Χάακον Ζ´ της Νορβηγίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάακον Ζ´
Haakon7.jpg
Περίοδος 18 Νοεμβρίου 1905 − 21 Σεπτεμβρίου 1957
Στέψη 22 Ιουνίου 1906
Προκάτοχος Όσκαρ Β΄
Διάδοχος Όλαφ Ε΄
Σύζυγος Ματθίλδη του Ηνωμένου Βασιλείου
Επίγονοι Όλαφ
Οίκος Γκλύξμπουργκ
Πατέρας Φρειδερίκος Η΄ της Δανίας
Μητέρα Λουίζα της Σουηδίας
Γέννηση 3 Αυγούστου 1872
Παλάτι του Σαρλότενλουντ, Ζηλανδία
Θάνατος 21 Σεπτεμβρίου 1957 (85 ετών)
Βασιλικό Παλάτι του Όσλο
Τόπος ταφής Φρούριο Άκερσους
Θρησκεία Λουθηρανισμός
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα
δεδομέναπ  σ  ε )

Ο Χάακον Ζ´ (Haakon VII, 3 Αυγούστου 1872 - 21 Σεπτεμβρίου 1957) ήταν πρίγκιπας της Δανίας και ο πρώτος βασιλιάς της Νορβηγίας, μετά τη διάλυση της ένωσης με τη Σουηδία.[1] Ήταν μέλος του Οίκου του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν-Σόντερμπουργκ-Γκλύξμπουργκ.[2] Ως ένας εκλεγμένος μονάρχης, ο Χάακον κέρδισε γρήγορα το σεβασμό και την αγάπη του λαού του και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ενότητα του νορβηγικού έθνους, κατά την εισβολή και κατοχή της Νορβηγίας από τη Ναζιστική Γερμανία.[1][3]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στις 3 Αυγούστου 1872, ως Πρίγκιπας Κάρολος της Δανίας, ήταν γιος του μετέπειτα Βασιλιά Φρειδερίκου Η΄ της Δανίας και της Βασίλισσας Λουίζας της Σουηδίας.[4] Επιπλέον, ήταν μικρότερος αδελφός του Χριστιανού Ι΄ της Δανίας και εγγονός του Χριστιανού Θ΄ της Δανίας. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Χάακον, είδε τον πατέρα του, τον αδελφό του και τον ανιψιό του, Φρειδερίκο Θ΄, να ανεβαίνουν διαδοχικά στο θρόνο της Δανίας. Από την πλευρά του πατέρα του ήταν ανιψιός της Βασίλισσας Αλεξάνδρας του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυτοκράτειρας Μαρίας της Ρωσίας και του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ των Ελλήνων. Ανάμεσα στα ξαδέλφια του ήταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ των Ελλήνων, ο Βασιλιάς Γεώργιος Ε΄ του Ηνωμένου Βασιλείου και ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας.[5][6]

Μεγάλωσε μαζί με την υπόλοιπη βασιλική οικογένεια της Δανίας στην Κοπεγχάγη και εκπαιδεύτηκε στη Βασιλική Ναυτική Ακαδημία της Δανίας.[4]

Στις 22 Ιουλίου 1896 παντρεύτηκε στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ την πρώτη ξαδέλφη του Πριγίπισσα Ματθίλδη του Ηνωμένου Βασιλείου, κόρη του μετέπειτα Βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄.[4] Ο μοναχογιός τους, Πρίγκιπας Αλέξανδρος, που μετονομάστηκε αργότερα ως "Όλαφ", γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1903.[1][4]

Μετά την διάλυση της ένωσης μεταξύ της Σουηδίας και της Νορβηγίας, το 1905, μια επιτροπή της νορβηγικής κυβέρνησης εξέτασε αρκετούς Ευρωπαίους πρίγκιπες, προκειμένου να επιλεχθεί ο κατάλληλος για την κενή θέση του Βασιλιά της Νορβηγίας.[4] Έτσι, επιλέχθηκε ο Δανός πρίγκιπας Κάρολος, καθώς είχε καταγωγή από πρώην Νορβηγούς μονάρχες και είχε, επίσης, έναν γιο, παρέχοντας έτσι διάδοχο στο θρόνο.[1][4]

Τον Νοέμβριο του 1905, με δημοψήφισμα, επικυρώθηκε η θέση του Βασιλιά στον Κάρολο σε ποσοστό 78,9%.[7] Λίγες μέρες μετά ο Κάρολος αποδέχτηκε το θρόνο και άλλαξε το όνομά του στο νορβηγικό Χάακον.[4] Στις 25 Νοεμβρίου 1905 έφθασε στην Κριστιάνια (σημερινό Όσλο) και δύο μέρες ορκίστηκε ως βασιλιάς της χώρας.[1] Η ενθρόνισή του έγινε στον Καθεδρικό Ναό Νίνταρος του Τρόντχαϊμ στις 22 Ιουνίου 1906.[4]

Ο Βασιλιάς Χάακον απέκτησε μεγάλη δημοφιλία από το νορβηγικό λαό, ενώ πραγματοποίησε εκτεταμένα ταξίδια εντός της Νορβηγίας.[4] Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα της Νορβηγίας του παραχωρούσε σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες, στην πράξη, σχεδόν όλες οι σημαντικές κυβερνητικές αποφάσεις λαμβάνονταν από την εκάστοτε κυβέρνηση (υπουργικό συμβούλιο), εν ονόματι του ίδιου.[4] Ο Χάακον περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό στα εθιμοτυπικά του καθήκοντα, κάτι που συνεχίστηκε από τον γιο και τον εγγονό του. Ωστόσο, η μακρόχρονη βασιλεία του τον έθεσε ως σύμβολο της ενότητας της χώρας.[4]

Την 9η Απριλίου 1940, η Νορβηγία δέχτηκε επίθεση από τη Ναζιστική Γερμανία.[4] Ωστόσο, η ισχυρή αντίσταση που συνάντησε την οδήγησε σε προσωρινή απόσυρση των δυνάμεών της. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στην βασιλική οικογένεια, την κυβέρνηση και μέλη του κοινοβουλίου να εγκαταλείψουν το Όσλο.

Την επόμενη μέρα, ο Κουρτ Μπράουερ, αντιπρόσωπος της Γερμανίας στη Νορβηγία, ζήτησε συνάντηση με τον Βασιλιά Χάακον. Ο Γερμανός διπλωμάτης κάλεσε τον Χάακον να δεχθεί τα αιτήματα του Αδόλφου Χίτλερ ως προς τον τερματισμό κάθε αντίστασης και τον διορισμό του Βίντκουν Κουίσλιγκ ως πρωθυπουργού.[4] Ο Κουίσλινγκ, αρχηγός του φασιστικού κόμματος της Νορβηγίας, είχε αυτοανακηρυχθεί πρωθυπουργός, μερικές ώρες νωρίτερα.[4] Ο Μπράουερ πρότεινε στον Χάακον να ακολουθήσει το παράδειγμα της δανικής κυβέρνησης και του αδελφού του, ο Χριστιανού Ι΄, που παραδόθηκαν σχεδόν αμέσως μετά την γερμανική εισβολή στη Δανία. Ωστόσο, ο Χάακον υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να πάρει αυτοβούλως μια τέτοια απόφαση, χωρίς τη συναίνεση της κυβέρνησης.

Σε μια συνάντηση που ακολούθησε με την κυβέρνηση, στο Νάϊμπεργκσουντ, ο Βασιλιάς Χάακον μετέφερε το γερμανικό τελεσίγραφο. Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν μπορούσε να αποδεχτεί τις γερμανικές απαιτήσεις, καθώς θα βρισκόταν απέναντι από τα δικά του πιστεύω. Σχετικά με το διορισμό του Κουίσλινγκ στην πρωθυπουργία ανέφερε ότι δεν μπορούσε να τον πραγματοποιήσει και έθεσε στη διάθεση της κυβέρνησης την παραίτησή του από το θρόνο, σε περίπτωση που οι υπουργοί πίστευαν ότι έπρεπε να διοριστεί ο Κουίσλινγκ.

Η κυβέρνηση ευρισκόμενη σε ομοφωνία με τον Χάακον τον συμβούλευσε να μην διορίσει καμία κυβέρνηση με επικεφαλή τον Κουίσλινγκ. Μέσα σε λίγες ώρες η άρνηση στις γερμανικές απαιτήσεις μεταδόθηκε στον Μπράουερ, ενώ ο νορβηγικός λαός ενημερώθηκε για την στάση αντίστασης που θα τηρούσε η κυβέρνηση.

Στις 11 Απριλίου 1940 η γερμανική αεροπορία επιτέθηκε στο Νάϊμπεργκσουντ, καταστρέφοντας τη μικρή αυτή πόλη όπου διέμενε η κυβέρνηση με το βασιλιά.[8] Ο βασιλιάς και οι υπουργοί του κατέφυγαν στα χιονισμένα δάση και προχώρησαν βορειότερα. Η βασιλική οικογένεια και η κυβέρνηση της Νορβηγίας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα για την Αγγλία, στις 7 Ιουνίου, καθώς πλέον είχε καταληφθεί σχεδόν πλήρως από τους Γερμανούς.[4] Με την άφιξή τους στο Λονδίνο σχηματίστηκε η εξόριστη νορβηγική κυβέρνηση.[4]

Η επίσημη έδρα του βασιλιά στο Λονδίνο ήταν η νορβηγική πρεσβεία στο Κένσινγκτον, που έγινε έδρα και της εξόριστης νορβηγικής κυβέρνησης. Ο Χάακον πραγματοποιούσε εκεί συναντήσεις με το υπουργικό συμβούλιο και εργαζόταν για τις ηχητικές παρεμβάσεις του που μεταδίδονταν τακτικά ραδιοφωνικά στη Νορβηγία μέσω του BBC.[4] Αυτές οι μεταδόσεις βοήθησαν στην παγίωση της θέσης του Χάακον ως ενός σημαντικού εθνικού συμβόλου για τη νορβηγική αντίσταση.[4] Πολλές μεταδόσεις έγιναν από τη νορβηγική εκκλησία του Αγίου Όλαφ στο Ρόδερχαϊθ, όπου εκεί εκκλησιαζόταν συχνά η βασιλική οικογένεια.[4]

Εν τω μεταξύ, ο Χίτλερ είχε διορίσει τον Γιόζεφ Τερμπόφεν ως επίτροπο του Ράιχ για τη Νορβηγία.[8] Ακολουθώντας εντολές του Χίτλερ, ο Τερμπόφεν προσπάθησε να εξαναγκάσει το κοινοβούλιο να καθαιρέσει τον Χάακον.[8] Το κοινοβούλιο, ωστόσο, αρνήθηκε επικαλούμενο το σύνταγμα.[8] Ακολούθησε ένα τελεσίγραφο των Γερμανών, με το οποίο απειλούσαν την φυλάκιση σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης όλων των Νορβηγών που ήταν σε ηλικία στράτευσης, σε περίπτωση που δεν καθαιρόταν ο Χάακον.[8] Με αυτή την απειλή εν όψει, το κοινοβούλιο ζήτησε την παραίτηση του βασιλιά στις 27 Ιουνίου.[8] Εκείνος, θεωρώντας ότι οι βουλευτές λειτουργούσαν υπό πίεση, αρνήθηκε να παραιτηθεί.[8] Μετά από μία ακόμη προσπάθεια να καθαιρεθεί ο Χάακον, τον Σεπτέμβριο, ο Τερμπόφεν κήρυξε ότι η βασιλική οικογένεια είχε καταπέσει από το δικαίωμά της να επιστρέψει στη χώρα.[8]

Μετά το τέλος του πολέμου, ο Χάακον και η Νορβηγική Βασιλική Οικογένεια επέστρεψαν στη Νορβηγία μέσω του βρετανικού καταδρομικού Norfolk (78). Έφτασε στο Όσλο στις 7 Ιουνίου 1945, ακριβώς πέντε χρόνια μετά την αυτοεξορία του.[4]

Το 1947 ο νορβηγικός λαός, μέσω δημόσιας συνεισφοράς, αγόρασε το βασιλικό γιοτ KS Norge για τον βασιλιά.[4][9] Ο Χάακον το χρησιμοποίησε εκτεταμένα για ταξίδια του στη Νορβηγία και το εξωτερικό.[4]

Τον Ιούλιο του 1955 ο Χάακον έπεσε στο μπάνιο του, με αποτέλεσμα να καθηλωθεί σε αναπηρικό καροτσάκι.[10] Λέγεται ότι εξαιτίας αυτού του τραυματισμού έπεσε σε κατάθλιψη, καθώς μείωσε το ενδιαφέρον του για τα κοινά. Με το θάνατό του στις 21 Σεπτεμβρίου 1957, στο θρόνο βρέθηκε ο γιος του Όλαφ.[4] Ο Χάακον και η Ματθίλδη αναπαύονται σε μια άσπρη σαρκοφάγο στο βασιλικό κοιμητήριο του Φρουρίου Άκερσους.[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]