Φράνιο Πούντσετς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φράνιο Πούντσετς
Franjo Punčec 1936.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση15  Νοεμβρίου 1913
Τσάκοβετς
Θάνατος5  Ιανουαρίου 1985
Γιοχάνεσμπουργκ
Χώρα πολιτογράφησηςΓιουγκοσλαβία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααντισφαιριστής
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Φράνιο Πούντσετς (σερβικά - κυριλλικό αλφάβητο: Фрањо Пунчец, κροατικά: Franjo Punčec‎· Τσάκοβετς, Αυστροουγγαρία, 25 Νοεμβρίου 1915 – Γιοχάνεσμπουργκ, 5 Ιανουαρίου 1985) ήταν Γιουγκοσλάβος αθλητής της αντισφαίρισης.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άρχισε να παίζει αντισφαίριση στο αθλητικό σύλλογο της πόλης του και το 1931 στέφθηκε ο νεώτερος πρωταθλητής της Γιουγκοσλαβίας[1]. Έκανε την πρώτη του διεθνή νίκη στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1931 επί του Αυστριακού Βίλχεμ Μπρος σε ηλικία 17 ετών. Αν και έχασε στον δεύτερο γύρο του απλού και στο πρώτο γύρο του μεικτού διπλού, έφτασε στους προημιτελικούς του διπλού αντρών[2]. Συμμετείχε με την Γιουγκοσλαβική ομάδα στο Κύπελλο Ντέιβις του 1931 εναντίον της Ιαπωνίας στο Ζάγκρεμπ[3]. Στη συνέχεια προσχώρησε στην ομάδα Κονκόρντια του Ζάγκρεμπ[1].

Καριέρα στην αντισφαίριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πούντσετς αγωνίστηκε με την εθνική ομάδα του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας από το 1933 έως το 1946[4]. Σε ατομικό επίπεδο οι μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν όταν έφτασε στους ημιτελικούς του Ρολάν Γκαρός το 1938 και στους ημιτελικούς του απλού του Γουίμπλεντον το ίδιο έτος. Το 1939 έπαιξε και πάλι στα ημιτελικά του Γουίμπλεντον αλλά έχασε από τον αμερικάνο Μπόμπυ Ριγκς. Ο Πούντσετς κατατάχτηκε επίσης στο νούμερο 10 στον κόσμο από τον "A. Wallis Myers" της "The Daily Telegraph" το 1938[5]. Το περιοδικό "Σπορτ Μαγκαζίνε" της Ζυρίχης τον κατέταξε πρώτο στην ευρωπαϊκή κατάταξη και τρίτο στην πρώτη δεκάδα του κόσμου[6].

Το 1933 έπαιξε στον ημιτελικό του ιταλικού διεθνούς πρωταθλήματος χάνοντας στον τελικό από τον Εμανουέλε Σαρτόριο σε τρία σετ[7]. Το 1935 ταξίδεψε στην Ινδία, όπου κατέκτησε τους τίτλους των τουρνουά του Μανδράς και του Παντζάμ. Το επόμενο έτος έγινε πρωταθλητής του Κέιπ Τάουν[8]. Το 1937 κέρδισε το διεθνές τουρνουά του Παρισίου[9], την ίδια χρονιά έφθασε στον ημιτελικό του απλού του κυπέλλου της Νάπολης και στους προημιτελικούς στο διπλό[10]. Κέρδισε επίσης τα τουρνουά στη Βενετία και στο Μπάσταντ[8]. Το 1938 κέρδισε το διεθνές τουρνουά του Μόντε Κάρλο και το Διεθνές πρωτάθλημα της Σκανδιναβίας. Στη Γαλλική Ριβιέρα, κέρδισε το τουρνουά Beaulieu [11], μάλιστα σύμφωνα με τον Τζον Μπρόγουιτς κατέλαβε την 8η θέση στον κόσμο εκείνη την χρονιά[12].

Στο Πρωτάθλημα αντισφαίρισης Ανατολικής Μεσογείου το 1934 ήταν δεύτερος στο διπλό με συμπαίκτη τον Γιόσιπ Παλάντα, το 1936 ήταν πρώτος στο απλό και πρώτος στο διπλό με συμπαίκτη πάλι τον Παλάντα.

Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου πολέμου, το κύπελλο Ντέιβις είχε ανασταλεί και η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε. Ο Πούντσετς προσχώρησε στη νεοσυσταθείσα Κροατική ένωση αντισφαίρισης. Εκτός από το Κύπελλο Ντέιβις, έπαιξε για το Κύπελλο της Ρώμης και το Κύπελλο Δούναβη. Στο τελευταίο εκπροσώπησε το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας σε φιλικό αγώνα ενάντια στην Ουγγαρία όπου έληξε σε ισοπαλία[13]. Το 1941 κατέλαβε την έκτη θέση στον κατάλογο των ευρωπαϊκών βαθμολογιών[14]. Αντιπροσώπευσε την Κροατία το 1942 εναντίον της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, η οποία τελείωσε επίσης σε ισοπαλία[15].

Ο Πούντσετς επέστρεψε στην αντισφαίριση το 1946 για να εκπροσωπήσει τη Γιουγκοσλαβία στο Κύπελλο Ντέιβις[16].

Στη Γιουγκοσλαβία ο Πούντσετς εργάστηκε ως κρατικός αξιωματούχος[17]. Το 1943 παντρεύτηκε την Ζόρα (1927-2012)[18] και μετακόμισε στη Νότια Αφρική μαζί της το 1948. Είχαν τρία παιδιά, τον Φρανκ, τον Βίκτορ και τη Σύλβια, οι γιοι του ασχολήθηκαν επίσης με την αντισφαίριση.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]