έχουν αμφισβητήσει αυτήν την ιστορία ως απόκρυφη. [9]

Η εισβολή ουσιαστικά κατέστρεψε τους Αγιουβίδες, οι οποίοι μέχρι τότε ήταν μία ισχυρή δυναστεία που είχε κυβερνήσει μεγάλα τμήματα του Λεβάντε, της Αιγύπτου και της Αραβικής Χερσονήσου. Ο τελευταίος βασιλιάς των Αγιουβιδών, ο Αν-Νασίρ Γιουσούφ, είχε σκοτωθεί από τον Χουλεγκού την ίδια χρονιά. Με τη Βαγδάτη να έχει καταστραφεί και τη Δαμασκό να έχει αποδυναμωθεί, το κέντρο της ισλαμικής εξουσίας μεταφέρθηκε στην πρωτεύουσα του Μαμελούκου σουλτάνου, το Κάιρο.

Ο Χουλεγκού σκόπευε να στείλει δυνάμεις νότια μέσω της Παλαιστίνης προς το Κάιρο. Έτσι, ένας απεσταλμένος του παρέδωσε μία απειλητική επιστολή στον Μαμελούκο σουλτάνο Κουτούζ στο Κάιρο, στην οποία ζητούσε από τον Κουτούζ να ανοίξει την πόλη του, αλλιώς θα καταστρεφόταν όπως η Βαγδάτη. Στη συνέχεια, επειδή τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές στη Συρία δεν επαρκούσαν για να τροφοδοτήσουν ολόκληρη τη δύναμή του, και επειδή ήταν συνήθης πρακτική των Μογγόλων να μετακινούν στρατεύματα στα ψυχρότερα υψίπεδα για το καλοκαίρι, ο Χουλεγκού απέσυρε την κύρια δύναμή του στο Ιράν, κοντά στο Αζερμπαϊτζάν, αφήνοντας πίσω ένα tumen (10.000 άνδρες ή λιγότερο) υπό τον Κιτμπουκά, συνοδευόμενο από Αρμένιους, Γεωργιανούς και Φράγκους εθελοντές, κάτι που ο Χουλεγκού θεώρησε επαρκές. Ο Χουλεγκού αναχώρησε προσωπικά για τη Μογγολία, για να παίξει τον ρόλο του στη σύγκρουση για τη διαδοχή του θρόνου, που προκλήθηκε από το τέλος του Μεγάλου Χαν Μουνγκέ περίπου οκτώ μήνες νωρίτερα. Όταν έλαβε είδηση για το πόσο λίγοι Μογγόλοι είχαν απομείνει πλέον στην περιοχή, ο Κουτούζ συγκέντρωσε γρήγορα τον καλά εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο στρατό του, που αποτελούνταν από 20.000 άνδρες, στο Κάιρο, και εισέβαλε στην Παλαιστίνη. Στη συνέχεια συμμάχησε με έναν συνάδελφό του ηγέτη των Μαμελούκων, τον Μπαϊμπάρς στη Συρία, ο οποίος όχι μόνο χρειαζόταν να προστατεύσει το μέλλον του από τους Μογγόλους, αλλά ήταν πρόθυμος να εκδικηθεί για το Ισλάμ την κατάληψη της Δαμασκού από τους Μογγόλους, τη λεηλασία της Βαγδάτης και την κατάκτηση της Συρίας.

Οι Μογγόλοι, από την πλευρά τους, προσπάθησαν να σχηματίσουν μία Φραγκο-Μογγολική συμμαχία με το υπόλειμμα (ή τουλάχιστον, να απαιτήσουν την υποταγή του υπολείμματος) του Σταυροφορικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ, με επίκεντρο πλέον την Άκρα, αλλά ο πάπας Αλέξανδρος Δ΄ είχε απαγορεύσει μία τέτοια συμμαχία. Οι εντάσεις μεταξύ Φράγκων και Μογγόλων αυξήθηκαν επίσης, όταν ο Ζυλιάν Γκρανιέ κύριος της Σιδώνας προκάλεσε ένα περιστατικό, που είχε ως αποτέλεσμα το τέλος ενός από τους εγγονούς του Κιτμπουκά. Εξοργισμένος, ο Κιτμπουκά λεηλάτησε τη Σιδώνα. Οι βαρόνοι της Άκρας, με τους οποίους επικοινώνησαν οι Μογγόλοι, είχαν επίσης προσεγγίσει τους Μαμελούκους, ζητώντας στρατιωτική βοήθεια εναντίον των Μογγόλων. Αν και οι Μαμελούκοι ήταν παραδοσιακοί εχθροί των Φράγκων, οι βαρόνοι της Άκρας αναγνώρισαν τους Μογγόλους ως την πιο άμεση απειλή. Αντί να πάρουν θέση, οι Σταυροφόροι επέλεξαν μία θέση προσεκτικής ουδετερότητας μεταξύ των δύο δυνάμεων. Σε μία ασυνήθιστη κίνηση, ωστόσο, επέτρεψαν στους Αιγύπτιους Μαμελούκους να βαδίσουν βόρεια χωρίς εμπόδια μέσα από το έδαφος των Σταυροφόρων, και μάλιστα τους άφησαν να στρατοπεδεύσουν κοντά στην Άκρα για ανεφοδιασμό.

Μάχη του Αΐν Τζαλούτ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Χουλεγκού ηγείται του στρατού του

Όταν έφθασε η είδηση ότι οι Μογγόλοι είχαν διασχίσει τον Ιορδάνη ποταμό το 1260, ο σουλτάνος Κουτούζ και οι δυνάμεις του προχώρησαν νοτιοανατολικά προς την «Πηγή του Γολιάθ» (γνωστή στα αραβικά ως «Aΐν Τζαλούτ») στην κοιλάδα του Τζεζρεέλ. Συνάντησαν τον μογγολικό στρατό π. 12.000 ανδρών στη Μάχη του Aΐν Τζαλούτ και πολέμησαν αδυσώπητα για πολλές ώρες. Ο ηγέτης των Μαμελούκων, Μπαϊμπάρς, εφάρμοσε ως επί το πλείστον τακτικές «χτύπημα και φυγή» σε μία προσπάθεια να παρασύρει τις μογγολικές δυνάμεις να τον κυνηγήσουν. Ο Μπαϊμπάρς και ο Κουτούζ είχαν κρύψει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών τους στους λόφους, για να περιμένουν σε ενέδρα τους Μογγόλους να φτάσουν σε απόσταση. Ο ηγέτης των Μογγόλων, Κιτμπουκά, ήδη προκαλούμενος από τη συνεχή φυγή του Μπαϊμπάρς και των στρατευμάτων του, αποφάσισε να βαδίσει μπροστά με όλα τα στρατεύματά του στα ίχνη των Αιγυπτίων, που έφευγαν. Όταν οι Μογγόλοι έφθασαν στα υψίπεδα, οι Αιγύπτιοι εμφανίστηκαν από την κρυψώνα τους, και οι Μογγόλοι βρέθηκαν περικυκλωμένοι από εχθρικές δυνάμεις, καθώς τα κρυμμένα στρατεύματα τους χτυπούσαν από τα πλάγια, και ο Κουτούζ επιτέθηκε στα Μογγολικά νώτα. Οι εκτιμήσεις για το μέγεθος του αιγυπτιακού στρατού κυμαίνονται από 24.000 έως 120.000. Οι Μογγόλοι απελευθέρωσαν την παγίδα, και μάλιστα εξαπέλυσαν μία προσωρινά επιτυχημένη αντεπίθεση, αλλά ο αριθμός τους είχε μειωθεί, σε σημείο που το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο. Αρνούμενοι να παραδοθούν, ολόκληρος ο μογγολικός στρατός που είχε παραμείνει στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του Κιτμπουκά, καταστράφηκε και σκοτώθηκε εκείνη την ημέρα. Η μάχη του Αΐν Τζαλούτ έθεσε ένα ορόσημο για την μογγολική κατάκτηση.

Νόμισμα του Χουλεγκού, με το σύμβολο ενός λαγού.

Αφού διευθετήθηκε η διαδοχή και ο αδελφός του Κουμπλάι Χαν ανέλαβε τη θέση του Μεγάλου Χαν, ο Χουλεγκού επέστρεψε στα εδάφη του το 1262. Όταν συγκέντρωσε τα στρατεύματά του για να επιτεθεί στους Μαμελούκους και να εκδικηθεί την ήττα στο Άιν Τζαλούτ, ωστόσο, παρασύρθηκε σε εμφύλιο πόλεμο με τον αδελφό τού Μπατού Χαν, Μπερκέ. Ο Μπερκέ Χαν, ένας μουσουλμάνος προσήλυτος και εγγονός του Τζενγκίς Χαν, είχε υποσχεθεί αντίποινα στην οργή του μετά την λεηλασία της Βαγδάτης από τον Χουλεγκού, και συμμάχησε με τους Μαμελούκους. Ξεκίνησε μία μεγάλη σειρά επιδρομών στα εδάφη του Χουλεγκού, με επικεφαλής τον Νογκάι Χαν. Ο Χουλεγκού υπέστη σοβαρή ήττα σε μία απόπειρα εισβολής βόρεια του Καυκάσου το 1263. Αυτός ήταν ο πρώτος ανοιχτός πόλεμος μεταξύ Μογγόλων, και σηματοδότησε το τέλος της ενωμένης αυτοκρατορίας. Σε αντίποινα για την αποτυχία του, ο Χουλεγκού σκότωσε το ortogh (συνασπισμό εμπόρων) του Μπέρκε και ο Μπέρκε έκανε το ίδιο σε αντάλλαγμα. [10]

Ακόμη και όταν ο Μπέρκε ήταν Μουσουλμάνος, από την αδελφότητα των Μογγόλων, αρχικά αντιστάθηκε στην ιδέα να πολεμήσει τον Χουλεγκού. Είπε: «Οι Μογγόλοι σκοτώνονται από μογγολικά σπαθιά. Αν ήμασταν ενωμένοι, τότε θα είχαμε κατακτήσει όλο τον κόσμο». Αλλά η οικονομική κατάσταση της Χρυσής Ορδής, λόγω των ενεργειών του Ιλχανάτου, τον οδήγησε να κηρύξει τζιχάντ, επειδή οι Ιλχανίδες καταχρώνταν τον πλούτο του Βόρειου Ιράν, και λόγω των απαιτήσεων του Ιλχανάτου προς τη Χρυσή Ορδή να μην πωλήσει σκλάβους στους Μαμελούκους. [11]

Επικοινωνία με την Ευρώπη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μητέρα του Χουλεγκού, η Σοργκαχτάνι, κινήθηκε με επιτυχία στην πολιτική σκηνή των Μογγόλων, φροντίζοντας ώστε όλοι οι γιοι της να γίνουν Μογγόλοι ηγέτες. Ήταν Χριστιανή της Εκκλησίας της Ανατολής (συχνά αναφερόμενης ως «Νεστοριανής») και ο Χουλεγκού ήταν φιλικός προς τον Χριστιανισμό. Η αγαπημένη σύζυγος του Χουλεγκού, Ντοκούζ Χατούν, ήταν επίσης Χριστιανή, όπως και ο στενότερος φίλος και στρατηγός του, Κιτμπουκά. Ο Χουλεγκού έστειλε πολλαπλές ανακοινώσεις στην Ευρώπη, σε μία προσπάθεια να δημιουργήσει μία φραγκο-μογγολική συμμαχία εναντίον των Μουσουλμάνων. Το 1262 έστειλε τον γραμματέα του, Ρυχάλδο, και μία πρεσβεία σε «όλους τους βασιλείς και πρίγκιπες στο εξωτερικό». Η πρεσβεία προφανώς αναχαιτίστηκε στη Σικελία από τον Μανφρέδο βασιλιά της Σικελίας, ο οποίος ήταν σύμμαχος με το σουλτανάτο των Μαμελούκων και σε σύγκρουση με τον πάπα Ουρβανό Δ΄, και ο Ρυχάλδος επέστρεψε με πλοίο. [12]

Στις 10 Απριλίου 1262 ο Χουλεγκού έστειλε επιστολή, μέσω του Ιωάννη του Ούγγρου, στον Λουδοβίκο Θ΄ της Γαλλίας, προσφέροντας συμμαχία. [13] Δεν είναι σαφές εάν η επιστολή έφθασε ποτέ στον Λουδοβίκο Θ΄ στο Παρίσι: το μόνο χειρόγραφο που είναι γνωστό ότι έχει διασωθεί, βρισκόταν στη Βιέννη της Αυστρίας. [14] Η επιστολή ανέφερε την πρόθεση του Χουλεγκού να καταλάβει την Ιερουσαλήμ προς όφελος του πάπα, και ζητούσε από τον Λουδοβίκο να στείλει στόλο εναντίον της Αιγύπτου:   Παρά τις πολλές προσπάθειες, ούτε ο Χουλεγκού, ούτε οι διάδοχοί του κατάφεραν να σχηματίσουν συμμαχία με την Ευρώπη, αν και ο μογγολικός πολιτισμός στη Δύση ήταν στη μόδα τον 13ο αι. Πολλά νεογέννητα παιδιά στην Ιταλία πήραν το όνομά τους από Μογγόλους ηγεμόνες, συμπεριλαμβανομένου του Χουλεγκού: έχουν καταγραφεί ονόματα όπως Can Grande («Μεγάλος Χαν»), Alaone (Χουλεγκού), Argone (Αργκούν) και Cassano (Γκαζάν). [15]

Ο Χουλεγκού είχε δεκατέσσερις συζύγους και παλλακίδες με τουλάχιστον 21 απογόνους μαζί τους:

  • Γκιουγκούκ Χατούν (απεβ. στη Μογγολία πριν φθάσει στο Ιράν), κόρη του Τοράλτσι Γκιουρέγκεν της φυλής Οϊράτ και της Τσετσεϊκέν Χατούν.
    • Τζουμγούρ (απεβ. καθ' οδόν προς το Ιράν τη δεκαετία του 1270)
    • Μπουλουγκάν αγκά, παντρεύτηκε τον Τζόρμα Γκιουρέγκεν, γιο του Τζόσι (από τη φυλή των Τατάρων, αδελφός της Νουκντάν Χατούν) και της Σεσαγκάν Χατούν, κόρης του Tεμουγκέ (Oτσί Nογιόν)
  • Κουτουί Χατούν, κόρη του Σιγκού Noγιάν της φυλής Χονγκιράντ και της Tουμελούν μπεχί (κόρη του Τζένγκις Χαν και του Μπόρτε)
    • Τακσίν (απεβ. στις 12 Σεπτεμβρίου 1270 από ακράτεια ούρων)
    • Τεκουντέρ (1246–1284)
    • Τοντογκάι Χατούν [16], παντρεύτηκε τον Τενγκίζ Γκιουρέγκεν, παντρεύτηκε δεύτερη φορά τον γιο του Σουλαμίς και τρίτη φορά τον Τσιτσάκ, γιο του Σουλαμίς.
  • Γιεσουντσίν Χατούν (απεβ. τον Ιανουάριο/Φεβρουάριο του 1272), κυρία από τη φυλή Σούλντους
    • Αμπάκα (1234–1282)
  • Ντοκούζ Χατούν, κόρη του Ουγικού (γιος του Toγκρούι) και χήρα του Toλούι
  • Ολτζέι Χατούν, ετεροθαλής αδελφή του Γκιγιούκ, κόρης του Τοράλτσι Γκιουρέγκεν της φυλής Οϊράτ
    • Möngke Temür (23 Οκτωβρίου 1256 - 26 Απριλίου 1282)
    • Τζαμάι Χατούν, παντρεύτηκε τον Τζορμά Γκιουρέγκεν μετά το τέλος της αδελφής της Μπουλουγκάν
    • Mανγκουγκάν Χατούν, παντρεύτηκε πρώτα τον εξάδελφό της Σακάρ Γκιουρεγκέν (γιο του Μπουκά Τιμούρ και ανιψιά της Ολτζέι Χατούν), παντρεύτηκε δεύτερον τον γιο του Tαραγκάι
    • Μπαμπά Χατούν, παντρεμένος με τον Λαγκζί Γκιουρεγκέν, γιο του Aργκούν Ακά.
Η κηδεία του Χουλεγκού (Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας).

Ο Χουλεγκού Χαν αρρώστησε σοβαρά τον Ιανουάριο του 1265, και απεβίωσε τον επόμενο μήνα στις όχθες του ποταμού Ζαρινέχ (τότε ονομαζόταν Τζαγκάτου) και τάφηκε στο νησί Σαχί στη λίμνη Ούρμια. Η κηδεία του ήταν η μόνη Ιλχανική ταφή που περιελάμβανε ανθρωποθυσία. Ο τάφος του δεν έχει βρεθεί ποτέ. [17]

Ο Χουλεγκού Χαν έθεσε τα θεμέλια του Ιλχανάτου, και έτσι άνοιξε το δρόμο για το μεταγενέστερο δυναστικό κράτος των Σαφαβιδών, και τελικά, για τη σύγχρονη χώρα του Ιράν. Οι κατακτήσεις του Χουλεγκού άνοιξαν επίσης το Ιράν τόσο στην ευρωπαϊκή επιρροή από τη Δύση, όσο και στη βουδιστική επιρροή από την Ανατολή. Έτσι, σε συνδυασμό με την προστασία των διαδόχων του, θα ανέπτυσσε την ξεχωριστή αριστεία του Ιράν στην αρχιτεκτονική. Υπό τη δυναστεία του Χουλεγκού, οι Ιρανοί ιστορικοί άρχισαν να γράφουν στα περσικά, αντί για τα αραβικά. Ωστόσο, καταγράφεται ότι ασπάστηκε τον Βουδισμό, καθώς πλησίαζε το τέλος του, [18] ενάντια στη θέληση της Ντοκούζ Χατούν. [19] Η ανέγερση ενός βουδιστικού ναού στο Χόι μαρτυρά το ενδιαφέρον του γι' αυτή τη θρησκεία. Πρόσφατες μεταφράσεις διαφόρων επιστολών και γραμμάτων Θιβετιανών μοναχών προς τον Χουλεγκού επιβεβαιώνουν ότι ήταν βουδιστής σε όλη του τη ζωή, ακολουθώντας τη σχολή Καγκιού. [20]

Ο Χουλεγκού υποστήριξε επίσης τον Νασίρ αλ-Ντιν Τουσί και τις έρευνές του στο αστεροσκοπείο Μαραγκέχ. Άλλοι από τους προστατευόμενούς του ήταν οι αδελφοί Τζουβεϊνί, Ατά Μαλίκ και Σαμς αλ-Ντιν Τζουβεϊνί. Η βασιλεία του ως ηγεμόνα του Ιλχανάτου ήταν ειρηνική και ανεκτική στην ποικιλομορφία. [21]

Στα δημοφιλή μέσα ενημέρωσης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Τον υποδύθηκε ο Κουρτ Κατς στην ταινία Ο Αλή Μπαμπάς και οι Σαράντα Κλέφτες (1944)
  • Τον υποδύθηκε τον Πραν στην ινδική ταινία του 1956, <i id="mwAgk">Halaku</i>.
  • Απεικονίζεται από τον Öztürk Serengil στο Cengiz Han'ın Hazineleri (1962) [22]
  • Τον υποδύθηκαν οι Zhang Jingda και Zhang Bolun στην ταινία Ο Θρύλος του Κουμπλάι Χαν (2013)
  1. "On 1 March Kitbuqa entered Damascus at the head of a Mongol army. With him were the King of Armenia and the Prince of Antioch. The citizens of the ancient capital of the Caliphate saw for the first time for six centuries three Christian potentates ride in triumph through their streets".[8]
  1. 1 2 3 4 (Αγγλικά, Κινεζικά) China Biographical Database.
  2. «Identifiants et Référentiels» (Γαλλικά) Agence bibliographique de l'enseignement supérieur. 185094481. Ανακτήθηκε στις 1  Μαΐου 2020.
  3. «Абака-ханъ» (Ρωσικά)
  4. Chua, Amy (2007). Day of Empire: How Hyperpowers Rise to Global Dominance–and Why They Fall (1st έκδοση). New York: Doubleday. σελίδες 111. ISBN 978-0-385-51284-8.
  5. «Six Essays from the Book of Commentaries on Euclid». World Digital Library. Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2013.
  6. Hodous, Florence (2020). «Guo Kan: Military Exchanges between China and the Middle East». Στο: Biran, επιμ. Along the Silk Roads in Mongol Eurasia: Generals, Merchants, and Intellectuals (1st έκδοση). Oakland: University of California Press. σελίδες 27–43. ISBN 978-0-520-29875-0.
  7. Josef W. Meri (2005). Josef W. Meri, επιμ. Medieval Islamic Civilization: An Encyclopedia. Psychology Press. σελ. 510. ISBN 0-415-96690-6. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2011. This called for the employment of engineers to engage in mining operations, to build siege engines and artillery, and to concoct and use incendiary and explosive devices. For instance, Hulegu, who led Mongol forces into the Middle East during the second wave of the invasions in 1250, had with him a thousand squads of engineers, evidently of north Chinese (or perhaps Khitan) provenance.
  8. 1 2 Runciman 1987, σελ. 307.
  9. Jackson 2014.
  10. Enkhbold, Enerelt (2019). «The role of the ortoq in the Mongol Empire in forming business partnerships». Central Asian Survey 38 (4): 531–547. doi:10.1080/02634937.2019.1652799.
  11. Johan Elverskog (2011). Buddhism and Islam on the Silk Road. University of Pennsylvania Press. σελίδες 186–. ISBN 978-0-8122-0531-2.
  12. Jackson 2014, σελ. 173.
  13. Jackson 2014, σελ. 178.
  14. Jackson 2014, σελ. 166.
  15. Jackson 2014, σελ. 315.
  16. Landa, Ishayahu (2018). «Oirats in the Ilkhanate and the Mamluk Sultanate in the Thirteenth to the Early Fifteenth Centuries: Two Cases of Assimilation into the Muslim Environment (MSR XIX, 2016)». Mamlūk Studies Review. doi:10.6082/M1B27SG2. http://mamluk.uchicago.edu/MSR_XIX_2016_Landa.pdf.
  17. Henry Filmer (1937). The Pageant Of Persia. σελ. 224.
  18. Hildinger 1997, σελ. 148.
  19. Jackson 2014, σελ. 176.
  20. Martin, Dan· Samten, Jampa (2014). «Letters for the Khans: Six Tibetan Epistles for the Mongol Rulers Hulegu and Khubilai, and the Tibetan Lama Pagpa. Co-authored with Jampa Samten». Στο: Roberto Vitali, επιμ. Trails of The Tibetan Tradition: Papers for Elliot Sperling (στα Αγγλικά). Amnye Machen Institute. ISBN 9788186227725.
  21. Nehru, Jawaharlal. Glimpses of World History. Penguin Random House.
  22. Yilmaz, Atif (10 October 1962), Cengiz Han'in hazineleri, Yerli Film, https://www.imdb.com/title/tt0334991/?ref_=tt_ch, ανακτήθηκε στις 1 February 2021

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]