Φρανσουά Ραμπελαί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φρανσουά Ραμπελαί
Francois Rabelais - Portrait.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
François Rabelais (Γαλλικά)
Γέννηση 1483 ή 1494
Seuilly, Γαλλία
Θάνατος 9 Απριλίου 1553
Παρίσι, Γαλλία
Τόπος ταφής Παρίσι
Εθνικότητα Γαλλία
Ψευδώνυμο Alcofrybas Nasier, Séraphin Calobarsy
Υπηκοότητα Γαλλία
Θρησκεία Καθολική Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσα Μέσα Γαλλικά
Ομιλούμενες γλώσσες Μέσα Γαλλικά[1]
Σπουδές Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα Γιατρός, συγγραφέας, μοναχός, κληρικός
Αξιοσημείωτο έργο Abbaye de Thélème
Gargantua and Pantagruel
Οικογένεια
Γονείς Αντουάν Ραμπελαί
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Φρανσουά Ραμπελαί (François Rabelais, 1483 ή 14949 Απριλίου 1553) ήταν Γάλλος γιατρός και συγγραφέας της Αναγέννησης, γνωστός για τα βιβλία του που περιγράφουν τις περιπέτειες δύο γιγάντων-βασιλιάδων, του Γαργαντούα και του γιου του, Πανταγκρυέλ. Το έργο του επηρέασε βαθιά τη γέννηση και την εξέλιξη του σύγχρονου μυθιστορήματος, παρότι λογοκρίθηκε τόσο από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού όσο και από την καθολική εκκλησία. Μέσω της σάτιρας και της σκατολογίας, άσκησε κριτική σε πρόσωπα (όπως στο θεολόγο Ιωάννη Καλβίνο) και σε κοινωνικές δομές της εποχής του, στρέφοντας ένα σημαντικό κομμάτι των καυστικών του σχολίων κατά της Θεολογικής Σχολής της Σορβόννης, που δε δίστασε να κάψει τα έργα του δημόσια[2].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του Φρανσουά Ραμπελαί μας είναι άγνωστη. Σύμφωνα με το Dictionnaire historique του Moréri, όταν πέθανε ήταν 70 ετών[3]. Αυτή η πληροφορία τοποθετεί τη γέννησή του το 1483, στη La Devinière[1], στη Σινόν, παρότι ένα μεγάλο κομμάτι της ερευνητικής κοινότητας, προτείνει και το 1494 ως πιθανό έτος γέννησής του, έπειτα από προσεχτικές αναγνώσεις του έργου του[4]. Ο πατέρας του, Αντουάν Ραμπελαί, ήταν δικηγόρος.

Ήδη το 1511, ο Φρανσουά Ραμπελαί φαίνεται να είναι δόκιμος μοναχός στο Τάγμα των Φραγκισκανών[5]. Το ενδιαφέρον του για την κλασική αρχαιότητα, καθώς και η «εξαιρετική γνώση»[6] των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών, του επέτρεψαν να μελετήσει μια σειρά αρχαίων κειμένων, η επιρροή των οποίων είναι φανερή στο σύνολο του έργου του, αλλά και να αλληλογραφήσει με μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, όπως τον ανθρωπιστή Γκιγιόμ Μπουντέ. Το 1524 ή το 1525, γίνεται δεκτός στο Τάγμα των Βενεδικτίνων, το οποίο έχει τη φήμη του πιο «ελεύθερου» τάγματος, που ενθαρρύνει την πνευματική εργασία και την ενασχόληση με τους κλασικούς[7].

Λίγα χρόνια αργότερα, εγκαταλείπει το τάγμα, προκειμένου να ολοκληρώσει τις σπουδές του στη φημισμένη Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονπελιέ. Παίρνει το πτυχίο του το 1530, έπειτα από μόλις μερικές εβδομάδες εντατικής φοίτησης[8] και ξεκινά να εργάζεται ως γιατρός στο νοσοκομείο Hôtel-Dieu στη Λυών. Εκεί εκδίδει το 1532, το βιβλίο Πανταγκρυέλ (Pantagruel) με το ψευδώνυμο Alcofrybas Nasier και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία[9]. Παρά την επιτυχία, το βιβλίο δέχεται σφοδρή κριτική από τους θεολόγους της συντηρητικής Θεολογικής Σχολής της Σορβόννης. Θα ακολουθήσουν άλλα τρία βιβλία που περιγράφουν τις περιπέτειες του Πανταγκρυέλ και του Γαργαντούα. Το Τρίτο Βιβλίο (Tiers Livre) που εκδίδεται το 1546 στο Παρίσι είναι και το πρώτο που φέρει το αληθινό όνομα του Φρανσουά Ραμπελαί, καθώς και τη σφραγίδα του βασιλιά και την άδειά του για την έκδοση[10]. Το Τέταρτο Βιβλίο (Quart Livre) εκδίδεται το 1552, επίσης με βασιλική σφραγίδα, αλλά η κυκλοφορία του διακόπτεται για δεκαπέντε ημέρες, έπειτα από αίτημα της Θεολογικής Σχολής της Σορβόννης[11].

Ο Φρανσουά Ραμπελαί πεθαίνει το Μάρτιο του 1553. Στα επιταφολόγια της εκκλησίας του Αγίου Παύλου, ως ημερομηνία θανάτου του αναφέρεται η 9η Απριλίου 1553[12]. Έντεκα χρόνια μετά το θάνατό του, θα εμφανιστεί το υποτιθέμενο Πέμπτο Βιβλίο (Cinquiesme Livre), η πατρότητα του οποίου θα αμφισβητηθεί έντονα.

Εκτός του συγγραφικού του έργου, ο Φρανσουά Ραμπελαί ασχολήθηκε και με τις μεταφράσεις αρχαίων κειμένων (τον Αύγουστο του 1532 μετέφρασε έργα του Ιπποκράτη και του Γαληνού στα λατινικά) και δημοσίευσε πολλούς καζαμίες, για να σατιρίσει την πεποίθηση των ανθρώπων ότι μπορούν να γνωρίζουν το μέλλον[9]. Επίσης, διετέλεσε προσωπικός γιατρός και γραμματέας του κληρικού και διπλωμάτη Jean du Bellay και τον ακολούθησε σε διπλωματικές αποστολές στην Ιταλία, η πρώτη από τις οποίες πραγματοποιήθηκε το 1534[13].

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Pantagruel (1532)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο βιβλίο των περιπετειών του γίγαντα Πανταγκρυέλ που εκδίδει ο Ραμπελαί με το ψευδώνυμο Alcofrybas Nasier (αναγραμματισμός του ονόματός του) στη Λυών. Το όνομα του ήρωα, θυμίζει αυτό του νάνου Penthagruel, μίας φιγούρας της λαϊκής κουλτούρας, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, έριχνε αλάτι στα στόματα των μεθυσμένων, προκειμένου να στεγνώσει ο οισοφάγος τους και να ξυπνήσουν για να προετοιμαστούν για νέα μεθύσια[14].

Το έργο αφηγείται την παιδική ηλικία, την εφηβεία, τις σπουδές και τις περιπέτειες του Πανταγκρυέλ, ενός γίγαντα από βασιλική γενιά, και του πολυμήχανου αλλά δειλού φίλου του, Πανούργου (Panurge). Στο εξώφυλλο, αναφέρεται ότι ο Πανταγκρυέλ είναι ο γιος του βασιλιά-γίγαντα Γαργαντούα – πρόκειται για σαφή αναφορά στο ανώνυμο έργο Τα μεγάλα και ανεκτίμητα χρονιά του μεγάλου και τρανού γίγαντα Γαργαντούα (Grandes et Inestimables Cronicques : du grant et énorme geant Gargantua) το οποίο, αν και δε διέθετε «μεγάλη λογοτεχνική αξία», σύμφωνα με το μελετητή του Ραμπελαί Michael Screech, μοιάζει να αποτελεί άμεση πηγή για τις περιπέτειες του Πανταγκρυέλ[15]. Μία άλλη πηγή αποτελούν τα ιπποτικά μυθιστορήματα της εποχής, τα οποία περιγράφουν αναλυτικά την ανατροφή, τις αρετές καθώς και το ταξίδι του ήρωα, ο οποίος στο τέλος πρέπει να σώσει το βασίλειο από τον εχθρό. Στον Pantagruel συναντάμε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αλλά με μία παρωδική χροιά, η οποία κυριαρχεί σε όλο το έργο. Πρόκειται, το δίχως άλλο, για μία έντονα κριτική ματιά στο είδος του ιπποτικού μυθιστορήματος και στα λογοτεχνικά έργα, γενικότερα.

Οι ιδέες του Ανθρωπισμού και της Αναγέννησης κυριαρχούν σε όλο το βιβλίο, το οποίο είναι επίσης επηρεασμένο από την αρχαία ελληνορωμαϊκή γραμματεία· ο Λουκιανός αναφέρεται συχνά ως βασική πηγή του έργου του Ραμπελαί. Το γράμμα το οποίο στέλνει ο Γαργαντούας στο γιο του, γεμάτο συμβουλές για τις σπουδές και για τη ζωή, θεωρείται ότι αποτελεί ένα μανιφέστο του Ανθρωπισμού[16].

Το βιβλίο περιλαμβάνει πολλές κωμικές σκηνές που ασκούν έντονη κριτική στην εποχή του Ραμπελαί: από το νέο από τη Λιμόζ που παριστάνει τον Παριζιάνο[17] και τον Πανούργο που μιλάει σε πολλές γλώσσες προτού απαντήσει στις ερωτήσεις του Πανταγκρυέλ στα γαλλικά[18], ως τον πνιγμό του αντίπαλου στρατού σε μία θάλασσα από ούρα και τη φωτιά στο στρατόπεδό τους[19], ο Ραμπελαί δημιουργεί έναν καρναβαλικό κόσμο, γεμάτο σκατολογικές αναφορές προκειμένου να ασκήσει κριτική σε αυτά που θεωρεί κακώς κείμενα της εποχής του. Εξαιρετικά γνωστές είναι δύο σκηνές του βιβλίου: στην πρώτη, ο χαρακτήρας Επιστήμων επιστρέφει από τον κόσμο των Νεκρών και τον περιγράφει[20] ενώ στη δεύτερη, ο αφηγητής μπαίνει μέσα στο γιγάντιο στόμα του Πανταγκρυέλ και γνωρίζει ένα στρατό που κατοικεί εκεί[21].

Gargantua (1535)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δεύτερο βιβλίο των Χρονικών του Ραμπελαί περιγράφει τη ζωή και τις περιπέτειες του πατέρα του Πανταγκρυέλ, του πανίσχυρου γίγαντα Γαργαντούα. Όπως και στον Pantagruel έτσι κι εδώ, παρουσιάζεται με πολλές περιγραφές η γέννηση και η παιδική και εφηβική ηλικία του ήρωα, η εκπαίδευσή του, τα ταξίδια του, οι περιπέτειές του καθώς και η τελική μάχη, στην οποία το στρατόπεδο του Γαργαντούα και του πατέρα του, κερδίζει. Στην αρχή του βιβλίου, υπάρχει ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Ραμπελαί το οποίο και αφιερώνει στο αναγνωστικό κοινό. Ακολουθεί το πρωτότυπο γαλλικό ποίημα και η ελληνική του μετάφραση, από τον Φίλιππο Δ. Δρακονταειδή:

Au[x] Lecteurs[22] Στους αναγνώστες[23]
Amis lecteurs qui ce livre lisez,

Despouillez vous de toute affection.

Et le lisant ne vous scandalisez,

Il ne contient mal ne infection.

Vray est qu'icy peu de perfection

Vous apprendrez, si non en cas de rire.

Autre argument ne peut mon cœur elire,

Voyant le deuil qui vous mine et consomme.

Mieux est de ris que de larmes escrire,

Pource que rire est le propre de l'homme.

Φίλοι αναγνώστες, που τούτο το βιβλίο διαβάζετε,

το κάθε πάθος από πάνω σας πετάξτε

κι από το διάβασμά του μη σκανταλιστείτε:

ούτε κακό ή προστυχιά μέσα του θα βρείτε.

Κι αλήθεια είναι πως στάλα τελειότητας εδώ πάλι

δε θα μάθετε, πάρεξ για το ζήτημα του γέλιου.

Άλλο θέμα η καρδιά μου δε δύναται να διαλέξει,

σαν βλέπει το σαράκι που σας σκάβει και σας τρώει.

Κάλλιο το γέλιο παρά για κλάματα να γράφω,

αφού το γέλιο είναι γνώρισμα τ' ανθρώπου μόνο.

Βασικό θέμα του βιβλίου είναι η εκπαίδευση. Ο Ραμπελαί κοροϊδεύει τις συντηρητικές εκπαιδευτικές μεθόδους του Μεσαίωνα, οι οποίες κάνουν τον προικισμένο Γαργαντούα «παλαβό, χαζό, ολότελα αφηρημένο και αρλουμπατζή»[24] και προτείνει την παιδεία της Αναγέννησης, η οποία στοχεύει στη δημιουργία ενός Homo Universalis, ενός ατόμου με ολοκληρωμένη και πολύπλευρη μόρφωση. Επηρεασμένος από το έργο του Έρασμου, ο οποίος αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς σε όλα τα χρονικά, ο Ραμπελαί σατιρίζει με σκληρό τρόπο το συντηρητισμό της Θεολογικής Σχολής της Σορβόννης και βάζει τον ήρωά του, Γαργαντούα, να κλέψει τις καμπάνες της Παναγίας των Παρισίων, να δώσει στους Παριζιάνους να πιουν από τα ούρα του και να αντιμετωπίσει τους θεολόγους της Σορβόννης σε δίκη για το θέμα των κλεμμένων καμπάνων.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την περιγραφή του Αββαείου του Θελήματος, ενός πρωτότυπου μοναστηριού το οποίο είναι αντίθετο από όλα τα άλλα μοναστήρια της εποχής του[25]. Στο Αββαείο αυτό δεν υπάρχουν τείχη, στο τάγμα μπορούν να ενταχθούν και άντρες και γυναίκες ενώ ο μόνος κανόνας που υπάρχει είναι ο ακόλουθος: «Κάνε ό,τι θελήσεις»[26]. Το Αββαείο του Θελήματος αποτελεί μία πρωτοποριακή σύλληψη για την εποχή του, όπως ήταν άλλωστε και η Ουτοπία του Τόμας Μορ, έργο που επηρέασε και το Ραμπελαί, ο οποίος ονόμασε την Ουτοπία ως χώρα καταγωγής της μητέρας του Πανταγκρυέλ.

Le Tiers Livre (1546)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Τρίτο Βιβλίο των περιπετειών του Πανταγκρυέλ, του Γαργαντούα και της παρέας τους είναι το πρώτο που εκδίδεται με το πραγματικό όνομα του Φρανσουά Ραμπελαί και φέρει τη σφραγίδα του βασιλιά (privilège du roi) έπειτα από αίτημα του Ραμπελαί, ο οποίος ήθελε να προστατεύσει το βιβλίο του από τις επιθέσεις που δεχόταν και, κυρίως, από τη λογοκρισία της Σορβόννης[27]. Διαφέρει ριζικά από τα δύο πρώτα βιβλία, τόσο σε μορφή όσο και σε περιεχόμενο, καθώς δεν περιλαμβάνει περιγραφές ταξιδιών και περιπετειών αλλά παρουσιάζει τις προσπάθειες του Πανούργου να παντρευτεί μέσα από συζητήσεις του με τον Πανταγκρυέλ. Η διαλογική μορφή του Τρίτου Βιβλίου ανακαλεί τους πλατωνικούς διαλόγους και θέτει υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή μορφή των λογοτεχνικών κειμένων. Ο Ραμπελαί ασκεί έτσι κριτική στη λογοτεχνία και τις μορφές της, διατηρώντας ταυτόχρονα μία στάση σεβασμού απέναντι στην ιστορία της λογοτεχνίας και στην αρχαία Ελληνική και Ρωμαϊκή γραμματεία, από την οποία εμπνέεται αυτή τη διαλογική μορφή.

Βασικό θέμα του Τρίτου Βιβλίου είναι η πρόβλεψη του μέλλοντος. Ο Ραμπελαί, ο οποίος ήδη εξέδιδε καζαμίες για πλάκα, στοχεύοντας στο να δείξει ότι το μέλλον είναι απρόβλεπτο, βάζει τον Πανούργο να τρέχει σε ψευδοπροφήτες, τσαρλατάνους, επιστήμονες και μάγους προκειμένου να μάθει αν πρέπει να παντρευτεί ή όχι. Η απάντηση που παίρνει από κάθε συμβουλάτορα είναι η ίδια: «θα απατηθεί, θα δαρθεί και θα μείνει στην ψάθα»[28]. Δοκιμάζει κάθε δυνατή μέθοδο πρόβλεψης του μέλλοντος, μεταξύ των οποίων την αστρολογία, την ονειρομαντεία, την τυρομαντεία, τη γυρομαντεία και άλλες για να μάθει τι θα του συμβεί και μετατρέπεται έτσι, σύμφωνα με τον Michael Screech, «από τον χαρισματικό ήρωα του Pantagruel που μπορούσε να επισκιάσει και να βοηθήσει τον αφέντη του, στην αντίθεση όλων αυτών που συμβολίζει ο Πανταγκρυέλ»[29].

Το Τρίτο Βιβλίο είναι, επίσης, βαθιά επηρεασμένο από το έργο του Πλάτωνα και, κυρίως, από το Συμπόσιο και τον Τίμαιο. Ο Ραμπελαί μας παρουσιάζει επίσης ένα συμπόσιο, στο οποίο έχουν κληθεί ξακουστοί επιστήμονες για να δώσουν την συμβουλή τους στον Πανούργο, όπου σατιρίζει πολλές από τις απόψεις τις εποχής του. Το ίδιο το συμπόσιο μοιάζει επηρεασμένο τόσο από το αντίστοιχο πλατωνικό, όσο και από άλλα λογοτεχνικά συμπόσια της αρχαιότητας. Με βάση τις παρατηρήσεις του Μιχαήλ Μπαχτίν, ο οποίος στο βιβλίο του Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του μελέτησε τη σχέση του έργου του Ραμπελαί με τον κόσμο της λαϊκής γιορτής, θα μπορούσαμε να συνδέσουμε το συμπόσιο με την έννοια του γκροτέσκου σώματος, του απόλυτα υλικού σώματος που αντιπροσωπεύει ολόκληρο τον υλικό κόσμο και την κυκλική του πορεία[30]. Από αυτή την άποψη, το έργο του Ραμπελαί μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο κόσμους, αυτόν της ανθρωπιστικής κουλτούρας και πολυμάθειας και αυτόν της λαϊκής γιορτής, κατορθώνοντας να τους ενώσει.

Το Τρίτο Βιβλίο κλείνει με την απόφαση του Πανούργου να βρει το θρυλικό μαντείο της Θείας Μπουκάλας και να πάρει από εκεί συμβουλή για το αν πρέπει να παντρευτεί ή όχι. Οι πρωταγωνιστές ξεκινάνε, λοιπόν, ένα μακρύ ναυτικό ταξίδι το οποίο θα αποτελέσει και τον κορμό του Τέταρτου Βιβλίου. Παράλληλα, ο Ραμπελαί πλέκει το εγκώμιο ενός μαγικού βοτάνου, του πανταγκρυελίνου, το οποίο φαίνεται να αντιστοιχεί στην κάνναβη.

Le Quart Livre (1552)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Τέταρτο Βιβλίο των περιπετειών του Πανταγκρυέλ, του Γαργαντούα και της παρέας τους εκδίδεται με το πραγματικό όνομα του Φρανσουά Ραμπελαί και φέρει επίσης τη βασιλική σφραγίδα. Είναι το τελευταίο βιβλίο που εκδίδει εν ζωή ο Ραμπελαί και περιγράφει μία σατιρική οδύσσεια των ηρώων, οι οποίοι μπλέκουν σε περιπέτειες κατά τη διάρκεια του ναυτικού τους ταξιδιού, προσπαθώντας να φτάσουν στο μαντείο της Θείας Μπουκάλας.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα βιβλία, εδώ ο Ραμπελαί παρουσιάζει επεισόδια βίας με περισσότερο ρεαλισμό – και με ξεκάθαρη κριτική διάθεση. Ένα από τα πιο γνωστά επεισόδια του βιβλίου είναι αυτό των «προβάτων του Πανούργου», όπου ο Πανούργος, μετά από πολλά παζάρια, αγοράζει ένα πρόβατο και, για να εκνευρίσει τον εκτροφέα των προβάτων, το ρίχνει στη θάλασσα. Τα υπόλοιπα πρόβατα το ακολουθούν, με αποτέλεσμα να πνιγούν, ενώ τραγικό τέλος έχει και ο εκτροφέας τους, ο οποίος πέφτει στη θάλασσα για να τα σώσει και πεθαίνει επίσης. Ενώ στο Gargantua φαίνεται ότι ο πνιγμός «διακοσίων χιλιάδων τετρακοσίων δεκαοχτώ» κατοίκων «δίχως να λογαριάσουμε γυναίκες και μικρά παιδιά»[31] είναι υπερβολή με στόχο τη σάτιρα, στο Τέταρτο Βιβλίο οι σκηνές βίας παρουσιάζονται πιο ρεαλιστικές, με περισσότερες λεπτομέρειες, αντικατοπτρίζοντας το τεταμένο κλίμα της εποχής. Ο Ραμπελαί δε διστάζει να ασκήσει κριτική τόσο στους καθολικούς όσο και στους προτεστάντες, παρουσιάζοντας τα άτομα που ακολούθησαν τον Ιωάννη Καλβίνος ως «καννιβάλους»[32].

Το Τέταρτο Βιβλίο ολοκληρώνεται χωρίς να έχουν βρει οι ήρωες το μαντείο της Θείας Μπουκάλας. Έπειτα από μία φουρτούνα, από την οποία οι πρωταγωνιστές βγαίνουν αλώβητοι, ο Πανούργος έχει χεστεί πάνω του από το φόβο του και όλοι αποφασίζουν να πιουν. Το βιβλίο τελειώνει με την προτροπή "Beuvons", «ας πιούμε»[33]. Σύμφωνα με το Michael Screech, το Τέταρτο Βιβλίο είναι το «κύκνειο άσμα» του Ραμπελαί, καθώς παρουσιάζει μία «πληρότητα, μία τελειότητα [...] ένα τέλειο τέλος»[34]. Είναι επίσης το μοναδικό έργο στο οποίο ο Ραμπελαί υπογράφει απλώς ως «Φρανσουά Ραμπελαί, γιατρός», αποποιούμενος κάθε άλλη ιδιότητα ή μάσκα και το μοναδικό στο οποίο δεν υπόσχεται συνέχεια[35]. Με βάση αυτή την ερμηνεία, το Τέταρτο Βιβλίο είναι και το τελευταίο που έγραψε ο Φρανσουά Ραμπελαί.

Le Cinquième Livre (1562)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πατρότητα του Πέμπτου βιβλίου, που εμφανίζεται εννέα χρόνια μετά το θάνατο του Ραμπελαί, έχει αμφισβητηθεί έντονα από τους ερευνητές, με την πιο σύγχρονη άποψη να κάνει λόγο για μια «διαχείριση» σημειώσεων ή ανολοκλήρωτου έργου του Ραμπελαί, από διορθωτές[36].

Η επίδραση του λογοτεχνικού έργου του Ραμπελαί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ραμπελαί θεωρείται από την έρευνα ως ο πρώτος σύγχρονος μυθιστοριογράφος, καθώς τα έργα του ξέφυγαν από την κλασσική μορφή των ιπποτικών ιστοριών ή των διαλόγων και παρουσίασαν νέες αφηγηματικές μεθόδους, ασκώντας ταυτόχρονα κριτική στην έννοια του βιβλίου και στην διαδικασία της αφήγησης μιας ιστορίας. Επηρέασε πολλά έργα του 16ου αιώνα, ανάμεσα στα οποία αυτό του φιλοσόφου Μισέλ ντε Μονταίν, του Γάλλου προτεστάντη ποιητή Agrippa d'Aubigné[2] και του Άγγλου δραματουργού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Το έργο του Λώρενς Στερν είναι επίσης βαθιά επηρεασμένο από τις περιπέτειες του Γαργαντούα και του Πανταγκρυέλ, τόσο σε αφηγηματικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο μορφής.

Ο γαλλικός κλασικισμός αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό το έργο του "μεθύστακα" Ραμπελαί, ενώ ο 19ος αιώνας εμφανίζεται πιο λυρικός, με το Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν να υποστηρίζει ότι ο Ραμπελαί "δημιούργησε τα γαλλικά γράμματα" και το Βίκτωρ Ουγκώ να του πλέκει το εγκώμιο. Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ επίσης φαίνεται επηρεασμένος από τις περιπέτειες του Γαργαντούα και του Πανταγκρυέλ. Τον 20ό αιώνα το ενδιαφέρον τόσο της λογοτεχνίας όσο και της έρευνας για το έργο του Ραμπελαί παρουσιάζεται αυξημένο και ο Ραμπελαί μπαίνει στο πάνθεον των Γάλλων συγγραφέων. Το σύνολο των έργων του εκδίδεται από την σειρά Pléiade των εκδόσεων Gallimard[37] ενώ πολλά έργα της θεωρίας της λογοτεχνίας, όπως αυτό του Μιχαήλ Μπαχτίν, είναι επηρεασμένα από το καρναβαλικό του σύμπαν.

Τον 21ο αιώνα ως στιγμής στην έρευνα φαίνεται να ισχύει αυτό που έγραψε ο Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ: «Τοποθετώ το Ραμπελαί μαζί με τα πνεύματα που δημιούργησαν τον κόσμο: το Σαίξπηρ, το Δάντη, το Θερβάντες»[38], με το έργο του Ραμπελαί να κατέχει σημαντική θέση στην έρευνα στη γαλλική και παγκόσμια λογοτεχνία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γαλλικά) data.bnf.fr. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11920939s. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. Lestringant, Frank (2000). Littérature française du XVIe siècle. Paris, σελ. 90-91. 
  3. Rabelais, François (1994). Œuvres complètes. Παρίσι, σελ. LIII. 
  4. Rabelais, François (1994). Œuvres complètes. Παρίσι, σελ. LV. 
  5. Rabelais, François (1994). Œuvres complètes. Παρίσι, σελ. LIX. 
  6. Screech, Michael (1992). Rabelais. Paris: Gallimard, σελ. 31. 
  7. Lestringant, Rieu, Tarrête (2000). Littérature française du XVIe siècle. Paris: PUF, σελ. 89. 
  8. Screech, Michael (1992). Rabelais. Paris: Gallimard, σελ. 37. 
  9. 9,0 9,1 Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Παρίσι, σελ. LXIX. 
  10. Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Παρίσι, σελ. LXXXVII. 
  11. Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Παρίσι, σελ. LXXXI. 
  12. Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Παρίσι, σελ. LXXXI. 
  13. Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Παρίσι, σελ. LXX. 
  14. Screech, Michael (1992). Rabelais. Paris, σελ. 55. 
  15. Screech, Michael (1992). Rabelais. Paris, σελ. 53. 
  16. «Gargantua's Letter to Pantagruel». 
  17. Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Paris, σελ. 234. 
  18. Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Paris, σελ. 249. 
  19. Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Paris, σελ. 315. 
  20. Rabelais, François (1994). Œuvres Complètes. Paris, σελ. 321. 
  21. Rabelais, François (1994). Œuvres. Paris, σελ. 330. 
  22. Rabelais, François (1994). Gargantua, Les Cinq Livres. Paris, σελ. 3. 
  23. Ραμπελαί, Φρανσουά (1988). Γαργαντούας. Αθήνα, σελ. 29. 
  24. Ραμπελαί, Φρανσουά (1988). Γαργαντούας. Αθήνα, σελ. 102. 
  25. Ραμπελαί, Φρανσουά (1988). Γαργαντούας. Αθήνα, σελ. 257. 
  26. Ραμπελαί, Φρανσουά (1988). Γαργαντούας. Αθήνα, σελ. 273. 
  27. Screech, Michael (1992). Rabelais. Paris: Gallimard, σελ. 278. 
  28. Rabelais, François (1994). Tiers Livre. Paris, σελ. 415. 
  29. Screech, Michael (1992). Rabelais. Paris, σελ. 293. 
  30. Μπαχτίν, Μιχαήλ (2017). Ο Ραμπελαί και ο Κόσμος του. Ηράκλειο, σελ. 33. 
  31. Ραμπελαί, Φρανσουά (1988). Γαργαντούας. Αθήνα, σελ. 109. 
  32. Lestringant, Frank (2016). Le Cannibale, Grandeur et Décadence. Genève, σελ. 74. 
  33. Rabelais, François (1994). Quart Livre. Paris, σελ. 1215. 
  34. Screech, Michael (1992). Rabelais. Paris, σελ. 415. 
  35. M. Duval, Edwin (1998). The design of Rabelais's Quart Livre de Pantagruel. Γενεύη, σελ. 16. 
  36. Lestringant, Rieu, Tarrête (2000). Littérature française du XVIe siècle. Paris: PUF, σελ. 91. 
  37. «Pléiade – François Rabelais». 
  38. Sainéan, L. (1930). L’influence et la réputation de Rabelais. Paris, σελ. 122.