Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου
| Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου | |
|---|---|
Σχέδιο που απεικονίζει τις συνήθεις περιοχές λοίμωξης στη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου | |
| Ειδικότητα | Γυναικολογία |
| Συμπτώματα | Πόνος χαμηλά στην κοιλιά, κολπικές εκκρίσεις, πυρετός, κάψιμο κατά την ούρηση, πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή, ακανόνιστη εμμηνόρροια[1] |
| Επιπλοκές | Υπογονιμότητα, εξωμήτρια κύηση, χρόνιος πυελικός πόνος, καρκίνος[2][3][4] |
| Αίτια | Βακτήρια που εξαπλώνονται από τον κόλπο και τον τράχηλο της μήτρας[5] |
| Παράγοντες κινδύνου | Γονόρροια, χλαμύδια[2] |
| Διαγνωστική μέθοδος | Βάσει των συμπτωμάτων, υπερηχογράφημα, λαπαροσκόπηση[2] |
| Πρόληψη | Αποχή από το σεξ, λίγοι σεξουαλικοί σύντροφοι, χρήση προφυλακτικού[6] |
| Θεραπεία | Αντιβιοτικά[7] |
| Νοσηρότητα | 1,5 τοις εκατό των νεαρών γυναικών ετησίως[8] |
Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου (ΦΝΠ), γνωστή και ως φλεγμονώδης διαταραχή της πυέλου, είναι μια λοίμωξη των εσωτερικών γεννητικών οργάνων της γυναίκας, δηλαδή της μήτρας, των σαλπίγγων και των ωοθηκών, και του εσωτερικού της πυέλου.[5][2] Συχνά μπορεί να μην υπάρχουν συμπτώματα.[1] Τα σημάδια και τα συμπτώματα, όταν αυτά υπάρχουν, ενδέχεται να περιλαμβάνουν πόνο χαμηλά στην κοιλιά, κολπικές εκκρίσεις, πυρετό, αίσθημα καύσου κατά την ούρηση, πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή, αιμορραγία μετά τη σεξουαλική επαφή ή ακανόνιστη εμμηνόρροια.[1] Αν μείνει χωρίς αγωγή, η ΦΝΠ μπορεί να οδηγήσει σε μακροπρόθεσμες επιπλοκές, συμπεριλαμβανομένης της υπογονιμότητας, της εξωμήτριας κύησης, του χρόνιου πυελικού πόνου και του καρκίνου.[2][3][4]
Η πάθηση προκαλείται από βακτήρια που εξαπλώνονται από τον κόλπο και τον τραχήλο της μήτρας.[5] Λοιμώξεις από Ναϊσσέρια της γονόρροιας ή από Χλαμύδια του τραχώματος παρουσιάζονται στο 75 έως 90% των περιπτώσεων.[2] Συχνά εμπλέκονται πολλά διαφορετικά βακτήρια.[2] Χωρίς αγωγή, περίπου το 10% των ασθενών με χλαμύδια και το 40% των ασθενών με γονόρροια θα αναπτύξουν ΦΝΠ.[2][9] Οι παράγοντες κινδύνου είναι γενικά όμοιοι με εκείνους των σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων και περιλαμβάνουν τον μεγάλο αριθμό σεξουαλικών συντρόφων και τη χρήση ουσιών.[2] Οι κολπικές πλύσεις ενδέχεται επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο.[2] Η διάγνωση βασίζεται συνήθως στα σημάδια και στα συμπτώματα που εμφανίζονται.[2] Συνιστάται να εξετάζεται το ενδεχόμενο της ασθένειας σε όλες τις γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και έχουν πόνο χαμηλά στην κοιλιά.[2] Η οριστική διάγνωση της ΦΝΠ γίνεται με την εύρεση πύου στις σάλπιγγες κατά τη διάρκεια λαπαροσκοπικής επέμβασης.[2] Το υπερηχογράφημα μπορεί επίσης να φανεί χρήσιμο στη διάγνωση.[2]
Οι προσπάθειες για την πρόληψη της νόσου περιλαμβάνουν την αποχή από σεξουαλικές επαφές ή τους λίγους σεξουαλικούς συντρόφους και τη χρήση προφυλακτικού.[6] Ο έλεγχος γυναικών που διατρέχουν κίνδυνο λοίμωξης από χλαμύδια και η χορήγηση αγωγής μειώνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης ΦΝΠ.[10] Αν κατά τη διάγνωση υπάρχουν αμφιβολίες, συνήθως συνιστάται η λήψη αγωγής.[2] Οι σεξουαλικοί σύντροφοι της γυναίκας θα πρέπει επίσης να λάβουν αγωγή. Σε όσες γυναίκες εμφανίζουν ήπια ή μέτρια συμπτώματα, συνιστάται η χορήγηση εφάπαξ ένεσης με το αντιβιοτικό κεφτριαξόνη, και για δύο εβδομάδες δοξυκυκλίνης και πιθανώς μετρονιδαζόλης από το στόμα.[7] Σε όσες ασθενείς δεν παρουσιάζουν βελτίωση μετά από τρεις ημέρες ή νοσούν βαριά, θα πρέπει να χορηγούνται ενδοφλέβια αντιβιοτικά.
Το 2008 εμφανίστηκαν παγκοσμίως περίπου 106 εκατομμύρια περιπτώσεις χλαμυδίων και 106 εκατομμύρια περιπτώσεις γονόρροιας. Ο αριθμός των περιπτώσεων ΦΝΠ, ωστόσο, δεν είναι σαφής.[8] Εκτιμάται ότι η ΦΝΠ επηρεάζει ετησίως περίπου το 1,5% των νεαρών γυναικών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμάται ότι επηρεάζει κάθε χρόνο περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους.[11] Ένας τύπος ενδομήτριου σπειράματος (IUD), γνωστός ως ασπίδα Dalkon, οδήγησε τη δεκαετία του 1970 σε αυξημένα ποσοστά ΦΝΠ.[2] Τα σύγχρονα IUD δεν συνδέονται με αυτό το πρόβλημα μετά τον πρώτο μήνα χρήσης.[2]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 «Pelvic Inflammatory Disease (PID) Clinical Manifestations and Sequelae». cdc.gov. Οκτώβριος 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2015.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 Mitchell, C; Prabhu, M (Δεκέμβριος 2013). «Pelvic inflammatory disease: current concepts in pathogenesis, diagnosis and treatment.». Infectious Disease Clinics of North America 27 (4): 793–809. doi:. PMID 24275271. PMC 3843151. https://archive.org/details/sim_infectious-disease-clinics-of-north-america_2013-12_27_4/page/792.
- 1 2 Chang, A. H.; Parsonnet, J. (2010). «Role of Bacteria in Oncogenesis». Clinical Microbiology Reviews 23 (4): 837–857. doi:. ISSN 0893-8512. PMID 20930075.
- 1 2 Chan, Philip J.; Seraj, Ibrahim M.; Kalugdan, Theresa H.; King, Alan (1996). «Prevalence of Mycoplasma Conserved DNA in Malignant Ovarian Cancer Detected Using Sensitive PCR–ELISA». Gynecologic Oncology 63 (2): 258–260. doi:. ISSN 0090-8258. PMID 8910637.
- 1 2 3 «Pelvic inflammatory disease». The New England Journal of Medicine 372 (21): 2.039–48. 2015. doi:. PMID 25992748.
- 1 2 «Pelvic Inflammatory Disease (PID) Patient Counseling and Education». Centers for Disease Control. Οκτώβριος 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2015.
- 1 2 «2010 STD Treatment Guidelines Pelvic Inflammatory Disease». Centers for Disease Control. 15 Αυγούστου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2015. Αρχειοθετήθηκε February 22, 2015, στο Wayback Machine.
- 1 2 Eschenbach, D (2008). «Acute Pelvic Inflammatory Disease». Glob. Libr. Women's Med.. doi:. ISSN 1756-2228. https://www.glowm.com/section_view/heading/Acute%20Pelvic%20Inflammatory%20Disease/item/29. Ανακτήθηκε στις 2020-02-24. Αρχειοθετήθηκε 2020-08-06 στο Wayback Machine.
- ↑ World Health Organization (2012). «Global incidence and prevalence of selected curable sexually transmitted infections - 2008» (PDF). who.int. σελίδες 2, 19. Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 19 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2015.
- ↑ «Pelvic Inflammatory Disease (PID) Partner Management and Public Health Measures». Centers for Disease Control. Οκτωβρίου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2015. Αρχειοθετήθηκε February 22, 2015, στο Wayback Machine.
- ↑ «Self-Study STD Modules for Clinicians — Pelvic Inflammatory Disease (PID) Next Centers for Disease Control and Prevention Your Online Source for Credible Health Information CDC Home Footer Separator Rectangle Epidemiology». Centers for Disease Control. Οκτώβριος 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβουαρίου 2015. Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο:
|accessdate=(βοήθεια)