Χαμντάν ιμπν Χαμντούν ιμπν αλ-Χαρίθ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χαμντάν ιμπν Χαμντούν ιμπν αλ-Χαρίθ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση9ος αιώνας[1]
Χώρα πολιτογράφησηςΧαλιφάτο των Αββασιδών
ΘρησκείαΙσλάμ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός ηγέτης

Ο Χαμντάν ιμπν Χαμντούν ιμπν αλ-Χαρίθ αλ-Ταγλίμπι (έδρασε περ. 868-895) ήταν Άραβας φύλαρχος της φυλής των Μπανού Ταγλίμπ στην Άνω Μεσοποταμία, και γενάρχης της δυναστείας των Χαμδανιδών. Μαζί με άλλους Άραβες φυλάρχους της περιοχής, κατά τη δεκαετία του 880 αντιστάθηκε στις προσπάθειες των Αββασιδών να ενισχύσουν τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης επί της επαρχίας, και συμμάχησε ακόμα και με τους Χαριζίτες επαναστάτες της περιοχής. Ηττήθηκε τελικά και πιάστηκε αιχμάλωτος από τον χαλίφη αλ-Μουταντίντ το 895, αλλά τελικά αφέθηκε ελεύθερος με τη μεσολάβηση του γιου του Χουσεΐν, ο οποίος είχε προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στο χαλίφη.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενεαλογικό δέντρο των Χαμδανιδών

Η οικογένεια του Χαμντάν ανήκε στη φυλή των Μπανού Ταγλίμπ, που ζούσε στην Άνω Μεσοποταμία (Τζαζίρα) ήδη από την προϊσλαμική περίοδο. Η φυλή ήταν ιδιαίτερα ισχυρή στην περιφέρεια της Μοσύλης, και κατάφερε να κυριαρχήσει στην περιοχή κατά την δεκαετή «Αναρχία στη Σαμάρρα» (861-870), που συγκλόνισε και αποδυνάμωσε το Χαλιφάτο των Αββασιδών, με αποτέλεσμα οι φύλαρχοι των Ταγλίμπ να εκμεταλλευτούν την κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας στις επαρχίες για να εγκαθιδρύσουν δική τους αυτόνομη εξουσία.[2] Ο Χαμντάν πρωτοεμφανίζεται στις πηγές το 868, πολεμώντας στο πλευρό των υπολοίπων Ταγλίμπ ενάντια στους εξεγερμένους Χαριζίτες της Τζαζίρα.[3]

Το 879 όμως, η αββασιδική κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο, όρισε ως νέο κυβερνήτη της Μοσούλης, θέση στην οποία ως τότε εναλλάσσονταν οι φύλαρχοι των Ταγλίμπ, έναν Τούρκο στρατιωτικό, τον Ισάκ ιμπν Κουντατζίκ. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε την ανοιχτή αποστασία των φυλάρχων, μεταξύ των οποίων και ο Χαμντάν, και την προσχώρησή τους στο στρατόπεδο των Χαριζιτών.[3][4] Ο Χαμντάν γρήγορα διακρίθηκε και έγινε εκ των αρχηγών της εξέγερσης. Αναφέρεται έτσι - με το χαρακτηριστικό χαριζιτικό επίθετο «αλ-Σαρί» - ανάμεσα στους Άραβες και Χαριζίτες διοικητές κατά την μάχη με τον Ιμπν Κουντατζίκ τον Απρίλιο/Μάιο του 881, όπου ο στρατός των επαναστατών υπέστη συντριπτική ήττα και καταδιώχτηκε μέχρι τη Νίσιβη και την Άμιδα.[3][5]

Χάρτης της Άνω Μεσοποταμίας (Τζαζίρα) κατά την πρώιμη ισλαμική περίοδο

Το 892, ένας νέος και πολεμοχαρής χαλίφης, ο αλ-Μουταντίντ, ανήλθε στον θρόνο, αποφασισμένος να αποκαταστήσει τον έλεγχό του επί της Τζαζίρα. Σε μια σειρά εκστρατειών, πέτυχε την υποταγή των περισσότερων τοπικών ηγεμόνων και δυναστών, αλλά ο Χαμντάν συνέχισε να αντιστέκεται σκληρά. Με τα φρούρια Μαρντίν και Αρνταμούστ στην κατοχή του, και συμμαχώντας με τις κουρδικές φυλές των βουνών στα βόρεια της μεσοποταμιακής πεδιάδας, κατάφερε να κρατήσει ως το 895. Εκείνη τη χρονιά, ο χαλίφης κατέλαβε πρώτα το Μαρντίν και έπειτα το Αρνταμούστ, που του το παρέδωσε ο ίδιος ο γιος του Χαμντάν, Χουσεΐν. Ο Χαμντάν αναγκάστηκε να προσφύγει στην έρημο για να γλιτώσει από τον στρατό του χαλίφη, αλλά μετά από μια "επική καταδίωξη" τελικά παραδόθηκε στη Μοσούλη στο χαλίφη, ο οποίος τον έριξε στη φυλακή.[3][4]

Όπως σχολιάζει ο ιστορικός Hugh Kennedy, "η παράδοσή του αυτή μπορεί να φάνηκε τότε ότι έκρινε τις τύχες της οικογένειάς του, όπως έγινε και για άλλους τοπικούς ηγεμόνες της περιοχής", αλλά ο γιος του ο Χουσεΐν κατάφερε να ανατρέψει την κατάσταση. Μπήκε στην υπηρεσία του χαλίφη και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τερματισμό της χαριζιτικής εξέγερσης και στην σύλληψη του ηγέτη της, Χαρούν αλ-Σαρί. Ο αλ-Μουταντίντ, ευγνώμων, τον αντάμειψε με την απονομή χάρης στον πατέρα του και το δικαίωμα να στρατολογήσει ιππείς ανάμεσα στους Ταγλίμπ υπό την δική του ηγεσία. Αυτούς οδήγησε στα επόμενα χρόνια σε διάφορες εκστρατείες, πετυχαίνοντας να αποκτήσει φήμη ως ένας από τους πιο διακεκριμένους στρατηλάτες του χαλιφάτου. Η επιρροή που απέκτησε του επέτρεψε να γίνει, σύμφωνα με τον Kennedy, "ο ενδιάμεσος μεταξύ της κυβέρνησης και των Αράβων και Κούρδων της Τζαζίρα", ενισχύοντας έτσι την θέση της οικογένειάς του και θέτοντας τις βάσεις για την άνοδο της χαμδανιδικής δυναστείας στα εμιράτα της Μοσούλης και του Χαλεπίου υπό τους ανιψιούς του, Νασίρ αλ-Ντάουλα και Σαΐφ αλ-Ντάουλα.[6][7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Ανακτήθηκε στις 26  Νοεμβρίου 2018.
  2. Kennedy 2004, σελίδες 265–266.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Canard 1986, σελ. 126.
  4. 4,0 4,1 Kennedy 2004, σελ. 266.
  5. Fields 1987, σελ. 50.
  6. Canard 1986, σελίδες 126ff..
  7. Kennedy 2004, σελίδες 266ff..

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]