Φλάνερι Ο'Κόνορ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φλάνερι Ο'Κόνορ
Flannery-O'Connor 1947.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Mary Flannery O'Connor (Αγγλικά)
Γέννηση25 Μαρτίου 1925
Σαβάνα, Γεωργία, ΗΠΑ
Θάνατος3 Αυγούστου 1964
Μίλετζβιλ, Γεωργία, ΗΠΑ
Αιτία θανάτουσυστηματικός ερυθηματώδης λύκος
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
Τόπος ταφήςMemory Hill Cemetery
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΑγγλικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο της Άιοβα
Georgia College & State University
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυγγραφέας, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος
Αξιοσημείωτο έργοWise Blood
The Violent Bear It Away
A Good Man Is Hard to Find
The Complete Stories
Everything That Rises Must Converge
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςΕθνικό Βραβείο Βιβλίου (ΗΠΑ) (1972)
Georgia Women of Achievement (1992)
Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για Μυθοπλασία (ΗΠΑ) (1972)
Βραβείο Ο. Χένρι (1957)
Υπογραφή
Flannery OConnor signature May 1952.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Φλάνερι Ο'Κόνορ ή Φλάννερυ Ο'Κόννορ (Αγγλικά: Mary Flannery O'Connor· Σαβάνα, Γεωργία, ΗΠΑ, 25 Μαρτίου 19253 Αυγούστου 1964, Μίλετζβιλ, Γεωργία, ΗΠΑ) ήταν Αμερικανίδα πεζογράφος, γνωστή για τα βίαια («γοτθικά») μυθιστορήματα και διηγήματά της, καθώς και για την προσήλωσή της στην καθολική πίστη[1][2][3].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σπίτι όπου έζησε η Ο'Κόνορ τα παιδικά της χρόνια στην Σαβάνα των ΗΠΑ.

Η Φλάνερι Ο'Κόνορ γεννήθηκε στην Σαβάνα των ΗΠΑ το 1925 και ήταν το μοναχοπαίδι του Έντουαρντ Φράνσις Ο'Κόνορ[4] και της Ρετζίνα Κλάιν[5]. Οι γονείς της ήταν ιρλανδικής καταγωγής[6]. Ο πατέρας της ήταν επιτυχημένος κτηματομεσίτης και εργολάβος, αλλά στα χρόνια της οικονομικής κρίσης μετά το κραχ του 1929, αναγκάστηκε να κλείσει τις επιχειρήσεις του και να εργαστεί ως υπάλληλος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ. Το 1937 διαγνώστηκε ότι έπασχε από ερυθηματώδη λύκο, που τον οδήγησε τελικά στον θάνατο στην ηλικία των 45 ετών.

Τον Μάρτιο του 1938, η οικογένεια Ο'Κόνορ μετακόμισε από την Σαβάνα στην Ατλάντα και το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς στο Μίλετζβιλ της Γεωργίας[7]. Μετά το γυμνάσιο, και ενώ στο μεταξύ ο πατέρας της είχε πεθάνει, η Ο'Κόνορ σπούδασε κοινωνιολογία και Αγγλικά στο Κολέγιο της Γεωργίας για Γυναίκες[8] από το 1942 μέχρι το 1945. Συνέχισε τις σπουδές της σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο Πανεπιστήμιο της Άιοβα[9], από όπου άρχισε να γράφει και να δημοσιεύει τα πρώτα της διηγήματα. Την 1η Ιουνίου 1947 έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα Master of Fine Arts από το Πανεπιστήμιο της Άιοβα[10].

Το καλοκαίρι του 1948 δέχθηκε πρόσκληση από το Ίδρυμα Γιάντοου[11] να εγκατασταθεί στην κοινότητα καλλιτεχνών του Ιδρύματος στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, και να καταπιαστεί με το γράψιμο. Στην κοινότητα αυτή έμεινε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1949, και κατόπιν έφυγε για την πόλη της Νέας Υόρκης αναζητώντας πάλι έναν κατάλληλο χώρο για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Στην Νέα Υόρκη, υπέγραψε συμβόλαιο με εκδότη για την δημοσίευση του πρώτου μυθιστορήματός της, το οποίο είχε αρχίσει να γράφει ήδη από το καλοκαίρι του 1947[12]. Επίσης στην Νέα Υόρκη γνώρισε το ζεύγος Ρόμπερτ και Σάλι Φιτζέραλντ, με τους οποίους συνδέθηκε με στενή φιλία[13]. Από τον Σεπτέμβριο του 1949 μέχρι το τέλος του 1950, έζησε στην νοικιασμένη σοφίτα στο σπίτι των Φιτζέραλντ στο Ρίτζφιλντ του Κονέκτικατ, ενώ συνέχισε να εργάζεται στο πρώτο της μυθιστόρημα.

Στα τέλη του 1950, η Ο'Κόνορ άρχισε να υποφέρει από έντονους πόνους στα χέρια και στις αρθρώσεις και αναγκάσθηκε να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι γιατροί διέγνωσαν πως έπασχε από ανίατο ερυθηματώδη λύκο. Την άνοιξη του 1951 βγήκε από το νοσοκομείο και επέστρεψε στην Γεωργία. Με εξαίρεση μερικά ταξίδια για θεραπείες και διαλέξεις, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της παρέα με την μητέρα της στο Μίλετζβιλ της Γεωργίας, στην μεγάλη φάρμα «Ανδαλουσία»[14] που η μητέρα της είχε κληρονομήσει από κάποιον θείο της. Συνέχισε ωστόσο πάντα να γράφει. Εκτός από το γράψιμο, αγαπημένες της ασχολίες ήταν επίσης να ζωγραφίζει και να εκτρέφει οικόσιτα πτηνά: κότες, πάπιες, χήνες, κύκνους και κυρίως παγώνια.

Επί έναν χρόνο η μητέρα της τής έκρυβε πως έπασχε από ερυθηματώδη λύκο. Η συγγραφέας το έμαθε το καλοκαίρι του 1952, αλλά φαίνεται να δέχθηκε την είδηση με παραδειγματικό θάρρος[15]. Με τον καιρό, η υγεία της επιδεινώθηκε και από το φθινόπωρο του 1955 αναγκάσθηκε να περπατά με πατερίτσες για να περιοριστεί η φθορά στα οστά της. Την άνοιξη του 1958 ταξίδεψε με την μητέρα της στην Ευρώπη. Μέσα σε 17 ημέρες, επισκέφθηκαν την Ιρλανδία, το Λονδίνο, το Παρίσι, την Λούρδη (όπου έκανε λουτρό στα νερά της ιαματικής πηγής), την Ρώμη (όπου συνάντησε το ζεύγος Φιτζέραλντ και έλαβε την ευλογία του Πάπα Πίο ΙΒ΄), και την Λισαβώνα[16].

Τον Φεβρουάριο του 1964, η Ο'Κόνορ υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ινομυωματώδη όγκου. Η αφαίρεση του όγκου ήταν επιτυχής, αλλά προκάλεσε έξαρση του ερυθηματώδους λύκου. Νοσηλεύθηκε επανειλημμένα στο νοσοκομείο με κορτιζόνη, αντιβιοτικά και μεταγγίσεις αίματος, ενώ η κατάστασή της συνεχώς χειροτέρευε. Στο τέλος Ιουλίου εισήχθη ξανά στο νοσοκομείο της Μίλετζβιλ. Στις 2 Αυγούστου 1964 έπεσε σε κώμα και πέθανε την επομένη από νεφρική ανεπάρκεια[17].

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σπίτι της Ο'Κόνορ στην φάρμα «Ανδαλουσία», όπου έζησε η συγγραφέας από το 1951 μέχρι τον θάνατό της το 1964.

Στον σύντομο βίο της, η Φλάνερι Ο'Κόνορ έγραψε δύο μυθιστορήματα: Σοφό αίμα (Wise Blood, 1952[18]), Και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν (The Violent Bear Ιt Away, 1960). Ενόσω ζούσε, δημοσίευσε και μία συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος (A Good Man Is Hard to Find and Other Stories, 1955).

Μετά τον θάνατό της, κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Οτιδήποτε σηκώνεται πρέπει να συγκλίνει (Everything That Rises Must Converge, 1965) και ένας τόμος με όλα τα διηγήματά της (The Complete Stories, 1971). Επίσης μετά τον θάνατό της κυκλοφόρησαν σε ξεχωριστές εκδόσεις ορισμένα δοκίμιά της (Mystery and Manners, 1969), η αλληλογραφία της με διάφορα πρόσωπα (The Habit of Being: Letters of Flannery O'Connor, 1979), λογοτεχνικές κριτικές της (The Presence of Grace and Other Book Reviews, 1983), σκίτσα της (Flannery O'Connor: The Cartoons, 2012), όπως επίσης και ένα ημερολόγιο με προσευχές που έγραφε όταν ήταν περίπου 20 ετών (A Prayer Journal, 2013).

Κριτική για τα πεζά έργα της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο της Ο'Κόνορ ανήκει τυπικά στην λογοτεχνία του Αμερικανικού Νότου. Η ίδια είχε παραδεχθεί πως τα αγαπημένα της αναγνώσματα — και οι επιρροές της — ήταν τα πεζά των Χένρι Τζέιμς, Τζόζεφ Κόνραντ, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Γουίλιαμ Φώκνερ, Ναθάνιελ Γουέστ[19], και κυρίως τα διηγήματα του Ναθάνιελ Χόθορν[20]. Από μη αγγλόφωνους συγγραφείς, η Ο'Κόνορ ξεχώριζε τους Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Νικολάι Γκόγκολ και Φρανσουά Μωριάκ[21]. Επίσης επίδραση στο έργο της είχαν πιθανότατα οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές σκέψεις του Πιερ Τεγιάρ ντε Σαρντέν[22].

Οι Αμερικανοί κριτικοί είδαν αρχικά τα έργα της Ο'Κόνορ ως επιπλέον δείγματα της λογοτεχνίας της παρακμής του Αμερικανικού Νότου, ως σάτιρες κατά των ευαγγελιστών φονταμενταλιστών της λεγόμενης Ζώνης της Βίβλου των ΗΠΑ ή ακόμα και ως ηθικοπλαστικά αφηγήματα[23][24]. Όμως τα πεζά της Ο'Κόνορ έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από το αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό για την έντονη ζωντάνια της γραφής και για τον ειλικρινή και λυτρωτικό χαρακτήρα τους[25].

Τα πεζά της Ο'Κόνορ είναι γεμάτα από παράξενους χαρακτήρες — φτωχούς, ηλικιωμένους, δεισιδαίμονες, τρελούς, βίαιους — σαρδόνιο χιούμορ και θλιβερές καταλήξεις[26][27]. Από τις ιστορίες της Ο'Κόνορ, που εκτυλίσσονται πάντα στον Αμερικανικό Νότο, δεν λείπουν τα άτομα που έχουν παγιδευτεί σε κάποια αναπηρία, και οι άνθρωποι που βλέπουν την τακτοποιημένη ζωή τους να διαλύεται από κάποιον απροσδόκητο εισβολέα[28]. Τα θέματα της Ο'Κόνορ είναι η αλαζονεία του σύγχρονου ανθρώπου, η πτώση του και η αιώνια αναζήτηση της αλήθειας, η οποία για την συγγραφέα είναι η χριστιανική πίστη και η Θεία Χάρη[29][30]. Οι βίαιες, μακάβριες, και πολύ συμβολικές παραβολές της Ο'Κόνορ επικρίθηκαν από ορισμένους κριτικούς οι οποίοι εκτίμησαν πως η συγγραφέας περιόρισε το έργο της εξαιτίας του θρησκευτικού της ζήλου[31].

Δοκίμια και βιβλιοκριτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ο'Κόνορ έγραψε περίπου 50 δοκίμια για διαλέξεις και άρθρα. Επιλεγμένα δοκίμια που δημοσιεύθηκαν το 1969 επαινέθηκαν για τις επεξηγήσεις στο μυθοπλαστικό έργο της Ο'Κόνορ και για την γοητεία του λόγου που προσφέρουν στον αναγνώστη[32]. Αλλά επίσης κατακρίθηκαν ως μη ισορροπημένα όσον αφορά την θεματογραφία τους και το βάθος τους. Για παράδειγμα, ένα δοκίμιο αφορά τον «βασιλιά των πτηνὠν», το παγώνι, που ήταν μια αγαπημένη ενασχόληση της συγγραφέως, ενώ άλλα αφορούν θέματα πιο σοβαρά όπως είναι η λογοτεχνία του Αμερικανικού Νότου[33]. Και ακόμα, η Ο'Κόνορ έχει επικριθεί για αυτοαναφορές στα δοκίμιά της[34].

Από το 1956 έως τον θάνατό της, η Ο'Κόνορ έγραψε ακόμα περίπου 120 κριτικές βιβλίων, σχεδόν όλες για δύο εκκλησιαστικές εφημερίδες της Γεωργίας. Στις κριτικές της, η Ο'Κόνορ είναι σκληρή έως «αφοριστική» και δεν διστάζει να κατατάξει κάποια έργα στην «ελαφρά Καθολική καλοκαιρινή λογοτεχνία»[35]. Η ίδια πάντως έλεγε πως δεν ήταν δυνατόν να κάνει σωστή κριτική μέσα στα στενά όρια των 200 λέξεων που της επέβαλαν οι εφημερίδες[36].

Επιστολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερη θέση στο έργο της Ο'Κόνορ έχουν οι επιστολές της και οι λογοτεχνικές κριτικές της. Στην αλληλογραφία της με φίλους, συνεργάτες ή και αναγνώστες, η συγγραφέας δείχνει την ευφυή και συχνά αστεία πλευρά της[37][38]. Επιπλέον, στις επιστολές της, η Ο'Κόνορ εξηγεί την θρησκευτική της πίστη, και ερμηνεύει τους συμβολισμούς, τις πράξεις και τα κίνητρα των βασικών προσώπων των πεζών της[39][40]. Πολλές από τις επιστολές της απευθύνονται σε μία μυστηριώδη αναγνώστριά της, την Μπέτι Χέστερ[41]. Τα γράμματα της Ο'Κόνορ προς την Χέστερ θεωρούνται εξαιρετικά δείγματα θεολογικού διαλογισμού[42].

Οι επιστολές της Ο'Κόνορ περιέχουν συχνά την λέξη «νέγρος». Επιπλέον σε μερικά γράμματά της καταφέρεται εναντίον ορισμένων Αφροαμερικανών διανοουμένων της εποχής της. Όλα αυτά έδωσαν αφορμή να κατηγορηθεί, σχεδόν μισό αιώνα μετά τον θάνατό της, για ρατσισμό[43][44] και να αφαιρεθεί το όνομά της από κοιτώνα του Πανεπιστημίου Λογιόλα του Μέριλαντ[45]. Οι υπερασπιστές της μνήμης της Ο'Κόνορ αποδέχονται πως ορισμένα σχόλια της συγγραφέως απηχούν ρατσιστικές απόψεις, αλλά υποστηρίζουν επίσης πως η ίδια με τα γραπτά της αναγνώριζε τον αγώνα των Αφροαμερικανών για ισότητα[46].

Αναγνώριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια της ζωής της, η Ο'Κόνορ τιμήθηκε δύο φορές με το Βραβείο Διηγήματος Ο. Χένρι (O. Henry Award): το 1957 για το διήγημα «Γκρίνλιφ»[47], και το 1963 για το διήγημα «Οτιδήποτε σηκώνεται πρέπει να συγκλίνει»[48]. Το 1965, έναν χρόνο μετά το θάνατό της, τιμήθηκε ξανά με το Βραβείο Διηγήματος Ο. Χένρι για το διήγημα «Αποκάλυψη»[49] που είχε δημοσιεύσει λίγους μήνες πριν πεθάνει. Η συνολική έκδοση των διηγημάτων της τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Μυθοπλασίας των ΗΠΑ για την χρονιά 1972.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, λειτουργούν δύο ιδρύματα με το όνομα της συγγραφέως: ένα στο παιδικό της σπίτι στην Σαβάνα και ένα στο Μἰλετζβιλ, στο αγρόκτημα όπου έζησε τα τελευταία της χρόνια. Το πανεπιστήμιο Georgia College εκδίδει από το 1972 το περιοδικό Flannery O'Connor Review, στο οποίο δημοσιεύονται άρθρα σχετικά με την ζωή και το έργο της Ο'Κόνορ. Επίσης το Πανεπιστήμιο της Γεωργίας (University of Georgia) απονέμει από το 1983 το ετήσιο Βραβείο Διηγήματος Φλάνερι Ο'Κὀνορ (Flannery O'Connor Award for Short Fiction). Το 2015, τα Αμερικανικά Ταχυδρομεία (USPS) τίμησαν την Ο'Κόνορ με την κυκλοφορία γραμματοσήμου με την εικόνα της[50].

Ελληνικές μεταφράσεις έργων της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Ελληνικά, έχουν μεταφραστεί τα βιβλία της:

  • Και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν, μυθιστόρημα, μτφ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, Φέξης, Αθήνα 1965. Β΄ έκδοση Κέδρος, Αθήνα 1995. Γ΄ έκδοση, Αντίποδες, Αθήνα 2016, ISBN 9786188224261[51][52][53][54].
  • Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, διηγήματα, μτφ. Ρένα Χατχούτ, Εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1986, ISBN 9789603290704.
  • Ημερολόγιο προσευχής, προσωπικές σημειώσεις, μτφ. Γιάννης Παλαβός, Αντίποδες, Αθήνα 2015, ISBN 9786188224209[55].

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γκανάς 2009.
  2. Ζουμπουλάκης 2014.
  3. Λαζάρ 2020.
  4. Edward Francis O'Connor Jr. (1896–1941).
  5. Regina Lucile Cline (1896–1995).
  6. Fitzgerald 1988, σ. 1237.
  7. Fitzgerald 1988, σσ. 1238-1239.
  8. Georgia State College for Women, σήμερα Georgia College & State University.
  9. State University of Iowa.
  10. Fitzgerald 1988, σ. 1242.
  11. Yaddo Foundation.
  12. Fitzgerald 1988, σσ. 1243-1244.
  13. Ο Ρόμπερτ Φιτζέραλντ (Robert Fitzgerald, 1910–1985) ήταν Αμερικανός ποιητής και κλασικιστής, γνωστός για μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών κειμένων στα Αγγλικά. Η σύζυγός του Σάλι (Sally Fitzgerald, 1917–2000) ανέλαβε την επιμέλεια των βιβλίων της Ο'Κόνορ και την έκδοση της αλληλογραφίας της, όταν η Ο'Κόνορ δεν ζούσε πλέον.
  14. Andalusia (Fitzgerald 1988, σσ. 1241, 1245-1246).
  15. Fitzgerald 1988, σ. 1246.
  16. Fitzgerald 1988, σ. 1251.
  17. Fitzgerald 1988, σσ. 1255-1256.
  18. Η ταινία που σκηνοθέτησε ο Τζον Χιούστον το 1979-1980 με βάση το μυθιστόρημα της Ο'Κόνορ, κυκλοφόρησε στην Ελλάδα με τον τίτλο Ήρεμο αίμα.
  19. Emerick 1989, σ. 46.
  20. «Ο Χόθορν με ενδιαφέρει σημαντικά. Αισθάνομαι περισσότερη συγγένεια μ' αυτόν παρά με οποιονδήποτε άλλο Αμερικανό [συγγραφέα].» (Επιστολή της Ο'Κόνορ προς τον Τζον Χαξ (John Hawkes), 28 Νοεμβρίου 1961. Βλ. O'Connor 1988, σ. 1157.)
  21. Emerick 1989, σ. 46.
  22. Emerick 1989, σ. 46.
  23. Orvell 1970, σσ. 187-188.
  24. Bryant Jr. 1997, σσ. 150-151.
  25. Bryant Jr. 1997, σ. 150.
  26. Burns 1972.
  27. Moore 1988.
  28. Enjolras 1998.
  29. Bryant Jr. 1997, σ. 150.
  30. «Ο άνθρωπος προηγείται της τέχνης. Δεν γράφεις ό,τι καλύτερο μπορείς για χάρη της τέχνης αλλά για να επιστρέψεις το ταλέντο σου επαυξημένο στον αόρατο Θεό να το χρησιμοποιήσει ή να μην το χρησιμοποιήσει όπως εκείνος κρίνει.» (Επιστολή της Ο'Κόνορ προς την Μπέτι Χέστερ (A.), 25 Νοεμβρίου 1960. Βλ. O'Connor 1988, σ. 1137.)
  31. «Η Ο' Κόνορ θα μας είχε κληροδοτήσει ακόμα πιο δυνατά μυθιστορήματα και διηγήματα, του επιπέδου του Φώκνερ, αν μπορούσε να συγκρατήσει την πνευματική της τάση.» (Bloom 2009, σ. 8.)
  32. «[Τ]α δοκίμια [της Ο'Κόνορ] είναι πραγματικά ενδιαφέροντα ως πηγή κάποιας ασυνήθιστης λογικής για την τέχνη της μυθοπλασίας και ως καταγραφή της ανώμαλης θέσης που κατείχε η Ο'Κόνορ ως πιστή συγγραφέας σε μια εποχή αμφιβολίας και ως καθολική συγγραφέας στον προτεσταντικό Νότο.» (Orvell 1970, σσ. 185-187.)
  33. Thornton-Smith 1973.
  34. Thornton-Smith 1973.
  35. Friedman 1984, σ. 242.
  36. «Αυτές δεν είναι κριτικές, απλώς ανακοινώσεις, και αυτό που πρέπει να αναπτύξεις γι' αυτές είναι κάτι που εγώ ονομάζω Εκκλησιαστική Πεζογραφία (όπως λέμε Εκκλησιαστικό Ποντίκι) — αδύνατη, άπορη, φτωχή και πεινασμένη.» (Επιστολή της Ο'Κόνορ προς την Μπέτι Χέστερ (Α.), 8 Σεπτεμβρίου 1956. Βλ. O'Connor 1988, σ. 1000.)
  37. Gilman 1979.
  38. Gildea 1980.
  39. «Δεν γράφω ένα συμβατικό μυθιστόρημα και νομίζω ότι η ποιότητα του μυθιστορήματος που γράφω πηγάζει ακριβώς από την ιδιαιτερότητα ή την μοναξιά, αν θέλετε, της εμπειρίας εκ της οποίας γράφω.» (Επιστολή της Ο'Κόνορ προς τον Τζον Σέλμπι (John Selby), 18 Φεβρουαρίου 1949. Βλ. O'Connor 1988, σ. 881.)
  40. «Οι ιστορίες [μου] είναι σκληρές αλλά είναι σκληρές γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό ή λιγότερο συναισθηματικό από τον χριστιανικό ρεαλισμό. […] Όταν βλέπω αυτές τις ιστορίες να περιγράφονται ως ιστορίες τρόμου, διασκεδάζω ατέλειωτα γιατί ο κριτικός πάντα βρίσκει τον λάθος τρόμο.» (Επιστολή της Ο'Κόνορ προς την Μπέτι Χέστερ (A.), 20 Ιουλίου 1955. Βλ. O'Connor 1988, σ. 942.)
  41. Η Μπέτι Χέστερ (Betty Hester, 1923–1998) κατάγονταν από την Γεωργία των ΗΠΑ. Κατατάχθηκε στην αμερικανική πολεμική αεροπορία το 1948, αλλά εκδιώχθηκε πέντε χρόνια αργότερα, επειδή ήταν ομοφυλόφιλη. Στην συνέχεια επέστρεψε στην Ατλάντα και βρήκε δουλειά ως αρχειοφύλακας σε μια ασφαλιστική εταιρεία. Το 1956 η Χέστερ ασπάσθηκε τον καθολικισμό, αλλά το 1961 εγκατέλειψε την Καθολική Εκκλησία, προς μεγάλη απογοήτευση της Ο'Κόνορ. Επίσης η Χέστερ δεν επιθυμούσε να γίνει γνωστό το όνομά της ενόσω ζούσε και γι' αυτό στις πρώτες εκδόσεις των επιστολών της Ο'Κόνορ το όνομα της Χέστερ αντικαταστάθηκε με το γράμμα «Α.». Κατέλειπε τις επιστολές της στο Πανεπιστήμιο Έμορι (Emory University) της Ατλάντας, υπό τον όρο το όνομά της να μην αποκαλυφθεί παρά μόνον μετά την πάροδο είκοσι χρόνων από τον θάνατό της (Köhler 2016).
  42. «Οι επιστολές του Ο'Κόνορ προς την Χέστερ αποτελούν την καρδιά της τεράστιας αλληλογραφίας της συγγραφέως της Γεωργίας. Διότι εκεί ήταν που η Ο'Κόνορ άρθρωσε τις κεντρικές θεολογικές της ιδέες και εκεί ομολόγησε τον μυστηριακό χαρακτήρα της πίστης της.» (Wood 2008, σ. 388.)
  43. Ellie 2020.
  44. Ίλι 2020.
  45. O'Donnell 2020.
  46. Hooten Wilson 2020.
  47. "Greenleaf", δημοσιεύθηκε στο The Kenyon Review το 1956.
  48. "Everything That Rises Must Converge", δημοσιεύθηκε στο New World Writing το 1961.
  49. "Revelation", δημοσιεύθηκε στο The Sewanee Review την άνοιξη του 1964.
  50. Downes 2015.
  51. Γιακουμέλος 2017.
  52. Κώτσιου 2017.
  53. Μακρόπουλος 2017.
  54. Γαζάκης 2018.
  55. Μπέκος 2015.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε άλλες γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (Αγγλικά) Flannery O'Connor Review — Περιοδικό για την ζωή και το έργο της Φλάνερι Ο'Κόνορ.
  • (Αγγλικά) Flannery O'Connor Childhood Home — Το σπίτι-μουσείο όπου πέρασε η Ο'Κόνορ τα παιδικά της χρόνια στην Σαβάνα των ΗΠΑ.
  • (Αγγλικά) Andalusia — Η φάρμα-μουσείο της Ο'Κόνορ στο Μίλετζβιλ των ΗΠΑ.