Χελιδόνιον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χελιδόνιον
(Chelidonium)
Χελιδόνιον το μέγα (Chelidonium majus), εικονογράφηση από τον Köhler.
Χελιδόνιον το μέγα (Chelidonium majus), εικονογράφηση από τον Köhler.
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Ευδικοτυλήδονα (Eudicots)
Τάξη: Βατραχιώδη (Ranunculales)
Οικογένεια: Παπαβερίδες (Papaveraceae)
Γένος: Χελιδόνιον (Chelidonium)
Είδος: Χ. το μέγα (C. majus)
Διώνυμο
Χελιδόνιον το μέγα
(Chelidonium majus)

Joseph Pitton de Tournefort (Tourn.) πρώην Κάρολος Λινναίος (L.)

Το Χελιδόνιον το μέγα (Chelidonium majus), κοινώς γνωστό ως χελιδονόχορτο και δοντόχορτο είναι ένα ποώδες πολυετές (perennial)[Σημ. 1] φυτό, το μόνο είδος του γένους Χελιδόνιον (Chelidonium). Είναι εγγενές στην Ευρώπη και τη δυτική Ασία και εισήχθη ευρέως στη Βόρεια Αμερική.

Ενώ το Χελιδόνιον (Chelidonium) ανήκει στην οικογένεια των Παπαβερίδων (Papaveraceae), η συκόρριζα η εαρινή, το κοινό ζοχαδόχορτο, σφουρδάκλα ή σφουρδακύλα, η οποία, κατά τον Γεννάδιο, είναι το «μικρόν χελιδόνιον» του Διοσκουρίδη, ανήκει στην οικογένεια των Βατραχιίδων ή Ρανουγκουλίδων (Ranunculaceae).

Ταξινομική και ονοματοδοσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άνθος και φύλλα από το Χελιδόνιον το μέγα (Chelidonium majus).

Το χελιδονόχορτο είναι ένα από τα πολλά είδη που περιγράφονται από τον πατέρα της ταξινομικής, Κάρολο Λινναίο, στον πρώτο τόμο του «Species Plantarum» του 1753.[1] Σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, το celandine προέρχεται από το ύστερο Λατινικό celidonia, από το παλαιότερο Λατινικό chelidonia ή chelidonium και τελικά από το Αρχαίο Ελληνικό χελιδόνιον, από το χελιδών «χελιδόνι». Οι αρχαίοι συγγραφείς έλεγαν ότι το λουλούδι άνθιζε, όταν τα χελιδόνια επέστρεφαν και μαραίνετο όταν αυτά έφευγαν.[2]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φύλλα και λοβοί από το Χελιδόνιον το μέγα (Chelidonium majus).

Το Χελιδόνιον (Chelidonium), είναι μια πολυετής πόα με έναν όρθιο βλαστό (habit)[Σημ. 2] και φθάνει σε ύψος τα 30 έως 120 εκατοστά. Τα φύλλα είναι πτεροειδή με λοβούς και κυματιστά άκρα περιθώρια, μήκους έως και 30 εκατοστά. Όταν τραυματιστεί, το φυτό εκκρίνει ένα κίτρινο προς πορτοκαλί λατέξ (latex).[Σημ. 3]

Τα άνθη αποτελούνται από τέσσερα κίτρινα πέταλα (petals),[Σημ. 4] έκαστο μήκους περίπου 1 εκ., με δύο σέπαλα (sepals).[Σημ. 5] Στη φύση απαντά επίσης μια ποικιλία με διπλά άνθη. Τα άνθη εμφανίζονται από τα τέλη της άνοιξης έως το καλοκαίρι σε κυματοειδείς σκιαδόμορφες ταξιανθίες[Σημ. 6] cymes[Σημ. 7] 4 περίπου ανθέων.

Οι σπόροι είναι μικροί και μαύροι, φέρονται σε μια μακρυά, κυλινδρική κάψουλα. Έκαστη έχει ένα ελαιόσωμα (elaiosome),[Σημ. 8] το οποίο προσελκύει τα μυρμήγκια να διασπείρουν τους σπόρους (μυρμηκοχωρία).

Θεωρείται ένα επιθετικό επεκτατικό φυτό στις φυσικές περιοχές.[3] Ο έλεγχος επιτυγχάνεται κατά κύριο λόγο ξεριζώνοντας ή ψεκάζοντας το φυτό πριν από τη διασπορά των σπόρων.

Συνώνυμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Chelidonium cavaleriei H.Lév.
  • Chelidonium dahuricum DC.
  • Chelidonium grandiflorum DC.
  • Chelidonium haematodes Moench
  • Chelidonium laciniatum Mill.
  • Chelidonium luteum Gilib. ονομ. μη έγκυρη
  • Chelidonium murale P.Renault
  • Chelidonium olidum Tarscher. πρώην Ott
  • Chelidonium quercifolium Willemet
  • Chelidonium ruderale Salisb.
  • Chelidonium umbelliferum Stokes[4]

Φαρμακολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα κομμένο στέλεχος, στο οποίο εκκρίνεται κίτρινο λατέξ.

Ολόκληρο το φυτό είναι τοξικό σε μέτριες δόσεις, καθώς περιέχει μια σειρά από ισοκινολίνη (isoquinoline) αλκαλοειδή, αλλά υπάρχουν πολλές θεραπευτικές χρήσεις όταν χρησιμοποιείται στη σωστή δοσολογία.[5] Το κύριο αλκαλοειδές παρόν στο βότανο και τη ρίζα είναι η coptisine. Άλλα αλκαλοειδή του παρόντος, περιλαμβάνουν μεθυλο-2'-(7,8-dihydrosanguinarine-8-υλ)οξικό άλας, allocryptopine,[6] stylopine, protopine, norchelidonine, berberine, chelidonine, sanguinarine, chelerythrine,[7] και 8-hydroxydihydrosanguinarine.[8] Η sanguinarine είναι ιδιαίτερα τοξική με LD50 18 mg ανά kg βάρους σώματος (IP σε αρουραίους).[9] Tα παράγωγα του καφεϊκού οξέως, όπως το caffeoylmalic οξύ, είναι επίσης παρόντα.[10]

Ορισμένα αλκαλοειδή έχουν δείξει πιθανή δράση κατά του ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus.[11]

Η επίδραση του φρέσκου βοτάνου είναι αυτή ενός ηπίου αναλγητικού, cholagogic, αντιμικροβιακού, oncostatic και ηρεμιστικού του κεντρικού νευρικού συστήματος.[12] Σε in vitro πειράματα σε ζωικά κύτταρα, το χελιδονόχορτο φαίνεται να είναι κυτταροστατική.[13] Έχει επίσης παρατηρηθεί μια ανοσοποιητική διεγερτική δράση. Μερικές μελέτες δείχνουν ότι η αλκαλοειδής εκχύλιση μπορεί να έχει τα ίδια αποτελέσματα. Τα αλκαλοειδή είναι γνωστό ότι προκαλούν ακινητοποίηση στα ποντίκια μετά την από του στόματος κατάποση ή με ένεση. Τα αλκαλοειδή προκαλούν χαλαρότητα και τονική μείωση των λείων μυών στα κουνέλια. Τα αλκαλοειδή επίσης, έχουν σημειωθεί ότι διεγείρουν την καρδιά και τους πνεύμονες σε βατράχια, γάτες και σκύλους, αυξάνοντας την πίεσης του αίματος και διευρύνοντας τις αρτηρίες.

Το λατέξ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον καυτηριασμό μικρών ανοιχτών πληγών. Οι πρώτες μελέτες του δοντόχορτου έδειξαν ότι προκαλεί δερματίτιδα εξ επαφής και ερεθισμό του οφθαλμού, ιδιαίτερα από την επαφή με το δηλητηριώδες κόκκινο προς κίτρινο λατέξ του στελέχους. Αυτό το αποτέλεσμα δεν έχει παρατηρηθεί σε μελέτες στα ζώα· δεν παρατηρήθηκε φλεγμονή στις οφθαλμολογικές εξετάσεις των κουνελιών. Το λατέξ μπορεί να αφήσει ένα μη-μόνιμο λεκέ. Οι λεκέδες στο δέρμα των δακτύλων, έχουν μερικές φορές αναφερθεί ότι προκαλούν ερεθισμό των ματιών μετά το τρίψιμο των ματιών ή το χειρισμό των φακών επαφής. Το λατέξ είναι επίσης γνωστό ότι λεκιάζει τα ρούχα.

Το χαρακτηριστικό λατέξ επίσης, περιέχει πρωτεολυτικά ένζυμα και το φυτο-cystatin chelidostatin, ένα ανασταλτικό παράγοντα πρωτεάσης κυστεΐνης.[14] Αυτά τα συν-συστατικά θα μπορούσαν να εξηγήσουν την τοπική χρήση του χελιδονόχορτου κατά κονδυλωμάτων και κρεατοελιών.

Η «Ουκρανία» (Ουκρανικά: «Україн»), είναι μια εναλλακτική ιατρική η οποία προωθείται για τη θεραπεία του καρκίνου με βάση το χελιδόνιον (chelidonium). Το φάρμακο δημιουργήθηκε το 1978 από τον Ουκρανό χημικό Vasyl Novytskyi. Το φάρμακο ονομάστηκε προς τιμήν του έθνους της Ουκρανίας και παράγεται από την Αυστριακή εταιρεία «Nowicky Pharma».[15] Αν και το φάρμακο δεν εγκρίθηκε ποτέ από οποιονδήποτε ρυθμιστή, ο Novytskyi ισχυρίστηκε ότι είναι μια πλήρης θεραπεία για όλες τις μορφές καρκίνου, ασθενειών που προκαλούνται από ακτινοβολίες και το AIDS και στις 4 Σεπτεμβρίου του 2012, συνελήφθη στη Βιέννη, για διακεκριμένη απάτη.[16]

Το Χ. το μέγα (C. majus), έχει δείξει αναλγητική δράση στη δόση των 200 mg/kg σε ποντίκια.[17]

Βοτανολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άνθος και φύλλα από το Χελιδόνιον το μέγα (Chelidonium majus).

Τα εναέρια μέρη και οι ρίζες του δοντόχορτου χρησιμοποιούνται στη βοτανολογία. Τα υπέργεια μέρη συλλέγονται κατά την περίοδο της άνθησης και αποξηραίνονται σε υψηλές θερμοκρασίες. Η ρίζα συλλέγεται το φθινόπωρο μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου και αποξηραίνεται. Χρησιμοποιείται επίσης και το φρέσκο ρίζωμα. Το Χελιδόνιον έχει μια ζεστή και πικρή γεύση. Γίνονται παρασκευάσματα τα οποία αποτελούνται από αλκοολούχα και ζεστά υδατικά εκχυλίσματα (τσάι). Το συγγενικό φυτό Sanguinaria canadensis έχει παρόμοια χημική σύνθεση και χρήσεις όπως το Δοντόχορτο.

Ήδη από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και τον Διοσκουρίδη (1ος αιώνας μ.Χ.), το βότανο αυτό έχει αναγνωριστεί ως ένας χρήσιμος παράγοντας αποτοξίνωσης. Η ρίζα έχει μασηθεί για την ανακούφιση από τον πονόδοντο.[18] Ο John Gerard, αναφέρει στο «Herball» (1597), ότι «ο χυμός του βοτάνου είναι καλός για την όξυνση της όρασης, ειδικά όταν βράσει με μέλι σε ορειχάλκινο καζάνι. Καθαρίζει και απομακρύνει τις ακαθαρσίες που κολλούν στην εξωτερική επιφάνεια του βολβού του ματιού και παρεμποδίζουν την όραση.»[19]

Πρωτύτερα χρησιμοποιείτο από τους τσιγγάνους ως ένα ανακουφιστικό ποδιού· σύγχρονοι βοτανολόγοι χρησιμοποιούν τις καθαρτικές του ιδιότητες.[20] Η σύγχρονη βοτανολόγος Juliette de Baïracli Levy συνιστούσε το χελιδονόχορτο, αραιωμένο με γάλα για τα μάτια και το λατέξ για την απαλλαγή από τα κονδυλώματα.[21] Το Χελιδόνιον (Chelidonium) ήταν το αγαπημένο βότανο του Γάλλου βοτανολόγου Maurice Mességué. Το (Chelidonium majus) έχει χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά για τη θεραπεία διαφόρων φλεγμονωδών παθήσεων συμπεριλαμβανομένης της ατοπικής δερματίτιδας.[22] Χρησιμοποιείται επίσης, παραδοσιακά για τη θεραπεία της χολολιθίασης και της δυσπεψίας.[23]

Οι Ιροκουά δίνουν ένα έγχυμα από ολόκληρο το φυτό, ένα άλλο φυτό και γάλα, στους χοίρους που τους τρέχουν τα σάλια και έχουν απότομες κινήσεις.[24]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πολυετές φυτό (perennial plant) ή απλά πολυετές (perennial) (από το Λατινικό per, που σημαίνει "μέσα" και annus, που σημαίνει "χρόνος"), είναι ένα φυτό που ζει για περισσότερο από δύο χρόνια.[Παρ. Σημ. 1]
  2. Η γενική εξωτερική εμφάνιση ενός φυτού, συμπεριλαμβανομένου του μεγέθους, του σχήματος, της υφής και του προσανατολισμού.
  3. Λατέξ (latex), ένα γαλακτώδες υγρό που αποπνέουν τα φυτά, όπως οι ευφορβίες, οι συκιές και οι πικραλίδες.
  4. Τα πέταλα (φυτολογία) (petals), είναι τροποποιημένα φύλλα τα οποία περιβάλλουν τα αναπαραγωγικά μέρη των λουλουδιών.
  5. Τα σέπαλα (φυτολογία) (sepals), είναι ένα μέρος του άνθους των αγγειόσπερμων (ανθοφόρα φυτά), που συνήθως είναι πράσινο. Τα σέπαλα, τυπικώς λειτουργούν ως προστασία για τον οφθαλμό του λουλουδιού και συχνά ως υποστήριξη για τα πέταλα, όταν βρίσκονται στην άνθιση.[Παρ. Σημ. 2][Παρ. Σημ. 3][Παρ. Σημ. 4]
  6. Το σκιάδιο (umbel), είναι ταξιανθία που φέρει κεντρικό άξονα, από την κορυφή του οποίου εκφύονται ποδισκοφόρα άνθη. Τα άνθη αυτά εμφανίζονται συνήθως στο ίδιο επίπεδο. Μοιάζει με τις νευρώσεις της ομπρέλας, εξ ου και η ονομασία.
  7. Άνθος εν συμπλέγματη, δηλαδή, ταξιανθία στην οποία ο κύριος άξονας και όλοι οι πλευρικοί κλάδοι, καταλήγουν σε άνθος (κάθε πλάγιος κλάδος, δύναται να επαναληφθεί).
  8. Ελαιόσωμα (elaiosome) (προέρχεται από το Αρχαίο Ελληνικό «έλαιον» και «σώμα»), σαρκώδης δομές οι οποίες είναι προσκολλημένες στους σπόρους πολλών φυτικών ειδών.
Παραπομπές σημειώσεων

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Linnaeus C (1753). «Tomus I» (στα la). Species Plantarum. Stockholm: Laurentii Salvii, σελ. 505. http://biodiversitylibrary.org/page/358524. 
  2. «Swallow». Oxford English Dictionary, Second Edition. Oxford University Press, Oxford. 1989. http://dictionary.oed.com/cgi/entry/50035272. 
  3. «Invasive Plant Atlas of New England». http://www.eddmaps.org/ipane/ipanespecies/herbs/Chelidonium_majus.htm. Ανακτήθηκε στις 2015-06-03. 
  4. «The Plant List: A Working List of All Plant Species». http://www.theplantlist.org/tpl1.1/search?q=Chelidonium+majus. Ανακτήθηκε στις June 7, 2014. 
  5. Gruenwald, Joerg (2000). PDR for Herbal Medicines. Thomson PDR. ISBN 1-56363-361-2. 
  6. Cahlikova L., Opletal L., Kurfurst M., Macakova K., Kulhankova A., Host'alkova A.,"Acetylcholinesterase and butyrylcholinesterase inhibitory compounds from Chelidonium majus (Papaveraceae)." Natural Product Communications. 5 (11) (pp 1751-1754), 2010. Date of Publication: 2010.
  7. Li X.-L., Yao J.-Y., Zhou Z.-M., Shen J.-Y., Ru H.-S., Liu X.-L.,"Activity of the chelerythrine, a quaternary benzo[c]phenanthridine alkaloid from Chelidonium majus L. on Dactylogyrus intermedius." Parasitology Research. 109 (1) (pp 247-252),July 2011
  8. Park J.E., Cuong T.D., Hung T.M., Lee I., Na M., Kim J.C., Ryoo S., Lee J.H., Choi J.S., Woo M.H., Min B.S.,"Alkaloids from Chelidonium majus and their inhibitory effects on LPS-induced NO production in RAW264.7 cells". Bioorganic and Medicinal Chemistry Letters. 21 (23) (pp 6960-6963), 2011. Date of Publication: 01 Dec 2011.
  9. Golob, Peter. Caroline Moss. Melanie Dales. Alex Fidgen. Jenny Evans. Irene Gudrups (1999). The use of spices and medicinals as bioactive protectants for grains. FAO Agricultural Services Bulletin. 137. Rome: Food and Agriculture Organization. ISBN 92-5-104294-2. http://www.fao.org/docrep/x2230e/x2230e00.htm. Ανακτήθηκε στις 2008-07-17. 
  10. Hydroxycinnamic Acid Derivatives, Caffeoylmalic and New Caffeoylaldonic Acid Esters, from Chelidonium majus. Hahn R and Nahrstedt A, Planta Med., February 1993, volume 59, issue 1, pages 71-75, PubMed
  11. Zuo G.Y., Meng F.Y., Hao X.Y., Zhang Y.L., Wang G.C., Xu G.L."Antibacterial alkaloids from chelidonium majus linn (papaveraceae) against clinical isolates of methicillin-resistant Staphylococcus aureus." Journal of pharmacy & pharmaceutical sciences : a publication of the Canadian Society for Pharmaceutical Sciences, Societe canadienne des sciences pharmaceutiques. 11 (4) (pp 90-94), 2008.
  12. European Medicines Agency. Assessment report on Chelidonium majus L., herba. Date of Publication: 20/01/2012. http://www.ema.europa.eu/docs/en_GB/document_library/Herbal_-_HMPC_assessment_report/2012/01/WC500120711.pdf
  13. Robert Nawrot; Maria Wołuń-Cholewa; Anna Goździcka-Józefiak (2008). «Nucleases isolated from Chelidonium majus L. milky sap can induce apoptosis in human cervical carcinoma HeLa cells but not in Chinese Hamster ovary CHO cells». Folia Histochemica et Cytobiologica 46 (1): 79–83. doi:10.2478/v10042-008-0011-x. PMID 18296268. 
  14. Rogelj, B. (1998). «Chelidocystatin, a novel phytocystatin from Chelidonium majus». Phytochemistry 49 (6): 1645–9. doi:10.1016/s0031-9422(98)00281-7. PMID 9862139. 
  15. The official site about the drug Ukrain
  16. Allheilmittel gegen Aids und Krebs: Zwei Verhaftungen wegen Betrugs in Wien, Der Standard, 4 Sept. 2012
  17. Sever Yilmaz B., Ozbek H., Saltan Citoglu G., Ugras S., Bayram I., Erdogan E."Analgesic and hepatoprotective effects of Chelidonium majus" L.. Ankara Universitesi Eczacilik Fakultesi Dergisi. 36 (1) (pp 9-20), 2007.
  18. Chevallier, Andrew (1996). The encyclopedia of medicinal plants. New York: DK Publishing, σελ. 185. ISBN 0-7894-1067-2. 
  19. Grieve, Maud (1971). A Modern Herbal: The Medicinal, Culinary, Cosmetic and Economic Properties, Cultivation and Folk-lore of Herbs, Grasses, Fungi, Shrubs, & Trees with All Their Modern Scientific Uses, Volume 1. 
  20. Howard, Michael (1987-05-21). Traditional Folk Remedies. Century Paperbacks. Ebury Press, σελ. 146–147. ISBN 978-0-7126-1731-4. 
  21. Bailes M., "The Healing Garden" , ISBN 978-0-7318-0753-6
  22. Gabsik Yang; Kyungjin Lee; Mi-Hwa Lee; So-Hyung Kim; In-Hye Ham; Ho-Young Choi (2011). «Inhibitory effects of Chelidonium majus extract on atopic dermatitis-like skin lesions in NC/Nga mice». Journal of Ethnopharmacology 138 (2): 398–403. doi:10.1016/j.jep.2011.09.028. PMID 21963561. 
  23. Gabriela Mazzanti; Antonella di Sotto; Antonio Franchitto; Caterina Loredana Mammola; Paola Mariani; Sabina Mastrangelo; Francesca Menniti-Ippolito; Annabella Vitalone (2009). «Chelidonium majus is not hepatotoxic in Wistar rats, in a 4 weeks feeding experiment». Journal of Ethnopharmacology 126 (3): 518–524. doi:10.1016/j.jep.2009.09.004. PMID 19761826. 
  24. Rousseau, Jacques 1945 Le Folklore Botanique De Caughnawaga. Contributions de l'Institut botanique l'Universite de Montreal 55:7-72 (p. 45)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Chelidonium (έκδοση 722557386) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).