Φαϊζάλ Α΄ του Ιράκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φαϊζάλ Α΄
Feisal I of Iraq.jpg
Περίοδος 23 Αυγούστου 1921 - 8 Σεπτεμβρίου 1933
Προκάτοχος Στρατιωτική κατοχή
Διάδοχος Γάζι Α΄
Περίοδος 8 Μαρτίου 1920 - 24 Ιουλίου 1920
Προκάτοχος Στρατιωτική κατοχή
Διάδοχος Κατάργηση μοναρχίας
Γέννηση 20 Μαΐου 1883
Μέκκα, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Θάνατος 8 Σεπτεμβρίου 1923 (50 ετών)
Βέρνη, Ελβετία
Τόπος ταφής Βασιλικό Μαυσωλείο, Αντχαμίγια
Σύζυγος Χουζαΐμα μπιντ Νάσερ
Επίγονοι Άζα
Ραζίχα
Ραΐφια
Γάζι
Πλήρες όνομα
   Φαϊζάλ μπιν Χουσεΐν μπιν Αλί αλ-Χασίμι
Οίκος Χασεμίτες
Πατέρας Χουσεΐν μπιν Αλί
Μητέρα Αμπντίγια μπιντ Αμπουλάχ
Θρησκεία Σουνιτικό Ισλάμ
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Φαϊζάλ Α΄ μπιν Χουσεΐν μπιν Αλί αλ-Χασίμι (20 Μαΐου 1883 - 8 Σεπτεμβρίου 1933), γνωστός ως Φαϊζάλ Α΄, ήταν βασιλιάς της Συρίας από τις 8 Μαρτίου 1920 ως τις 24 Ιουλίου 1920 και ο Βασιλιάς του Ιράκ από τις 23 Αυγούστου 1921 ως τις 8 Σεπτεμβρίου 1933. Ήταν μέλος της δυναστείας των Χασεμιτών.[1][2][3]

Ο Φαϊζάλ προώθησε την ενότητα μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών Μουσουλμάνων και ενθάρρυνε την κοινή πίστη των δογμάτων αυτών με στόχο τη δημιουργία ενός αραβικού κράτους, που θα περιλάμβανε το Ιράκ, τη Συρία και το υπόλοιπο μέρος της Εύφορης Ημισελήνου. Διόρισε, σε διάφορες θέσεις εξουσίας, μέλη διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων, όμως η επιμονή του στον παναραβισμό οδήγησε στην απομόνωση ορισμένων ομάδων.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φαϊζάλ γεννήθηκε στη Μέκκα της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις 20 Μαΐου 1883 και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη.[2] Ήταν ο τρίτος γιος του Χουσεΐν μπιν Αλί, μεγάλου σαρίφη της Μέκκας, και της Αμπντίγια μπιντ Αμπουλάχ.

Το 1913, εξελέγη βουλευτής στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο, εκπροσωπώντας την πόλη Τζέντα. Σε μια επίσκεψή του στη Δαμασκό, το 1916, παρέλαβε το Πρωτόκολλο της Δαμασκού από τις εθνικιστικές οργανώσεις Αλ-Φατάτ και Τζαμιάτ Αλ-Αχντ.

Στις 23 Οκτωβρίου 1916 συναντήθηκε στο χωριό Χάμρα της Μεδίνας με τον Βρετανό αξιωματικό Τόμας Έντουαρντ Λόρενς, γνωστό και ως Λόρενς της Αραβίας, ο οποίος επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αραβικού κράτους.[4] Τα έτη 1916-1918 ο Φαϊζάλ ηγήθηκε ενός στρατού στα εδάφη της σημερινής Σαουδικής Αραβίας, της Ιορδανίας και της Συρίας εναντίον των Τούρκων.[5] Μετά από 30 μήνες πολιορκίας κατέλαβε τη Μεδίνα, νικώντας την άμυνα του Ομέρ Φαχρεντίν Τουρκάν και λεηλατώντας την πόλη.

Ο Φαϊζάλ συνεργάστηκε, επίσης, με τους Συμμάχους για την κατάκτηση της Μεγάλης Συρίας και της Δαμασκού, τον Οκτώβριο του 1918, και πήρε μέρος στη διοίκηση της πόλης μετά την κατάληψή της.

Στις 3 Ιανουαρίου 1919 ο Φαϊζάλ και ο Χάιμ Βάιζμαν, πρόεδρος της σιωνιστικής οργάνωσης, υπεγράψαν μια συμφωνία για αραβοεβραϊκή συνεργασία, που ωστόσο δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθή.[6][7] Ο Φαϊζάλ ήλπιζε σε υποστήριξη των αραβικών αιτημάτων από τους σιωνιστές, μέσω της επιρροής τους στους Βρετανούς, έναντι των γαλλικών δυνάμεων, που βρίσκονταν στη Συρία. Το ίδιο έτος ηγήθηκε της αραβικής αντιπροσωπείας στη διάσκεψη ειρήνης του Παρισιού και υποστήριξε την ανεξαρτητοποίηση των αραβικών εδαφών, που κατείχε προηγουμένως η Οθωμανική Αυτοκρατορία.[7]

Στις 7 Μαρτίου 1920 ανακηρύχθηκε, από την κυβέρνηση του Χασίμ Αλ-Ατάσι, βασιλιάς του Αραβικού Βασιλείου της Συρίας (Μεγάλης Συρίας). Όμως, τον Απρίλιο του 1920, η διάσκεψη του Σαν Ρέμο παραχώρησε στη Γαλλία τα δικαιώματα για τη Συρία, οδηγώντας έτσι στον Γαλλοσυριακό Πόλεμο. Στη Μάχη του Μαϊσαλούν, στις 24 Ιουλίου 1920, οι Γάλλοι κατάφεραν να επικρατήσουν και ο Φαϊζάλ εξορίστηκε από τη Συρία. Έτσι, μετέβη για να ζήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Το Μάρτιο του 1921, στη Διάσκεψη του Καίρου, οι Βρετανοί αποφάσισαν ότι ο Φαϊζάλ ήταν καλός υποψήφιος για τη διακυβέρνηση του Βρετανικού Ιράκ, λόγω της κατευναστικής στάσης του απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις και εξαιτίας των πληροφοριών που κατείχε για αυτόν ο Τόμας Έντουαρντ Λόρενς. Όμως, το 1921, λίγοι άνθρωποι στο Ιράκ ήξεραν τον Φαϊζάλ ή είχαν ακούσει το όνομά του. Με τη βοήθεια Βρετανών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένης της Γκέρτρουντ Μπελ, έκανε μια επιτυχή εκστρατεία στους Άραβες του Ιράκ και κέρδισε μεγάλη λαϊκή υποστήριξη. Μετά από ένα δημοψήφισμα, που παρουσίασε το 96% του πληθυσμού υπέρ του, ο Φαϊζάλ συμφώνησε να γίνει βασιλιάς. Η επίσημη άνοδός του στο θρόνο έγινε στις 23 Αυγούστου 1921.

Ο Φαϊζάλ ενθάρρυνε την εισροή Σύριων εξόριστων, προκειμένου να χτίσει καλές ιρακινοσυριακές σχέσεις. Έλαβε μέτρα για τη βελτίωση της εκπαίδευσης και της υγείας. Ανέπτυξε οδούς από τη Βαγδάτη προς τη Δαμασκό και από τη Βαγδάτη προς το Αμμάν, κάτι που οδήγησε σε μεγάλο ενδιαφέρον για την πετρελαιοφόρο περιοχή της Μοσούλης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του προσπάθησε να καταστήσει τον Ιρακινό Στρατό σε ισχυρή δύναμη. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να επιβάλει το μέτρο της υποχρεωτικής στράτευσης.

Το 1925, μετά από την εξέγερση των Δρούζων της Συρίας, οι Γάλλοι άρχισαν να διαβουλεύονται με τον Φαϊζάλ για συριακά θέματα. Η Αγγλοϊρακινή Συνθήκη του 1930 θεωρήθηκε ως εμπόδιο για την παναραβική ατζέντα του Φαϊζάλ, αν και παρείχε στο Ιράκ έναν βαθμό πολιτικής ανεξαρτησίας. Ωστόσο, η συνθήκη είχε θετική επίδραση στους εθνικιστές του Ιράκ, καθώς θεωρήθηκε ως πρόοδος της πολιτικής κατάστασης σε σχέση με το στάσιμο καθεστώς της Συρίας και της Παλαιστίνης.

Το 1932, η βρετανική εντολή στο Ιράκ τερματίστηκε και το Βασίλειο του Ιράκ έγινε πλήρες ανεξάρτητο κράτος. Στις 3 Οκτωβρίου του ίδιου έτους προσχώρησε στην Κοινωνία των Εθνών.

Τον Αύγουστο του 1933, γεγονότα όπως η σφαγή στο Σιμέλε προκάλεσαν ένταση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και του Ιράκ. Ο πρωθυπουργός Ράμσει Μακντόναλντ έδωσε εντολή στον Φράνσις Χάμφρις να μεταβεί στο Ιράκ και να ζητήσει την τιμωρία των υπαίτιων από τον βασιλιά Φαϊζάλ. Τον Ιούλιο του 1933 μετέβη στο Λονδίνο όπου εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την παρούσα κατάσταση των αραβικών περιοχών και για τον αυξανόμενο εβραϊκό εποικισμό στην Παλαιστίνη.[8]

Ο βασιλιάς Φαϊζάλ πέθανε στη Βέρνη της Ελβετίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1933, σε ηλικία 50 ετών. Η επίσημη αιτία θανάτου του ήταν ανακοπή καρδιάς, ωστόσο υπήρξαν σημάδια δηλητηρίασης από αρσενικό.[9] Στον θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του Γάζι Α΄.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «rulers.org». rulers.org. Ανακτήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2012. 
  2. 2,0 2,1 «britannica.com». britannica.com. 8 Σεπτεμβρίου 1933. Ανακτήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2012. 
  3. Allawi, Ali A. (2014). Faisal I of Iraq. Yale University Press. ISBN 9780300127324. 
  4. Lawrence, T.E. The Seven Pillars of Wisdom. Wordworth Editions Limited, 1997. σελ. 76.
  5. Faisal of Arabia, Jerusalem Post
  6. Faisal's Acceptance of the Balfour Declaration Jewish Virtual Library
  7. 7,0 7,1 Official records of the Second Session of the General Assembly (A/364/Add.2 PV.21), United Nations, 8 Ιουλίου 1947
  8. Time Magazine, 28 Αυγούστου 1933
  9. 78 years after the murder of King Faisal the First, Al Janabi, K., Iraq Law Net, Iraq Al-Qanoun

Επιπλέον πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Masalha, N. (Oct 1991). «Faisal's Pan-Arabism, 1921–33». Middle Eastern Studies 27 (4): 679–693. doi:10.1080/00263209108700885. 
  • Simon, Reeva S. (Jun 1974). «The Hashemite 'Conspiracy': Hashemite Unity Attempts, 1921–1958». International Journal of Middle East Studies 5 (3): 314–327. doi:10.1017/s0020743800034966. 
  • Allawi, Ali A. (2014). Faisal I of Iraq. New Haven: Yale University Press. ISBN 978-0-300-12732-4. 
  • Tripp, Charles (2007). A History of Iraq (3η έκδοση). New York: Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-87823-4.