Φωνολογία της καταλανικής γλώσσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η φωνολογία της καταλανικής γλώσσας, όντας αυτή μία λατινογενής γλώσσα, μοιράζεται φωνητικά χαρακτηριστικά με τις υπόλοιπες λατινογενείς γλώσσες. Όσον αφορά την διαλεκτολογία, παρουσιάζει έναν σχετικό βαθμό διαλεκτολογικής διαφοροποίησης, κυρίως μεταξύ των δυτικών και ανατολικών διαλέκτων, ωστόσο η φωνητική έχει υπάρξει γενικά συντηρητική και δεν έχουν προκύψει ρηξικέλευθες φωνητικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της εξέλιξης της γλώσσας μέχρι σήμερα.

Το καταλανικό σύστημα φωνηέντων παρουσιάζει επτά ή οκτώ διαφορετικούς φθόγγους, ανάλογα με την διάλεκτο: /a/, /e/, /ɛ/, /i/, /o/, /ɔ/, /u/ i /ə/. Το τελευταίο φωνήεν, γνωστό ως schwa ή ουδέτερο φωνήεν, απουσιάζει από τις δυτικές διαλέκτους και εμφανίζεται μονάχα σε μη τονισμένη θέση στις ανατολικές. Στην περιοχή της Βαρκελώνης, το schwa μετατρέπεται πολύ συχνά σε φθόγγο που πλησιάζει την ανοικτή θέση ([ɐ]), πιο κοντά στο [a].

Άτονα φωνήεντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φωνήεντα της καταλανικής.

Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των καταλανικών η ουδετεροποίηση των άτονων φωνηέντων, κάτι που έγινε η βάση της διαλεκτολογικής ομαδοποίησης από τον Μιλά ι Φοντανάλς.

Στο μεγαλύτερο μέρος των ανατολικών καταλανικών διαλέκτων, τα επτά άτονα φωνήεντα μετατρέπονται σε τρία ουδετεροποιημένα.

  • /a/, /e/, /ɛ/ → [ə]
  • /o/, /ɔ/, /u/ → [u]
  • /i/ → [i]

Στις δυτικές διαλέκτους, ουδετεροποιούνται μόνο τα ανοικτά φωνήεντα, στις λέξεις που προέρχονται από ρίζες με τέτοια φωνήεντα. Έτσι διατηρείται η διαφοροποίηση μεταξύ μη τονισμένων /a/ και /e/ και /i/ και /u/.

  • /e/, /ɛ/ → [e]
  • /o/, /ɔ/ → [o]

Τα σύμφωνα των καταλανικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του συμφωνικού συστήματος της γλώσσας, ο βητακισμός (η μετατροπή του /v/ σε [b] ή [β] άρα και η απουσία του αλλόφωνου [v]) που δεν πραγματοποιείται στα βαλενθιανικά, στις διαλέκτους των βαλεαρίδων και σε μερικές περιοχές της διαλέκτου της Ταρραγόνας και η μετατροπή των ηχηρών /z/, /d͡ʒ/ και /d͡z/ στα άηχα [s], [t͡ʃ] και [t͡s] αντίστοιχα.

Τα κλειστά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κλειστά σύμφωνα /b/, /d/ i /g/ προφέρονται ως κλειστά μονάχα όταν ακολουθούν παύση, έρρινο ή κλειστό σύμφωνο. Επίσης το /d/ παραμένει κλειστό μετά από πλάγιο (/l/). Στα υπόλοιπα φωνητικά περιβάλλοντα τα κλειστά φωνήεντα παράγουν τα προσεγγιστικά [β], [ð] i [ɣ] αντίστοιχα.

  • bata [ˈbatə], αλλά abat [əˈβat]
  • endoll [ənˈdoʎ], αλλά bedoll [bəˈðoʎ]
  • capgròs [ˌkabˈgɾɔs], αλλά culgròs [ˌkuɫˈɣɾɔs]

Στη διάλεκτο της Μαγιόρκα τα /k/ και /g/ ουρανικοποιούνται σε [c] και [ɟ] μπροστά από /i/, /e/, /ɛ/ i /a/ και στο τέλος λέξης ή συλλαβής.

Τα έρρινα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα έρρινα σύμφωνα /m/ και /n/ παρουσιάζουν διάφορα αλλόφωνα λόγω της αφομοίωσης που υποφέρουν ανάλογα με το φωνητικό περιβάλλον. Έτσι το /m/ είναι διχειλικό γενικά, αλλά τρέπεται σε χειλοδοντικό ([ɱ]) όταν ακολουθείται από ένα διχειλικό σύμφωνο ('èmfasi' [ˈɛɱfəzi]). Το /n/ είναι γενικά φατνιακό (όταν ακολουθείται από φωνήεν, παύση ή φατνιακό σύμφωνο) αλλά τρέπεται σε διχειλικό ([m]) όταν το ακολουθεί διχειλικό σύμφωνο ('un pas' [um ˈpas]), χειλοδοντικό ([ɲ]) πριν από ουρανικό ('un llop' [uɲ ˈʎop]) και υπερωικό ([ŋ]) πριν από υπερωικό (un gos [uŋ ˈgos]).

Το έρρινο ουρανικό /ɲ/ συμβολίζεται στον γραπτό λόγο με το δίγραφο 'ny'.

Τα πλάγια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλάγιο σύμφωνο /l/ σε καταλανικά είναι γενικά υπερωικοποιημένο [ɫ], που τρέπεται σε ουρανικό μπροστά από ουρανικό ('el llop' [əʎ ˈʎop]).

Το ουρανικό πλάγιο /ʎ/ αποτυπώνεται στη γραφή ως 'll'. Η τροπή του σε [j] είναι επίσης ένα φαινόμενο που υφίσταται, τόσο ως απόρροια ιστορικών συνθηκών όσο και ως λόγω επιρροής της ισπανικής γλώσσας, στην οποία είναι πολύ σπάνια η προφορά του ουρανικού πλάγιου.

Τα πλάγια σύμφωνα παρουσιάζουν το δίγραφο 'ŀl', που συμβολίζει την προφορά δύο υγρών πλαγίων [ll] μα και τα δύο συνεχόμενα ουρανικά [ʎʎ], που αποτυπώνονται σε λέξεις χωρισμένες με παύλα όπως Bell-lloc ή στο συνδυασμό των γραμμάτων 't' και 'll', (π.χ. 'Casa Battló').

Τα παλλόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παλλόμενα σύμφωνα μπορεί να είναι είτε πολυπαλλόμενα (/r/), στην αρχή της λέξης, μεταξύ φωνηέντων (αναπαρίσταται από το δίγραφο 'rr'), μετά από τα σύμφωνα n, l και s και σε σύνθετες λέξεις είτε μονοπαλλόμενα (/ɾ/). Στο τέλος της συλλαβής η προφορά διαφέρει μεταξύ των διαλέκτων ενώ μεταξύ φωνηέντων μπορεί να εκφραστεί ως [ɹ]. Στην βορειοκαταλανική διάλεκτο υφίσταται επίσης μια πρόσφατη εισροή τού γαλλικούσταφυλικού τριβόμενου [ʁ] (Rosselló ως [ʀusiˈʎu]) αντί για [rusəˈʎo]).

Τα συριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συριστικά σύμφωνα των καταλανικών είναι οκτώ και μορφολογικά διαμορφώνουν το εξής σύστημα. Η ορθή προφορά τους είναι σημαντική καθώς έχουν διαφοροποιητικό χαρακτήρα σε φωνολογικό επίπεδο.

[s] [z] [ʃ] [ʒ]
ss μεταξύ φωνηέντων
s στην αρχή ή το τέλος λέξης, ή μεταξύ συμφώνου και φωνήεντος
ç πριν από a, o, u και στο τέλος της λέξης
c πριν από e, i
s μεταξύ φωνηέντων
z στην αρχή λέξης, ή μεταξύ συμφώνου και φωνήεντος
x γενικά
ix πριν από φωνέν
j πριν από a, o, u
g πριν από e, i
[t͡s] [d͡z] [t͡ʃ] [d͡ʒ]
ts
ds
tz tx
-ig στο τέλος της λέξης
tj πριν από a, o, u
tg πριν από e, i
dj

Οι τριβόμενοι και προστριβομενοι φθόγγοι μπορούν να τραπούν σε ηχηροί ή άηχοι ανάλογα με το φωνητικό περιβάλλον όπου βρίσκονται. Επίσης, στις δυτικές διαλέκτους είναι αρκετά συνηθισμένο να τρέπεται σε προστριβόμενο [t͡ʃ] το τριβόμενο /ʃ/ στην αρχή της λέξης και μεταξύ συμφώνου και φωνήεντος. Στα βαλενθιανικά συνήθως το /ʒ/ πραγματώνεται ως [d͡ʒ]

Πάθη συμφώνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κύρια συμφωνικά πάθη που χαρακτηρίζουν τα σύμφωνα στα καταλανικά είναι τα εξής: η μετατροπή του φθόγγου σε ηχηρό, άηχο ή άφωνο και η αφομοίωση.

Μετατροπή σε ηχηρό ή άηχο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα άηχα σύμφωνα τείνουν να αφομοιώνουν την ηχηρότητα των ηχηρών συμφώνων με τα οποία βρίσκονται σε επαφή, πάντα στο τέλος της συλλαβής, που μπορεί να περιλαμβάνει και φθόγγους δύο διαφορετικών λέξεων (π.χ. 'petit' [pəˈtit], αλλά 'petit núvol' [pəˈtid ˈnuβuɫ]). Όσον αφορά τα τριβόμενα και προστριβόμενα σύμφωνα επίσης τρέπονται σε ηχηρά στο τέλος των λέξεων και πριν από φωνήεν ('els savis' [əɫˈsaβis], αλλά 'els avis' [əɫˈzaβis]).

Αντίθετα, τα ηχηρά σύμφωνα τρέπονται σε άηχα όταν βρίσκονται πριν από άηχο φθόγγο, μεταξύ δύο συλλαβών, μεταξύ δύο λέξεων ή στο τέλος λέξεων που ακολουθούνται από παύση, κάτι που συμβαίνει κυρίως σε δάνεια από ξένες γλώσσες ('club' [ˈkɫup], 'Madrid' [məˈðɾit]).

Αφομοίωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αφομοίωση αφορά τους έρρινους και πλάγιους φθόγγους /n/, /m/ και /l/, που διαφοροποιούνται υιοθετώντας τα φωνολογικά χαρακτηριστικά των φθόγγων που ακολουθούν, τόσο μεταξύ συλλαβών όσο και λέξεων. Έτσι έχουμε:

Μετατροπή σε χειλικό, πριν από χειλικό φθόγγο:

  • /n/ → [m] πριν από [m], [p] i [b] ('un pic' [um ˈpik])
  • /n/ i /m/ → [ɱ] πριν από [f] i [v] ('un fum' [uɱ ˈfum])

Μετατροπή σε ουρανικό, πριν από ουρανικό φθόγγο ([ʃ], [ʒ], [t͡ʃ], [d͡ʒ], [ɲ], [ʎ]):

  • /n/ → [ɲ] ('un joc' [uɲ ˈʒɔk])
  • /l/ → [ʎ] ('el xoc' [əʎ ˈʃɔk])

Μετατροπή σε φατνιακό, πριν από φατνιακό φθόγγο [k], [g]

  • /n/ → [ŋ] ('un gos' [uŋ ˈgos])
  • /g/ i /k/ → [ŋ] ('cigne' [ˈsiŋnə])

Μετατροπή σε οδοντικό, μπροστά από οδοντικό φθόγγο [t], [d]:

  • /n/ i /l/ → [n̪] i [ɫ̪] ('un dos' [un̪ ˈdos])

Έκταση συμφώνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έκταση ενός συμφώνου προκαλεί τον διπλασιασμό της φωνητικής του παρουσίας. Στα καταλανικά, η έκταση δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά και μόνο στα δίγραφα ('mm', 'nn', 'dd', 'l•l', 'll-ll', 'pp'). Επίσης υφίστανται περιπτώσεις όπου η παρουσία δύο γραμμάτων δεν εκφράζει έκταση.

Ο πρώτος τύπος έκτασης που δεν αποτυπώνεται στην ορθογραφία είναι όταν ένα οδοντικό ακολουθείται από ένα έρρινο:

  • [mm] στους συνδυασμούς -tm-, -dm-, -nm- (setmana [səmˈmanə])
  • [nn] στο -tn-
  • [ɫɫ] στο -tl-
  • [ʎʎ] στο -tll-

Ο δεύτερος τύπος εμφανίζεται όταν συγκεκριμένες ομάδες συμφώνων διαφοροποιούν την προφορά τους:

  • [bːɫ], [pːɫ], [gːɫ], [kːɫ] στα -bl-, -pl-, -gl-, -cl-, φαινόμενο πιο συνηθισμένο στις ανατολικές διαλέκτους.

Μετατροπή σε άφωνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα καταλανικά υπάρχει ένας αυξημένος αριθμός συμφωνικών ζευγαριών στο τέλος λέξεων, που σε πολλές περιπτώσεις παρουσιάζουν το φαινόμενο της μετατροπής του τελευταίου σε βουβό. Αυτές οι περιπτώσεις είναι συνήθως οι εξής:

  • /p/ i /b/ τελικά [m], εκτός από τα βαλενθιανικά, τη διάλεκτο της Μαγιόρκα και του Αλγκέρο: cam(p), am(b).
  • /t/ i /d/ στο τέλος της λέξης μετά από [n] o [ɫ], εκτός από μέρους των βαλεαρικών και των βαλενθιανικών: 'san(t'), 'rotun(d'), 'al(t').
  • /s/ τελικό μετά από -ig, -xt o -x: 'raig(s)', 'text(s)', 'índex(s)'.
  • /r/ τελικό, εκτός από ορισμένα ουσιαστικά και αρκετά επίθετα; στα βαλενθιανικά προφέρονται όλα ενώ στις Βαλεαρίδες κανένα.

Παρόμοια φαινόμενα παράγονται και σε ειδικές περιπτώσεις όπως τις λέξεις 'aque(s)t', 'a(r)bre' και 'p(r)endre'. Η αποκοπή του τελικού /n/ είναι ένα αρκετά παλιό φαινόμενο που γέννησε μορφές όπως 'mà' (από 'man'), και που διατηρεί ακόμη το έρρινο όταν σχετίζεται με άλλες λέξεις ('bé'/'ben', 'mitjà'/'mitjan').

Το αντίθετο φαινόμενο συμβαίνει όταν προφέρεται ένας φθόγγος που συνήθως δεν τονίζεται, και συμβαίνει στις εξής περιπτώσεις:

  • /t/ τελικό πριν από φωνήεν: 'cent un' [ˈsent ˈun], sant Andreu [ˈsant ənˈdɾew], fent-ho [ˈfentu].
  • /r/ τελικό μπροστά από αδύναμες μορφές αντωνυμιών: 'fer-hi' [ˈfeɾi]
  • /b/ της πρόθεσης amb και το /s/ του δεικτικού επιθέτου πριν από φωνήεν: 'amb ella' [əmb ˈeʎə], 'aquest home' [əˈkest ˈɔmə]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Fonologia del català της Καταλανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]