Φυσικό καταφύγιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ένα δάσος του καταφυγίου Αουλάνκο[1] στην Χεμεενλίνα, Φινλανδία

Ένα φυσικό καταφύγιο (γνωστό και ως καταφύγιο άγριας ζωής, καταφύγιο βιόσφαιρας ή περιοχή διατήρησης της φύσης) είναι προστατευόμενη περιοχή σημαντική για τη χλωρίδα, την πανίδα ή τη γεωλογία ή άλλα ειδικά χαρακτηριστικά ενδιαφέροντος, το οποίο δεσμεύεται και διαχειρίζεται για λόγους διατήρησης και παροχής ειδικών ευκαιριών για μελέτη ή έρευνα. Μπορεί να ορίζεται από κυβερνητικά ιδρύματα σε ορισμένες χώρες ή από ιδιώτες ιδιοκτήτες γης, όπως φιλανθρωπικά ιδρύματα και ερευνητικά ιδρύματα. Τα φυσικά καταφύγια εμπίπτουν σε διαφορετικές κατηγορίες της Διεθνούς Ένωση Προστασίας της Φύσης (ΔΕΠΦ), ανάλογα με το επίπεδο προστασίας που παρέχεται από τους τοπικούς νόμους. Κανονικά είναι πιο αυστηρά προστατευμένο από ένα φυσικό πάρκο. Διάφορες δικαιοδοσίες μπορούν να χρησιμοποιούν άλλη ορολογία, όπως περιοχή οικολογικής προστασίας ή ιδιωτική προστατευόμενη περιοχή στη νομοθεσία και στους επίσημους τίτλους των καταφυγίων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τσαρλς Γουότερτον ίδρυσε το πρώτο φυσικό καταφύγιο το 1821.

Πολιτιστικές πρακτικές που ισοδυναμούν περίπου με τη δημιουργία και τη διατήρηση προστατευόμενων περιοχών για ζώα χρονολογούνται από την αρχαιότητα, με τον Βασιλιά Τίσα της Κεϋλάνης να ιδρύει ένα από τα πρώτα καταφύγια άγριας ζωής στον κόσμο τον 3ο αιώνα π.Χ.[2] Τα πρώιμα καταφύγια είχαν συχνά θρησκευτικό υπόβαθρο, όπως οι περιοχές του «κακού δάσους» της Δυτικής Αφρικής που ήταν απαγορευμένες στους ανθρώπους, οι οποίοι απειλούνταν με πνευματική επίθεση αν πήγαιναν εκεί. Οι ιερές περιοχές ταμπού από την είσοδο του ανθρώπου μέχρι το ψάρεμα και το κυνήγι είναι γνωστές σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς παγκοσμίως.[3]

Το πρώτο σύγχρονο φυσικό καταφύγιο στον κόσμο ιδρύθηκε το 1821 από τον φυσιοδίφη και εξερευνητή Τσαρλς Γουότερτον γύρω από το κτήμα του στο Γουόλτον Χολ του Δυτικού Γιορκσάιρ. Ξόδεψε 9000 £ για την κατασκευή ενός τοίχου μήκους τριών μιλίων και ύψος 9 ποδιών για να περικλείσει το πάρκο του ενάντια στους λαθροκυνηγούς.[4] Προσπάθησε να ενθαρρύνει τη ζωή των πτηνών φυτεύοντας δέντρα και ανοίγοντας κορμούς για να φωλιάσουν οι κουκουβάγιες.

Ο Γουότερτον εφηύρε τεχνητά κουτιά φωλιών για να στεγάζουν ψαρόνια, κάργιες και οχθοχελίδονα, και προσπάθησε ανεπιτυχώς να εισαγάγει μικρές κουκουβάγιες από την Ιταλία.[5] Ο Γουότερτον επέτρεψε στους ντόπιους να έχουν πρόσβαση στο καταφύγιό του και περιγράφηκε από τον Ντέιβιντ Άτενμπορο ως «ένας από τους πρώτους ανθρώπους που αναγνώρισαν όχι μόνο ότι ο φυσικός κόσμος είχε μεγάλη σημασία αλλά ότι χρειαζόταν προστασία καθώς η ανθρωπότητα είχε όλο και περισσότερες απαιτήσεις από αυτόν».[6]

Το Ντράχενφελς προστατεύτηκε ως το πρώτο φυσικό καταφύγιο που ορίστηκε από το κράτος στη σύγχρονη Γερμανία. Η τοποθεσία αγοράστηκε από την Πρωσία το 1836 για να την προστατεύσει από περαιτέρω δημιουργία λατομείων.

Το πρώτο σημαντικό φυσικό καταφύγιο ήταν το Εθνικό Πάρκο Γιέλοουστοουν στο Ουαϊόμινγκ των Ηνωμένων Πολιτειών, ακολουθούμενο από το Βασιλικό Εθνικό Πάρκο κοντά στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και το Φυσικό Καταφύγιο Μπαργκουζίν της Αυτοκρατορικής Ρωσίας, το πρώτο από τα zapovedniks που δημιουργήθηκε από μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποκλειστικά για την επιστημονική μελέτη της φύσης.[7]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Directions to Aulanko - Nationalparks.fi
  2. The National Atlas of Sri Lanka (2nd έκδοση). Department of Survey. 2007. σελ. 86. ISBN 978-955-9059-04-2. 
  3. «Sri Lanka Wildlife Conservation Society (SLWCS)». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Οκτωβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2011. 
  4. «Walton Hall history». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Αυγούστου 2010. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2012. 
  5. «Charles Waterton (1782–1865)». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2014. 
  6. Wakefield Express (23 Φεβρουαρίου 2013). «Sir David Attenborough will open city centre's new museum». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 24 Αυγούστου 2014. 
  7. Weiner, Douglas R. (1988). Models of Nature: Ecology, Conservation, and Cultural Revolution in Soviet Russia. University of Pittsburgh Press. σελ. 29. ISBN 978-0-8229-5733-1. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]