Χάθα γιόγκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Χάθα Γιόγκα (Σανσκριτικά: हठयोग) αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς κλάδους της γιόγκα στο Δυτικό κόσμο και είναι η βάση μέσα από την οποία ξεκίνησαν και άλλα είδη γιόγκα όπως η Kundalini, η Bikram και η Αστάνγκα. Επικεντρώνεται στη σωματική υγεία και στην πνευματική ευεξία. Είναι μία αργή και διαλογιστική πρακτική που σας βοηθάει να συνδεθείτε με το σώμα και το μυαλό σας. Η λέξη “Hatha” κυριολεκτικά σημαίνει «ήλιος» και «φεγγάρι» και αναφέρεται στην ένωση των αντίθετων στοιχείων στο σύμπαν. Στοχεύει δηλαδή στην εξισορρόπηση αυτών των δύο ενεργειών-στοιχείων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χάθα Γιόγκα είναι ένα από τα πιο αρχαία είδη Γιόγκα και αποτελεί μέρος του μη-σεχταριστικού φιλοσοφικού συστήματος της γιόγκα που προέκυψε από τον ινδικό πολιτισμό πριν από περίπου 4.000 χρόνια. Ασκήθηκε αρχικά από μοναχούς που διαλογίζονταν κάθε μέρα, οι οποίοι χρειάζονταν μία ήπια σωματική άσκηση για να διατηρήσουν το σώμα τους υγιές. Παρόλο που υπάρχουν ήδη αναφορές της Χάθα Γιόγκα από τον 6ο αιώνα π.Χ., αναθεωρήθηκαν στο κλασικό κείμενο Γιόγκα Σούτρα από τον Πατάντζαλι το 200 π.Χ. Αρκετά άλλα κείμενα με αναφορές στη Χάθα Γιόγκα εφφανίστηκαν μεταξύ του 6ου και του 15ου αιώνα μ.Χ., συμπεριλαβανομένων των Χάθα Γιόγκα Pradipika, Χάθα Γιόγκα Gheranda Samhita και Χάθα Γιόγκα Ratnāvalī.  Η Χάθα Γιόγκα αποτελεί μέρος της οκταμελούς Ράτζα Γιόγκα, η οποία ασχολείται με τις τρεις εκφάνσεις του νου, τη συνείδηση, την υποσυνείδηση και την υπερσυνείδηση.[1]

Όταν η Ινδία αντιμετώπισε την αποικιοκρατία, πολλοί Δυτικοί μπόρεσαν να βιώσουν πρακτικές της Χάθα Γιόγκα. Αυτό συνέβη λόγω της εισόδου της γυμναστικής στην Ινδική κουλτούρα και λόγω ασκητών που ταξίδεψαν σε πολλά μέρη και μετέφεραν τη γνώση τους. Όλα αυτά σενέβαλαν στην ανακάλυψη των Χάθα Γιόγκι από τον Μέγα Αλέξανδρο, που τον συνόδευσαν πίσω στην Ελλάδα. Η Ευρωπαϊκή γυμναστική άρχισε να επηρεάζεται από ασκητικές πρακτικές γιόγκα. Ένας τρόπος με τον οποίο η Χάθα Γιόγκα εισήλθε στη Δυτική συνείδηση, ήταν με το Βιβεκανάντα στα τέλη του 1800. Πέρα από το Δυτικό κόσμο, η Περσία και άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής ασκούσαν επίσης μορφές της Χάθα Γιόγκα.[2]

Τη δεκαετία του 1970, ο Richard Hittleman, ο οποίος ήταν συγγραφέας και δάσκαλος της Αμερικανικής Γιόγκα, εισήγαγε τη Χάθα Γιόγκα στη ζωή των Αμερικανών μέσω ενός τηλεοπτικού προγράμματος που λεγόταν “Yoga For Health”. Τη σημερινή εποχή, η Χάθα Γιόγκα εστιάζει στη ψυχοσωματική ευημερία των ασκητών και την υγεία.   

Η πρακτική της Χάθα Γιόγκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρακτική της Χάθα Γιόγκα μπορεί να εφαρμοστεί ανεξαρτήτως βάρους, ηλικίας και ικανοτήτων και είναι ιδανική για αρχάριους. Η εξάσκηση της γίνεται συνήθως σε καθιστή ή όρθια θέση μέσα από τις τεχνικές αναπνοές (pranayama), το διαλογισμό (Dhyāna), τις στάσεις-ασκήσεις (asanas), και την απόλυτη χαλάρωση (Savasana). Η εξάσκηση της μπορεί επίσης να γίνει ατομικά ή ομαδικά με την καθοδήγηση του δασκάλου.

Πιο συγκεριμένα, το pranayama, αναφέρεται στο κομμάτι των αναπνοών. Η αναπνοή καθρεφτίζει το χαρακτήρα και τη γενικότερη συμπεριφορά μας ως φορέας ενέργειας. Εάν γίνονται σωστά οι ασκήσεις εκπνοής και εισπνοής, οδηγούν σε κάθαρση και μέσω αυτής, ο άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει ανεξιχνίαστες περιοχές του ασυνείδητου νου. Το Dhyāna είναι η πρακτική που αφορά το διαλογισμό. Ο διαλογισμός οδηγεί τον ασκούμενο στην ολική αποστασιοποίηση απο εξωγενείς παράγοντες και στην πνευματική πληρότητα. Μερικοί εκπαιδευτές μπορούν να οδηγήσουν τους ασκούμενους τους, να φτάσουν σε διαλογισμό με καθοδήγηση ή με συγκεκριμένου είδους τραγούδια. Οι asanas, οι οποίες όπως είπαμε είναι στάσεις γιόγκα, είναι μία σειρά κινήσεων που βελτιώνουν την ισορροπία, την ευελιξία και τη δύναμη. Οι ασκήσεις αυτές ξεκινούν από αρκέτα ήπια επίπεδα δυσκολίας και φτάνουν σε υψηλά. Η προσαρμογή και το πέρασμα από τις εύκολες στάσεις-πρακτικές στις δύσκολες πρέπει να γίνεται βαθμιαία. Τέλος, το Savasana είναι συνήθως ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει ένα μάθημα Χάθα Γιόγκα. Μέσω αυτής τη στάσης, ο ασκούμενος ξαπλώνει ανάσκελα, κλείνει τα μάτια, αφήνει πίσω κάθε σκέψη που μπορεί να του αποσπά την προσοχή και χαλαρώνει.

Πέρα από τα ψυχικά και σωματικά οφέλη που έχει η Χάθα Γιόγκα, σημαντική κρίνεται και η παροχή εξοπλισμού κατά τη διάρκεια του μαθήματος για λόγους ασφαλείας και καλύτερης εφαρμογής της Γιόγκα. Ο εξοπλισμός αυτός λοιπόν, περιλαμβανει μαξιλάρια διαλογισμού, λουριά, κουβέρτες και μαξιλάρες. Παρόλο που μπορεί να είναι φανομενικά ένα απαλό είδος γιόγκα, μερικές ασκήσεις αποτελούν πρόκληση για το σώμα και το πνεύμα.

Μία τυπική συνεδρία Χάθα Γιόγκα διαρκεί συνήθως 45 με 90 λεπτά. Όσοι δεν γνωρίζουν με ποιον τρόπο να εξασκηθούν σωστά, καλό θα ήταν να ακολουθήσουν τις συμβουλές ενός εκπαιδευτή, γιατί υπάρχει κίνδυνος να καταπονηθεί το σώμα τους. Η Χάθα Γιόγκα διαφέρει από άλλα είδη γιόγκα ως προς τη διαδοχή, τη διάρκεια των ασκήσεων και το στόχο του μαθήματος. Πιο συγκεκριμένα, στη Χάθα Γιόγκα οι μαθητές ακολουθούν μία στάση-πρακτική, μένουν και εμβαθύνουν σε αυτή για μερικές ή περισσότερες αναπνοές. Αντιθέτως, σε άλλη είδη γιόγκα, ο ρυθμός αυτών των στάσεων-πρακτικών εναλλάσσεται γρήγορα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Riley, David (Μar/Αpr 2004). «HATHA YOGA AND THE TREATMENT OF ILLNESS». Alternative Therapies in Health and Medicine. PMID 15055088. https://search.proquest.com/docview/204828615?fromopenview=true&pq-origsite=gscholar. 
  2. Newlyn, Emma. «What is Hatha Yoga?». EkhartYoga. 

Βιβλιογραφία - Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]