Χειμωνιάτικο Φως
| Χειμωνιάτικο Φως (Nattvardsgästerna) | |
|---|---|
| Σκηνοθεσία | Ίνγκμαρ Μπέργκμαν |
| Παραγωγή | Άλαν Έκελουντ |
| Σενάριο | Ίνγκμαρ Μπέργκμαν |
| Ηθοποιοί | Ίνγκριντ Τούλιν Γκούναρ Μπιόρνστραντ Μαξ φον Σίντοφ Γούνελ Λίντμπλουμ |
| Φωτογραφία | Σβεν Νίκβιστ |
| Μοντάζ | Ούλα Ρίγκε |
| Ενδυματολόγος | Max Goldstein |
| Εταιρεία παραγωγής | Svensk Filmindustri |
| Διανομή | Svensk Filmindustri |
| Πρώτη προβολή | 1963, 11 Φεβρουαρίου 1963 (Σουηδία)[1], 15 Φεβρουαρίου 1963 (Γερμανία)[1] και 5 Απριλίου 1963 (Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής)[1] |
| Κυκλοφορία | 11 Φεβρουαρίου 1963 |
| Διάρκεια | 81 λεπτά |
| Προέλευση | Σουηδία |
| Γλώσσα | Σουηδικά |
| δεδομένα () | |
Το Χειμωνιάτικο Φως (Σουηδικά: Nattvardsgästerna, κυριολεκτική μετάφραση: «Οι Μεταλαμβάνοντες») είναι μια σουηδική τραγωδία του 1963, γραμμένη και σκηνοθετημένη από τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με πρωταγωνιστές τους τακτικούς του ηθοποιούς, Γκούναρ Μπιόρνστραντ, Ίνγκριντ Τούλιν και Μαξ φον Σίντοφ. Η ταινία ακολουθεί τον Τόμας Έρικσον, πάστορα μιας μικρής αγροτικής σουηδικής εκκλησίας, καθώς αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή κρίση και τον Χριστιανισμό του.
Η ταινία είναι η δεύτερη σε μια σειρά θεματικά συναφών ταινιών, μετά το Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη (1961) και ακολουθούμενο από το Η Σιωπή (1963). Αυτές οι τρεις ταινίες μερικές φορές θεωρούνται ως τριλογία. Σε αυτήν, ο Μπέργκμαν επανεξετάζει το επιχείρημα του Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη, ότι ο Θεός είναι αγάπη και επανέλαβε την αναφορά της προηγούμενης ταινίας στον Θεό ως μια τερατώδη αράχνη.
Ο Μπέργκμαν σχημάτισε την ιστορία αφού μίλησε με έναν κληρικό του οποίου ο ενορίτης είχε αυτοκτονήσει. Η ταινία γυρίστηκε σε διαφορετικές τοποθεσίες στη Σουηδία το 1962. Η ταινία του Βίλγκοτ Σιόμαν, Ingmar Bergman Makes a Movie, γυρίστηκε ταυτόχρονα με το Χειμωνιάτικο Φως και καταγράφει την παραγωγή της ταινίας. Η ταινία έλαβε θετικές κριτικές για την κινηματογράφηση και τα θέματά της.
Πλοκή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις τελευταίες στιγμές της μεσημεριανής λειτουργίας του πάστορα Τόμας Έρικσον, μόνο λίγοι άνθρωποι παρευρίσκονται, συμπεριλαμβανομένου του ψαρά Γιόνας Πέρσον και της εγκύου συζύγου του Κάριν, και της πρώην ερωμένης του Τόμας, της άθεης Μάρτα. Μετά τη λειτουργία, ο Τόμας, παρόλο που έχει κρυολόγημα, ετοιμάζεται για τη λειτουργία που θα τελέσει στις τρεις η ώρα σε μια άλλη πόλη. Πριν φύγει, ωστόσο, οι Πέρσον φτάνουν για να του μιλήσουν. Ο Γιόνας έχει γίνει δύσθυμος αφού άκουσε ότι η Κίνα αναπτύσσει μία ατομική βόμβα. Ο Τόμας μιλάει για λίγο στον άντρα, όμως του ζητάει να επιστρέψει αφού πάει τη γυναίκα του στο σπίτι. Μόλις εκείνοι έφυγαν, μπαίνει η αναπληρώτρια δασκάλα Μάρτα, που προσπαθεί να παρηγορήσει τον μίζερο Τόμας και τον ρωτάει αν έχει διαβάσει την επιστολή την οποία του έγραψε. Αυτός απαντάει πως δεν την έχει διαβάσει, της λέει για την αποτυχία του να βοηθήσει τον Γιόνας και αναρωτιέται αν θα έχει κάτι να πει, αφού κι αυτός είναι χωρίς ελπίδα. Η Μάρτα εκφράζει την αγάπη της για τον Τόμας, αλλά και την πεποίθησή της ότι δεν την αγαπά. Εκείνη φεύγει και ο Τόμας διαβάζει την επιστολή της.
Στο γράμμα, η Μάρτα περιγράφει την παραμέληση που έχει δείξει ο Τόμας απέναντι σε αυτήν, ενώ αφηγείται μια ιστορία για το πώς ένα εξάνθημα το οποίο παραμόρφωσε το σώμα της τον απωθούσε, και ούτε η πίστη του ούτε οι προσευχές του έκαναν τίποτα για να τη βοηθήσουν. Γράφει για το πώς η οικογένειά της ήταν ζεστή και στοργική χωρίς θρησκεία, και εκφράζει αμηχανία για την αδιαφορία του για τον Ιησού. Ο Τόμας τελειώνει το γράμμα και αποκοιμιέται. Ξυπνώντας από την επιστροφή του Γιόνας, ο Τόμας προσπαθεί με έναν αδέξιο τρόπο να τον συμβουλεύσει, πριν τελικά παραδεχτεί ότι ούτε ο ίδιος έχει πίστη. Λέει ότι η πίστη του ήταν εγωιστική - ο Θεός αγαπούσε την ανθρωπότητα, αλλά τον Τόμας περισσότερο απ' όλα. Υπηρετώντας στη Λισαβόνα κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, ο Τόμας δεν μπορούσε να συμφιλιώσει τον αγαπημένο του Θεό με τις φρικαλεότητες οι οποίες διαπράττονταν, οπότε τις αγνόησε. Ο Τόμας λέει τελικά στον Γιόνας ότι τα πράγματα έχουν περισσότερο νόημα αν αρνηθούμε την ύπαρξη του Θεού, γιατί τότε η σκληρότητα του ανθρώπου δεν χρειάζεται να εξηγηθεί. Ο Γιόνας φεύγει και ο Τόμας κοιτάζει τον σταυρό και δηλώνει επιτέλους ελεύθερος.
Η Μάρτα, που παραμόνευε στο παρεκκλήσι, χαίρεται που το ακούει αυτό και αγκαλιάζει τον Τόμας, που ξανά δεν ανταποκρίνεται στα αισθήματά της. Τους διακόπτει η χήρα Μαγκνταλένα, λέγοντάς τους ότι ο Γιόνας μόλις αυτοκτόνησε με ένα τουφέκι. Ο Τόμας οδηγεί μόνος του μέχρι το σημείο και βοηθά στωικά την αστυνομία να καλύψει το σώμα του Γιόνας με έναν μουσαμά. Η Μάρτα φτάνει περπατώντας και αυτή μαζί με τον Τόμας πηγαίνουν με το αυτοκίνητο στο σπίτι της, όπου τον προσκαλεί να περάσει για να πάρει κάποιο φάρμακο για το κρυολόγημά του. Περιμένοντας στην τάξη της Μάρτα, που βρίσκεται στο σπίτι της, ο Τόμας τελικά ξεσπάει πάνω της, λέγοντάς της πρώτα ότι την απέρριψε επειδή είχε κουραστεί από τα κουτσομπολιά γι' αυτούς. Όταν αυτό δεν αποτρέπει τα αισθήματά της, ο Τόμας της λέει ότι είχε κουραστεί με τα προβλήματά της, τις προσπάθειές της να τον φροντίσει και τις συνεχείς συζητήσεις της, και ότι η Μάρτα δεν θα μπορούσε ποτέ να φανεί αντάξια της εκλιπούσας συζύγου του, τη μόνη γυναίκα που είχε αγαπήσει ποτέ. Αν και σοκαρισμένη, η Μάρτα συμφωνεί να πάει μαζί του μέχρι το σπίτι των Πέρσον. Μόλις πληροφορείται για την αυτοκτονία του Γιόνας, η Κάριν καταρρέει στις σκάλες και αναρωτιέται πώς θα συνεχίσουν αυτή και τα παιδιά της. Ο Τόμας κάνει μια πρόχειρη προσφορά βοήθειας και φεύγει.
Φτάνοντας για την επόμενη λειτουργία στη δεύτερη εκκλησία, ο Τόμας και η Μάρτα βρίσκουν το κτίριο άδειο εκτός από τον Άλγκοτ, τον ανάπηρο νεωκόρο, και τον Φρέντρικ, τον οργανίστα. Στο σκευοφυλάκιο, ο Άλγκοτ ρωτάει τον Τόμας για τα Άγια Πάθη. Ο Άλγκοτ αναρωτιέται γιατί δόθηκε τόση έμφαση στα σωματικά βάσανα του Ιησού, που ήταν σύντομα σε σύγκριση με τις πολλές προδοσίες που αντιμετώπισε από τους μαθητές του, οι οποίοι αρνήθηκαν τα μηνύματα και τις εντολές του, και τέλος από τον Θεό, που δεν του απάντησε στον σταυρό. Ρωτάει: «Δεν ήταν χειρότερη η σιωπή του Θεού;» Ο Τόμας, που άκουγε σιωπηλά, απαντάει καταφατικά. Παράλληλα, ο Φρέντρικ λέει στη Μάρτα ότι πρέπει να αφήσει την μικρή πόλη και τον Τόμας και να ζήσει τη ζωή της, και όχι να μείνει και να συντρίψει τα όνειρά της όπως οι άλλοι, αλλά εκείνη επιλέγει να ξεκινήσει να προσεύχεται. Ο Φρέντρικ και ο Άλγκοτ αναρωτιούνται αν πρέπει να τελεστεί η λειτουργία αφού κανείς δεν έχει εμφανιστεί. Ο Τόμας εξακολουθεί να επιλέγει να γίνει και οι καμπάνες χτυπούν. Ξεκινά τη λειτουργία απαγγέλλοντας τον Επινίκιο Ύμνο: «Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαββαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου».
Διανομή ρόλων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Γκούναρ Μπιόρνστραντ – Τόμας Έρικσον
- Ίνγκριντ Τούλιν – Μάρτα Λούντμπεργκ
- Γκούνελ Λίντμπλομ – Κάριν Πέρσον
- Μαξ φον Σίντοφ – Γιόνας Πέρσον
- Άλαν Έντβαλ – Άλγκοτ Φρόβικ
- Κόλμπιορν Κνούντσεν – Κνουτ Άρονσον
- Όλοφ Τούνμπεργκ – Φρέντρικ Μπλομ
- Έλσα Έμπεσεν – Μαγκνταλένα Λέντφορς
Θέματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναγνώρισε τις προηγούμενες ταινίες που είχε κάνει με παρόμοια θέματα όπως το Η Πηγή των Παρθένων (1960) και το Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη (1961). Το Χειμωνιάτικο Φως θεωρείται συχνά η δεύτερη ταινία μιας τριλογίας, μετά το Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη και ολοκληρώνεται με το Η Σιωπή.[2] [3] [4] Και οι τρεις ταινίες επικεντρώνονται σε πνευματικά ζητήματα. Ο Μπέργκμαν γράφει: «Αυτές οι τρεις ταινίες ασχολούνται με την αναγωγή. Το Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη – κατέκτησε τη βεβαιότητα. Το Χειμωνιάτικο Φως – διείσδυσε τη βεβαιότητα. Η Σιωπή – η σιωπή του Θεού – το αρνητικό αποτύπωμα. Επομένως, αποτελούν μια τριλογία». [5] Αργότερα απέσυρε τον παραπάνω ισχυρισμό του. [5]
Με το Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη να τελειώνει με μια συζήτηση για το πώς ο Θεός είναι αγάπη, το Χειμωνιάτικο Φως εξετάζει περαιτέρω αν η κατανόηση του Θεού είναι τόσο απλή. [6] Ο Μπέργκμαν δήλωσε πως εγκατέλειψε την ιδέα ότι η αγάπη είναι απόδειξη του Θεού επειδή δεν ήταν ικανοποιητικό για να την εξηγήσει σε έναν χαρακτήρα που είχε αυτοκτονικές τάσεις εξαιτίας του φόβου ενός πυρηνικού πολέμου. [7] Ο χαρακτήρας του Μπλομ χλευάζει την ιδέα του Θεού ως αγάπη, αποδίδοντας τα λόγια στον Τόμας αλλά παραθέτοντας ακριβώς το τέλος του Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη. [8] Η απώλεια της συζύγου του Τόμας και η απώλεια της ικανότητάς του να αγαπάει, αποτελούν περαιτέρω απόδειξη για αυτόν ότι ο Θεός έχει σωπάσει. [9] Αντίθετα, ο χαρακτήρας του Άλγκοτ, ο οποίος παρουσιάζεται ως φωτισμένος, εξισώνει την πνευματική κρίση του Τόμας με τα λόγια του Ιησού πάνω στο σταυρό και τη «σιωπή» του Θεού. [8]
Όπως στο Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη, το Χειμωνιάτικο Φως περιγράφει τον Θεό ως «θεό-αράχνη», με την τελευταία να εξηγεί τη μεταφορά όταν ο Τόμας συνδέει τον θεό-αράχνη με τον πόνο, αντίθετα με τις προηγούμενες ιδέες του για έναν Θεό αγάπης που παρέχει παρηγοριά. [10] Το τέλος μπορεί να σημαίνει ότι ο Τόμας έχει αποφασίσει ότι ο Θεός δεν υπάρχει ή ότι μαθαίνει πως πρέπει να διατηρήσει την πίστη του επειδή όλοι οι Χριστιανοί, συμπεριλαμβανομένου του Ιησού, παλεύουν με τη σιωπή του Θεού. [11] Κατά την άποψη του Μπέργκμαν, το Χειμωνιάτικο Φως αντιπροσωπεύει το τέλος της μελέτης του για το αν υπάρχει Θεός, μετά την οποία η ανθρώπινη αγάπη έγινε το κύριο μέλημά του. [11]
Παραγωγή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ανάπτυξη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είχε την έμπνευση να γυρίσει την ταινία αφού μίλησε με έναν κληρικό, που του διηγήθηκε πώς είχε προσφέρει πνευματικές συμβουλές σε έναν ψαρά ο οποίος αργότερα αυτοκτόνησε. Σε αυτό, ο Μπέργκμαν πρόσθεσε τις ιδέες του κληρικού ο οποίος παλεύει με την πίστη του και μια σχέση εκτός γάμου. [12] Η ιδέα του χαρακτήρα ο οποίος πέφτει σε κατάθλιψη λόγω του φόβου για την Κίνα και τα όπλα μαζικής καταστροφής ήταν βασισμένη σε ένα άρθρο το οποίο είχε διαβάσει ο ίδιος ο Μπέργκμαν, και παραδέχτηκε ότι αντανακλούσε τον δικό του φόβο. Ο Μπέργκμαν ανέφερε επίσης Το Ημερολόγιο ενός Εφημέριου του Ρομπέρ Μπρεσόν είχε επιρροή στην ταινία.[13]
Ο Μπέργκμαν προσπάθησε να δομήσει το σενάριο ως μουσική δωματίου, σε τρεις πράξεις.[14] Εν μέρει, αυτό αποτελεί κριτική για τη διακυβέρνηση της Εκκλησίας της Σουηδίας, που, σύμφωνα με τον Μπέργκμαν, καταδικαζόταν από μόνη της καθώς δεν διατηρούσε οτιδήποτε ήταν σημαντικό.[15] Ολοκλήρωσε το σενάριο στις 11 Αυγούστου 1961, όταν ο Βίλγκοτ Σιόμαν ξεκίνησε τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ Ingmar Bergman Makes a Movie το οποίο καταγράφει χρονικά την διαδικασία της παραγωγής.[16]
Με αυτήν την ταινία, ο Μπέργκμαν έκανε το σπάνιο βήμα και μοιράστηκε το σενάριο με τον πατέρα του, τον ιερέα της Εκκλησίας της Σουηδίας Έρικ Μπέργκμαν, και καυχήθηκε ότι εκείνος το διάβασε τρεις φορές. Ο Ίνγκμαρ μπορεί να προσπαθούσε να δείξει στον πατέρα του πως καταλάβαινε τον Έρικ, όμως το όνομα του χαρακτήρα, Έρικσον (σημαίνει γιος του Έρικ), υπάρχει πιθανότητα να υποδηλώνει ότι ο χαρακτήρας αντιπροσωπεύει τον Ίνγκμαρ περισσότερο, παρά τον Έρικ. [17]
Επιλογή ρόλων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ανέθεσε προσωπικά μερικούς από τους ρόλους. [18] Ο ηθοποιός Γκούναρ Μπιόρνστραντ, που υποδύθηκε τον Τόμας, συνήθως έπαιζε σε πιο κωμικούς ρόλους και το έβρισκε δύσκολο να υποδύεται έναν χαρακτήρα ο οποίος ήταν από κάποιες απόψεις αντιπαθητικός. Αυτό τον οδήγησε να ξεχάσει μερικές από τις ατάκες του, κάτι που ο Μπέργκμαν είπε ότι δεν είχε κάνει άλλη φορά ο Μπιόρνστραντ. [12] Παρόλα αυτά, ο Μπιόρνστραντ είπε στον Σιόμαν ότι του άρεσε προσωπικά ο χαρακτήρας λόγω της προσέγγισής του.
Ο Άλαν Έντβαλ υποδύθηκε τον Άλγκοτ, έναν χαρακτήρα με την ίδια μορφή ρευματισμού με τον καλλιτέχνη φροντιστηριακών αντικειμένων Κ.Α. Μπέργκμαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ο Κ.Α. Μπέργκμαν να επιβλέπει την ερμηνεία του Έντβαλ.[19]
Γυρίσματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η ταινία γυρίστηκε μεταξύ 4 Οκτωβρίου του 1961 και 17 Ιανουαρίου του 1962 στα στούντιο Filmstaden, στην εκκλησία Σκατουνγκέ και στο Ράτβικ.[20] Το συνεργείο δεν μπόρεσε να κάνει γυρίσματα μέσα στην πραγματική εκκλησία Σκατουνγκέ, οπότε κατασκεύασε ένα σκηνικό για τους εσωτερικούς χώρους.[21] Αν και τα περισσότερα σκηνικά ταινιών δεν έχουν στέγες, το συνεργείο κατασκεύασε μια στέγη πάνω από το σκηνικό της εκκλησίας το οποίο κατασκεύασε. [22] Ο K.Α. Μπέγκμαν έφερε πίνακες ύμνων, που ήταν αιώνων, από πραγματικές εκκλησίες στη Φορσμπάκα και τη Λιλκίρκα.
Ο κινηματογραφιστής Σβεν Νίκβιστ πέρασε ένα μήνα ερευνώντας τον φωτισμό της εκκλησίας σε διαφορετικές ώρες της ημέρας και σε διαφορετικές συνθήκες, διεξάγοντας φωτογραφικές δοκιμές.[21] Ο φωτισμός του Νίκβιστ χρησιμοποιήθηκε απευθείας από χαμηλές προοπτικές στα πλάνα του.[4] Με σκοπό να αφαιρεθούν οι σκιές όσο γίνεται περισσότερο, ο Νίκιστ κατασκεύασε ανακλαστήρες και οθόνες για να φωτίζουν έμμεσα και από αυτές οι σκηνές. Αν και τα ρούχα είναι συνηθισμένα, ο ενδυματολόγος Μαξ Γκόλντσταϊν έβαλε τους ηθοποιούς να δοκιμάσουν πολλά ρούχα για να καθορίσει τι φαινόταν καλύτερο, και ο Μπέργκμαν δεν εξέτασε τα σκίτσα του. Η ταινία δεν χρησιμοποιεί καθόλου μουσική επένδυση εκτός από τη μουσική από το εκκλησιαστικό όργανο.[6] [23] Ο Μπέργκμαν σκόπευε να χρησιμοποιήσει τη Σαραμπάντα από τη Σουίτα Νο. 2 σε Ρε ελάσσονα για Βιολοντσέλο, BWV 1008 του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ για τη σκηνή όπου ο Τόμας και η Μάρτα φεύγουν από τον τόπο της αυτοκτονίας του Γιόνας, συνδέοντάς την με τη χρήση του κομματιού στο Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη, αλλά ο Μπέργκμαν τελικά εγκατέλειψε την ιδέα ως «φτιαχτή».[24]
Ο Μπέργκμαν έκρινε ότι η ταχύτητα των γυρισμάτων ήταν πιο αργή από τον συνηθισμένο χρόνο που έπαιρναν οι ταινίες του, λόγω δυσκολιών στην κατανόηση των σωστών συναισθημάτων, αν και οι σκηνές δεν απαιτούσαν μεγάλο αριθμό λήψεων.[25] Η σκηνή όπου η Μάρτα παρηγορεί για πρώτη φορά τον Τόμας γυρίστηκε 11 φορές.[26]
Κυκλοφορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η ταινία έκανε πρεμιέρα στη Σουηδία στις 11 Φεβρουαρίου του 1963. [27] Οι συνεντεύξεις του Βίλγκοτ Σιόμαν με μέλη του κοινού στην πρεμιέρα της Σουηδίας έδειξαν ότι αυτοί που είδαν την ταινία θεώρησαν ότι ήταν ένα αριστούργημα, ότι οι ερμηνείες ήταν ρεαλιστικές και ότι οι αγώνες του Μπέργκμαν με την πίστη ήταν σχετικοί με όλους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Χειμωνιάτικο Φως έκανε πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη στις 13 Μαΐου 1963, σε διανομή από την Janus Films.[28] Στις 19 Αυγούστου του 2003, η Criterion Collection κυκλοφόρησε την ταινία σε DVD στην Περιοχή 1, σε ένα σετ μαζί με τα Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη, Η Σιωπή και το ντοκιμαντέρ του Σιόμαν, Ingmar Bergman Makes a Movie.[29] Το 2018, η Criterion ανακοίνωσε μια κυκλοφορία Blu-ray στην Περιοχή Α για τις 20 Νοεμβρίου 2018, μαζί με 38 άλλες ταινίες του Μπέργκμαν, στο σετ Ingmar Bergman's Cinema.[30]
Υποδοχή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το Χειμερινό Φως απέσπασε διχασμένες αντιδράσεις στον αμερικανικό τύπο. [31] Το Variety την χαρακτήρισε «μια εξαιρετικά συγκινητική και συναρπαστική ταινία για τους θρησκευόμενους και κάπως βαρετή για τους θρησκευόμενα αδιάφορους». [12] Η Τζούντιθ Κριστ της New York Herald Tribune έγραψε ότι το έργο «ρίχνει μια ζοφερή ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση με ανατριχιαστική σαφήνεια», αλλά βρήκε την ταινία «ζοφερή και ψυχρή στις αφηρημένες ιδέες της». [32] Ο Τζον Σάιμον την περιέγραψε ως «κατώτερο Μπέργκμαν» στο The New Leader, όμως έγραψε ότι ακόμα «αξίζει να ειδωθεί». [12] Στους New York Times, ο Μπόσλεϊ Κρόουθερ την αποκάλεσε «μια στοχαστική, συναρπαστική, σοκαριστική ταινία».[28] Το Εθνικό Συμβούλιο Κριτικών την ονόμασε μία από τις Κορυφαίες Ξένες Ταινίες στα Βραβεία του, το 1963.[33] Η ταινία κατετάγη 3η στη Λίστα των 10 Κορυφαίων Ταινιών της Χρονιάς του Cahiers du Cinéma το 1965.[34]
Η Σούζαν Σόνταγκ, στο διάσημο δοκίμιό της «Ενάντια στην Ερμηνεία», το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1964 στην Evergreen Review, απέρριψε την «άξεστη ψευδο-διανοητικότητα της ιστορίας και ορισμένων διαλόγων» στο Χειμωνιάτικο Φως, αλλά επαίνεσε «την ομορφιά και την οπτική πολυπλοκότητα των εικόνων».[35]
Το 2007, ο Ρότζερ Ίμπερτ πρόσθεσε το Χειμωνιάτικο Φως στη λίστα του, Σπουδαίες Ταινίες, αναφέροντας την «ζοφερή, θαρραλέα δύναμη» της ταινίας και επαναλαμβάνοντας τον έπαινο της Σόνταγκ για το οπτικό της στυλ ως «ένα στυλ αυστηρής απλότητας».[2] Στον 2015 Movie Guide του, ο Λέοναρντ Μάλτιν έδωσε στην ταινία τρεισήμισι αστέρια, αποκαλώντας την ένα «Δυνατό, διεισδυτικό δράμα». [3] Ο Μπέργκμαν ανέφερε την ταινία Χειμωνιάτικο Φως ως την αγαπημένη του από τις ταινίες του.[4] Η ταινία έχει βαθμολογία 74% στο Rotten Tomatoes, η οποία είναι βασισμένη σε 23 κριτικές.[36]
Τον Σεπτέμβριο του 2025, το Χειμωνιάτικο Φως συμπεριλήφθηκε στον σουηδικό πολιτιστικό κανόνα, αποσκοπώντας στη δημιουργία μιας κοινής πολιτιστικής ταυτότητας για τους Σουηδούς πολίτες και τους νεοαφιχθέντες στη χώρα.[37]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 (Αγγλικά) Internet Movie Database. www
.imdb .com /title /tt0057358 /releaseinfo /. Ανακτήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2025. - 1 2 Ebert, Roger (1 Δεκεμβρίου 2007). «Winter Light». Rogerebert.com. Ανακτήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2016.
- 1 2 Maltin 2014.
- 1 2 3 Harper, Dan (Φεβρουαρίου 2005). «Winter Light». Senses of Cinema. Ανακτήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2016.
- 1 2 Steene 2005, σελ. 39.
- 1 2 Gervais 2001, σελ. 77.
- ↑ Pamerleau 2009, σελ. 124.
- 1 2 Gervais 2001, σελ. 78.
- ↑ Cardullo 2016, σελ. 120.
- ↑ Pamerleau 2009, σελ. 123.
- 1 2 Hubner 2007, σελ. 58.
- 1 2 3 4 Vermilye 2002, σελ. 114.
- ↑ «Bergman about other filmmakers». Ingmar Bergman Face to Face. Ingmar Bergman Foundation. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιουλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 26 Μαΐου 2011.
Ingmar Bergman: "Jag är också oerhört förtjust i En prästmans dagbok, som är ett av de märkligaste verk som någonsin gjordes. Nattvardsgästerna är ganska influerad av den."
- ↑ Sjöman, Vilgot; Bergman, Ingmar (1963). «The Script». Ingmar Bergman Makes a Movie. Sveriges Television.
- ↑ Sjöman, Vilgot; Bergman, Ingmar (1963). «Postproduction». Ingmar Bergman Makes a Movie. Sveriges Television.
- ↑ Sjöman, Vilgot (1963). «The Script». Ingmar Bergman Makes a Movie. Sveriges Television.
- ↑ Gado 1986.
- ↑ Thomson-Jones 2008, σελ. 48.
- ↑ Sjöman, Vilgot; Bergman, K.A. (1963). «The Script». Ingmar Bergman Makes a Movie. Sveriges Television.
- ↑ «Nattvardsgästerna (1962) – Filming locations». Swedish Film Database. Swedish Film Institute. Ανακτήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
- 1 2 Nykvist, Sven (2018). Sven Nykvist: Working with Ingmar Bergman (Blu-ray). The Criterion Collection.
- ↑ Luko 2016, σελ. 203.
- ↑ Cardullo 2016, σελ. 119.
- ↑ Luko 2016, σελ. 206.
- ↑ Sjöman, Vilgot; Bergman, Ingmar (1963). «Filming, Part 2». Ingmar Bergman Makes a Movie. Sveriges Television.
- ↑ Sjöman, Vilgot; Bergman, Ingmar (1963). «Filming, Part 1». Ingmar Bergman Makes a Movie. Sveriges Television.
- ↑ Wood 2013, σελ. 324.
- 1 2 Crowther, Bosley (14 Μαΐου 1963). «Screen: 'Winter Light' by Bergman: Tale of Country Pastor Challenges Religion». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2016.
- ↑ Janis, Jason (19 Σεπτεμβρίου 2003). «A Film Trilogy by Ingmar Bergman: the Criterion Collection». DVD Talk. Ανακτήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2016.
- ↑ Chitwood, Adam (12 Ιουλίου 2018). «Criterion Announces Massive 39-Film Ingmar Bergman Blu-ray Collection». Collider. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2018.
- ↑ Steene 2005, σελ. 257.
- ↑ Vermilye 2002, σελ. 115.
- ↑ «1963 Award Winners». National Board of Review. Ανακτήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2016.
- ↑ Johnson, Eric C. «Cahiers du Cinema: Top Ten Lists 1951-2009». alumnus.caltech.edu (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2017.
- ↑ Susan Sontag, Against Interpretation and Other Essays (New York: Dell Publishing Company, 1966), σελ. 21.
- ↑ «Nattvardsgästerna (Winter Light) (1962)». Rotten Tomatoes. Ανακτήθηκε στις 21 Αυγούστου 2022.
- ↑ «Outcry as Swedish 'cultural canon' snubs Abba and anything since 1975». The Guardian. Ανακτήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 2025.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Cardullo, R. J. (2016). Writing about Film: A Reader. BrownWalker Press.
- Gado, Frank (1986). The Passion of Ingmar Bergman. Durham: Duke University Press. ISBN 0822305860.
- Gervais, Marc (2001). Ingmar Bergman: Magician and Prophet. Montreal and Kingston: McGill-Queen's University Press. ISBN 077352004X.
- Hubner, Laura (2007). The Films of Ingmar Bergman: Illusions of Light and Darkness. Palgrave Macmillan. ISBN 978-0230801387.
- Luko, Alexis (2016). Sonatas, Screams, and Silence: Music and Sound in the Films of Ingmar Bergman. New York: Routledge. ISBN 978-1135022730.
- Maltin, Leonard (2014). Leonard Maltin's 2015 Movie Guide. Penguin Group.
- Pamerleau, William C. (2009). «Religiosity in the Films of Ingmar Bergman». Existentialist Cinema. Palgrave Macmillan. ISBN 978-0230235465.
- Steene, Birgitta (2005). Ingmar Bergman: A Reference Guide. Amsterdam: Amsterdam University Press. ISBN 9053564063.
- Thomson-Jones, Katherine (2008). Aesthetics and Film. Continuum International Publishing Group. ISBN 978-0826485236.
- Vermilye, Jerry (1 Ιανουαρίου 2002). Ingmar Bergman: His Life and Films. McFarland & Company Publishers. ISBN 978-0-7864-1160-3.
- Wood, Robin (2013). Ingmar Bergman: New Edition. Detroit: Wayne State University Press. ISBN 978-0814338063.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Χειμωνιάτικο Φως στην IMDb (Αγγλικά)
- Χειμωνιάτικο Φως στη Cinémathèque Française (Γαλλικά)
- Χειμωνιάτικο Φως στο MyMovies.it (Ιταλικά)
- Χειμωνιάτικο Φως στο AllMovie (Αγγλικά)
- Χειμωνιάτικο Φως στο Rotten Tomatoes (Αγγλικά)
- Χειμωνιάτικο Φως στο TCMDB (Αγγλικά)
- Χειμωνιάτικο Φως στο AlloCine (Γαλλικά)
- Χειμωνιάτικο Φως στο Cine.gr (αρχειοθετημένος)
- Χειμωνιάτικο Φως στο Swedish Film Institute Database
- Winter Light μια εργασία από τον Πίτερ Κάουι στην Criterion Collection