Φασκωλόμυς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φασκωλόμυς
Vombatus ursinus -Maria Island National Park.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Διπρωτοδόντια (Diprotodontia)
Οικογένεια: Βομβατίδες (Vombatidae)

Ο Φασκωλόμυς (αγγλικά: Wombat) είναι μαρσιποφόρο φυτοφάγο ζώο που ζει στην Αυστραλία. Ο φασκωλόμυς έχει κοντά πόδια, μήκους περίπου 1 μέτρο και μικρή κοντόχοντρη ουρά. Υπάρχουν τρία είδη και όλα είναι μέλη της οικογένειας Βομβατόμορφα. Είναι ευπροσάρμοστα και βρίσκονται σε δασώδεις, ορεινές και θαμνώδεις περιοχές της νοτιοανατολικής Αυστραλίας, συμπεριλαμβανομένης της Τασμανίας, καθώς και σε ένα απομονωμένο κομμάτι γης περίπου 740 στρεμμάτων στο εθνικό πάρκο του δάσους Έπινγκ[1] στο κεντρικό Κουίνσλαντ.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φασκωλόμυς στο Εθνικό πάρκο Narawntapu της Τασμανίας

Οι φασκωλόμυες σκάβουν εκτεταμένα υπόγεια λαγούμια με τα μπροστινά τους δόντια που είναι σαν τα δόντια των τρωκτικών και με τα ισχυρά τους νύχια. Το πλεονέκτημα του φασκωλόμυ είναι ο ανάποδος μάρσιπός του. Το πλεονέκτημα του μάρσιπου που βλέπει προς τα πίσω είναι ότι όταν σκάβει ο φασκωλόμυς, το χώμα δεν συσσωρεύεται πάνω από τα μικρά του. Παρόλο που είναι κυρίως νυχτόβιοι, οι φασκωλόμυες μπορούν επίσης να βγουν για να τραφούν τις δροσερές ή νεφελώδεις ημέρες. Δεν εντοπίζονται εύκολα συνήθως, αλλά αφήνουν άφθονες ενδείξεις στο πέρασμά τους, αντιμετωπίζοντας τους φράχτες ως μικρές δυσκολίες που πρέπει να περάσουν από μέσα ή από κάτω και αφήνουν διακριτά κυβικά κόπρανα.

Οι φασκωλόμυες είναι φυτοφάγα ζώα. Η δίαιτά τους αποτελείται κυρίως από χόρτα, σπόρους, βότανα, φλοιούς και ρίζες. Οι κοπτήρες τους μοιάζουν κάπως με εκείνους των τρωκτικών (αρουραίοι, ποντίκια, κλπ.), προσαρμοσμένοι για να ροκανίζουν τη σκληρή βλάστηση. Όπως και πολλά άλλα φυτοφάγα θηλαστικά, έχουν ένα μεγάλο κενό ανάμεσα στους κοπτήρες τους και τα υπόλοιπα δόντια τους, τα οποία είναι σχετικά απλά. Το χρώμα της γούνας των φασκωλόμυων μπορεί να ποικίλει από το χρώμα της άμμου έως καφέ, ή από γκρι έως μαύρο. Και τα τρία γνωστά υπάρχοντα είδη έχουν μήκους περίπου ένα μέτρο και ζυγίζουν μεταξύ 20 και 35 κιλών. Οι θηλυκοί φασκωλόμυες γεννούν ένα μόνο μικρό την άνοιξη, μετά από μια περίοδο κύησης, η οποία όπως σε όλα τα μαρσιποφόρα μπορεί να ποικίλει, στην περίπτωση των φασκωλόμυων: 20-21 ημέρες.[2][3] Έχουν καλά αναπτυγμένους μάρσιπους, τους οποίους τα μικρά τους τους αφήνουν μετά από περίπου έξι έως επτά μήνες. Οι φασκωλόμυες απογαλακτίζονται μετά από 15 μήνες και είναι σεξουαλικά ώριμοι στους 18 μήνες.[4] Οι φασκωλόμυες συνήθως ζουν έως και 15 χρόνια στην άγρια ​​φύση, αλλά μπορούν να ζήσουν 20 ή ακόμα και 30 χρόνια σε αιχμαλωσία.[5][6] Ο μακροβιότερος φασκωλόμυς έφτασε σε ηλικία 34 ετών.

Οικολογία και συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οδοντοστοιχία, όπως απεικονίζεται στο Knight's Sketches in Natural History
Λαγούμι και κόπρανα φασκωλόμυ στο Εθνικό πάρκο Narawntapu της Τασμανίας
Κυβικά κόπρανα φασκωλόμυ, βρέθηκαν κοντά στο Cradle Mountain της Τασμανίας

Οι φασκωλόμυες έχουν εξαιρετικά αργό μεταβολισμό, χρειάζονται περίπου οκτώ έως 14 ημέρες για να ολοκληρώσουν την πέψη, πράγμα που βοηθά στην επιβίωσή τους σε ξηρές συνθήκες.[4] Ωστόσο, όταν απειλούνται, μπορούν να φτάσουν τα 40 χλμ./ώρα και να διατηρήσουν αυτή την ταχύτητα μέχρι και για 90 δευτερόλεπτα.[7] Οι φασκωλόμυες υπερασπίζονται την περιοχή τους που επικεντρώνεται γύρω από το λαγούμι τους και αντιδρούν επιθετικά σε εισβολείς. Ο φασκωλόμυς καταλαμβάνει μια περιοχή μέχρι 57 στρέμματα, ενώ τα είδη με την τριχωτή μύτη έχουν πολύ μικρότερες περιοχές, όχι μεγαλύτερες από 7 στρέμματα.[4]

Τα Ντίνγκο και οι Διάβολοι της Τασμανίας είναι οι κύριοι θηρευτές των φασκωλόμυων. Εξαφανισμένοι θηρευτές των φασκωλόμυων είναι πιθανό να ήταν ο Thylacoleo και ενδεχομένως ο Θυλακίνος. Η κύρια άμυνά τους είναι το σκληρό πίσω δέρμα τους, με το μεγαλύτερο μέρος του οπίσθιου μέρους να είναι χόνδρος. Αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη ουσιώδους ουράς, καθιστά δύσκολο για κάθε αρπακτικό που ακολουθεί τον φασκωλόμυ στο λαγούμι του να δαγκώσει και να τραυματίσει τον στόχο του. Όταν τους επιτίθονται, οι φασκωλόμυες βουτούν σε μια κοντινή σήραγγα, χρησιμοποιώντας τα οπίσθιά τους για να μπλοκάρουν έναν επιτιθέμενο αρπακτικό.[8] Ένα φασκωλόμυς μπορεί να επιτρέψει σε έναν εισβολέα να χώσει το κεφάλι του πάνω από την πλάτη του και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει τα ισχυρά του πόδια για να συντρίψει το κρανίο του εισβολέα πάνω στην οροφή της σήραγγας ή να τον απομακρύνει με κλωτσιές με τα δύο πόδια του.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν τρία είδη φασκωλόμυων και είναι όλα ενδημικά στην Αυστραλία και σε μερικά παράκτια νησιά. Και τα 3 είδη προστατεύονται από την αυστραλιανή νομοθεσία.[7]

  • Κοινός Φασκωλόμυς (Vombatus ursinus)
  • Northern hairy-nosed wombat ή yaminon (Lasiorhinus krefftii)[9]
  • Southern hairy-nosed wombat (Lasiorhinus latifrons)

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βραχογραφίες φασκωλόμυων είναι εξαιρετικά σπάνιες, αν και έχουν ανακαλυφθεί παραδείγματα που φτάνουν σε ηλικία 4.000 χρονών στο εθνικό πάρκο Wollemi.[10] Ιστορίες της ηπειρωτικής χώρας αναφέρουν ότι ο φασκωλόμυς προέρχεται από ένα πρόσωπο που ονομάζεται Warreen, το κεφάλι του οποίου είχε πεπλατυνθεί με πέτρα και η ουρά του είχε ακρωτηριαστεί ως τιμωρία για τον εγωισμό του. Αντίθετα, η ιστορία των αβορίγινων της Τασμανίας που καταγράφηκε για πρώτη φορά το 1830 λέει ότι ο φασκωλόμυς (γνωστός και ως drogedy ή publedina) προστατεύτηκε από το μεγάλο πνεύμα Moihernee, το οποίο ζήτησε από τους κυνηγούς να μην το κυνηγούν. Και στις δύο περιπτώσεις, ο φασκωλόμυς θεωρείται ότι έχει εκτοπιστεί στην υπόγεια κατοικία του.[11] Εκτιμήσεις της κατανομής των φασκωλόμυων πριν από την ευρωπαϊκή αποίκηση δείχνουν ότι οι αριθμοί και των τριών σωζόμενων ειδών ήταν παραγωγικοί και κάλυπταν μια περιοχή δέκα φορές μεγαλύτερη από τη σημερινή.[12]

Το αγγλικό όνομα «γουόμπατ» προέρχεται από τη σχεδόν εξαφανισμένη γλώσσα Νταρούκ που μιλιόταν από τους αβορίγινες που κατοικούσαν αρχικά στην περιοχή του Σίδνεϊ.[13] Καταγράφηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1798, από τον Τζον Πράις (John Price) που επισκέφθηκε την περιοχή του Bargo, της Νέας Νότιας Ουαλίας και συνάντησε τον Τζέιμς Ουίλσον (James Wilson), έναν λευκό άνδρα που είχε υιοθετήσει τη ζωή των αυτόχθονων. Ο Πράις έγραψε: «Είδαμε πολλά είδη κοπριάς από διαφορετικά ζώα, ένα από τα οποία ο Ουίλσον το αποκαλούσε Whom-batt, ένα ζώο ύψους περίπου 20 ίντσες, με μικρά πόδια και ένα χοντρό σώμα με μεγάλο κεφάλι, στρογγυλά αυτιά και πολύ μικρά μάτια, είναι πολύ παχύ και μοιάζει πολύ στην εμφάνιση με ασβό[14] Οι φασκωλόμυες ονομάζονταν συχνά ασβοί από τους πρώτους εποίκους λόγω του μεγέθους και των συνηθειών τους. Εξαιτίας αυτού, οι περιοχές όπως το Badger Creek, η Βικτώρια και το Badger Corner της Τασμανίας, πήραν το όνομά τους από τον φασκωλόμυ.[15]

Κοινός Φασκωλόμυς και το μικρό του την ώρα που τρώνε από ένα μπολ σε ένα ζωολογικό κήπο

Μετά το ναυάγιο του πλοίου «Sydney Cove» στο νησί Κλαρκ (Clarke) τον Φεβρουάριο του 1797, το πλήρωμα του σκάφους διάσωσης, «Francis», ανακάλυψε φασκωλόμυες στο νησί.[16] Ένα ζωντανό ζώο ελήφθη πίσω στο Πορτ Τζάκσον (Port Jackson).[16] Ο Matthew Flinders, ο οποίος ταξίδευε με το «Francis» στο τρίτο και τελευταίο του ταξίδι διάσωσης, αποφάσισε επίσης να πάρει ένα δείγμα από το νησί στο Πορτ Τζάκσον. Ο κυβερνήτης John Hunter έστειλε αργότερα το πτώμα του ζώου στον Joseph Banks της Λογοτεχνικής και Φιλοσοφικής Εταιρείας [17] για να επιβεβαιώσει ότι ήταν ένα νέο είδος. Το νησί ονομάστηκε Νήσος Κλαρκ από τον Ουίλλιαμ Κλαρκ (William Clark).[18][19]

Οι φασκωλόμυες ταξινομήθηκαν ως βλαβερά ζώα το 1906 και αποτέλεσαν αντικείμενο επιδότησης το 1925.[12] Αυτό και η αφαίρεση ενός σημαντικού αριθμού οικοτόπων έχουν μειώσει σημαντικά τον αριθμό και την περιοχή του φασκωλόμυ.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Northern Hairy-nosed Wombat». Department of Sustainability, Environment, Water, Population and Communities. Australian Government. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2011. 
  2. Watson, A (1999). «Vombatus ursinus». Animal Diversity Web. University of Michigan Museum of Zoology. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2010. 
  3. Green, E; Myers, P (2006). «Lasiorhinus latifrons». Animal Diversity Web. University of Michigan Museum of Zoology. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2010. 
  4. 4,0 4,1 4,2 McIlroy, John (1984). Macdonald, D., επιμ. The Encyclopedia of Mammals. New York: Facts on File, σελ. 876–877. ISBN 978-0-87196-871-5. 
  5. San Diego Zoo: Wombat. Animals.sandiegozoo.org. Retrieved on 26 Απριλίου 2017.
  6. Ballarat Wildlife Park: Common Wombat. Wildlifepark.com.au. Retrieved on 26 Απριλίου 2017.
  7. 7,0 7,1 Humble, Gary (1 Ιουνίου 2006). «The Uncommon Wombat». Scribbly Gum. Australian Broadcasting Corporation. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2010. 
  8. «Common Wombat». Department of Primary Industries, Parks, Water and Environment. Tasmanian Government. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2010. 
  9. «Lasiorhinus krefftii – Northern Hairy-nosed Wombat, Yaminon». Department of the Environment, Water, Heritage and the Arts. Australian Government. 12 Φεβρουαρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2010. 
  10. Totaro, Paola (2 Ιουλίου 2003). «Rock art find makes Stonehenge seem recent». Sydney Morning Herald. http://www.smh.com.au/articles/2003/07/01/1056825399651.html. 
  11. James Woodford (30 Ιανουαρίου 2012). The Secret Life of Wombats. Text Publishing Company, σελ. 7. ISBN 978-1-921834-90-5. https://books.google.com/books?id=fg_KIKj7fXsC&pg=PA52. 
  12. 12,0 12,1 Barbara Triggs (13 Ιουλίου 2009). Wombats. Csiro Publishing. ISBN 978-0-643-09986-9. https://books.google.com/books?id=_yxSd03pQdsC&pg=PA10. 
  13. Butler, Susan (2009). The Dinkum Dictionary: The Origins of Australian Words. Text Publishing, σελ. 266. ISBN 978-1-921799-10-5. 
  14. Reed, Alexander Wyclif (1969). Place-names of New South Wales, their origins and meanings. Reed, σελ. 152. 
  15. «Common Wombat». Lady Wild Life. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2008. 
  16. 16,0 16,1 Wells, R.T. (1989). «Volume 1B Mammalia». Στο: Walton, D.W., επιμ. Vombatidae. Richardson, B.J.. AGPS Canberra/Department of the Environment, Water, Heritage and the Arts – Commonwealth of Australia, σελ. 4. ISBN 978-0-644-06056-1. http://www.environment.gov.au/biodiversity/abrs/publications/fauna-of-australia/pubs/volume1b/32-ind.pdf. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2009. 
  17. Simpson, J. (16 Ιανουαρίου 2009). «The 'wombat' trail – David Nash». Transient Languages & Cultures. The University of Sydney. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2009. 
  18. Nash, M. "Maritime Archaeology Monograph and Reports Series No.2 – Investigation of a Survivors Camp from the Sydney Cove Shipwreck." Master of Maritime Archaeology Thesis. Department of Archaeology, Flinders University, South Australia. 2004. Accessed 30 Δεκεμβρίου 2009.
  19. Moore-Robinson, J. (1911). A Record of Tasmanian nomenclature, with dates and origins. The Mercury Printing Office – Hobart, Tasmania, σελ. 28. http://ia351419.us.archive.org/attachpdf.php?file=%2F1%2Fitems%2Frecordoftasmania00mooriala%2Frecordoftasmania00mooriala.pdf. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2009. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Wombat της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).