Φαράγγια της Κρήτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο σχηματισμός φαραγγιού αποτελεί σύνηθες γεωλογικό φαινόμενο στην Κρήτη, η οποία αναφέρεται ενδεικτικά ως "ο τόπος των εκατό φαραγγιών".[1]

Είναι συνυφασμένα με το τοπίο, την ιστορία και λαογραφία του νησιού, καθώς και την ιδιοσυγκρασία μερίδας των κατοίκων του. Στοιχεία τους όπως τα βραχώδη τοιχώματα, τα πουλιά και ζώα (κάποια από σπάνια μέχρι ενδημικά μόνον εδώ), τα φυτά και δέντρα (συχνά λίγα, ενίοτε όμως ογκώδη) συμβάλουν στο χαρακτήρα της περιοχής και επέδρασαν καταλυτικά σε τοπικούς μύθους, παραδόσεις, τραγούδια. Τα ίδια τα φαράγγια υπήρξαν εστία εξέγερσης, ορμητήριο και καταφύγιο επαναστατών, θέατρο πολεμικών μαχών και στρατιωτικών διεκδικήσεων, βασικά συνεχίζουν δε να διαδραματίζουν το ρόλο τους στη σημερινή καθημερινότητα.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με άλλα μέρη σε Ελλάδα και κόσμο, στην κρητική γλώσσα διαχωρίζεται πλήρως εννοιολογικά η δεδομένη λέξη και οι ρούμα, ρέ(υ)μα, ρυάκι, κοινώς ρεματιά που κυλά μικρό ή μεγαλύτερο ποτάμι.[1] Αιτία είναι ότι πλήθος των φαραγγιών δεν διαρρέονται από υδάτινο όγκο ή εκείνος πρόκειται για χείμαρρο, άρα εποχιακής φύσης.

Βρίσκονται σε όλους τους τέσσερις διοικητικούς νομούς (τώρα περιφερειακές ενότητες), με υψηλότερη συχνότητα παρουσίας προς τις δύο άκρες του νησιού: στα νότια του Χανίων (Σφακιά) και τα δυτικά του Λασιθίου.[2] Το βόρειο τμήμα διαθέτει λιγότερα, η διαδρομή της συντριπτικής πλειονότητας των οποίων περιορίζεται στην ενδοχώρα. Τα περισσότερα του νότου, αντίθετα, έχουν διέξοδο στο Λιβυκό πέλαγος.

Εμφανίζουν ευρύτατη ποικιλία όσον αφορά στο μήκος, τα ύψος και απόσταση τοιχωμάτων, τα είδη, στρώματα και πτυχές πετρωμάτων, τη χλωρίδα. Υφίσταται φαράγγι ελικοειδές, σκιερό, με βλάστηση βοτανικού κήπου ακόμη και στις απόκρημνες πλαγιές (Θερίσου), καθώς και αντίστοιχο τραχύ, άνυδρο, κατάλληλο για ερημιτισμό (Περβολακίων ή Μονής Καψά).[1]

Δημιουργία και ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστήμη έχει καταλήξει ότι γενικά ο σχηματισμός φαραγγιού προκύπτει ως συνέπεια της μακραίωνης γεωλογικής διεργασίας αποσάθρωσης των πετρωμάτων μέσω διάβρωσης από το νερό (π.χ κοιλάδες Δούναβη, Γκραντ Κάνυον-ποταμός Κολοράντο). Εντούτοις, στην Κρήτη δεν εξακριβώνεται παρόμοιος μηχανισμός, γεγονός που δεικνύει κυρίως η μη αποκάλυψη ή έστω ελάχιστη μεταβολή του φαραγγικού πυθμένα έπειτα και τις πιο "κατακλυσμιαίες" βροχοπτώσεις. Άλλωστε, η δημιουργία του τόσο υψηλού αριθμού τους θα απαιτούσε σε βάθος δεκάδων χιλιετιών και τεράστιες ποσότητες ύδατος που δεν δικαιολογεί "ένα στενό νησί που αποκλείεται να είχε ποτέ μεγάλους ποταμούς",[3] ενώ επίσης δεν εντοπίζονται ίχνη των λεκανών απορροής της προϊστορίας που όφειλαν να τους τροφοδοτούν. Σύμφωνα με αυτά:[4]

Κλειδί για την ερμηνεία των κρητικών φαραγγιών είναι η τεκτονική δράση. Κατά την άνιση ανύψωση του νησιού, ασκήθηκαν πιέσεις σε ορισμένα πετρώματα, τα οποία διαρρήχθηκαν, όπως θα ράγιζε ένας τοίχος. Οι ρωγμές διευρύνθηκαν πλευρικά (σημ. σε πλάτος, όχι βάθος) από τη διάβρωση, που προκλήθηκε είτε από τη ροή ποτάμιων ρευμάτων είτε από αλλαγές στη θερμοκρασία, οι οποίες αποσπούν μικρούς και μεγάλους λίθους από τους κρημνούς. [...] Τα πολλαπλά φαράγγια της Κρήτης δημιουργήθηκαν πράγματι από "παροξυσμούς της φύσης" που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συγκαλύφθηκαν από μεταγενέστερες διεργασίες.

Όμως και για τη συνολική εικόνα του νησιού, ο μελετητής του και λάτρης Όλιβερ Ράκχαμ (1939-2015: Άγγλος ακαδημαϊκός, βοτανολόγος, ιστορικός οικολογίας), δήλωνε πεπεισμένος ότι η τεκτονική δύναμη ήταν ο ένας από τους τρεις αλληλοεπηρεαζόμενους παράγοντες θεμελιώδους σημασίας, έχοντας "αποφασίσει" τη γεωμορφολογία του.[5] Την ίδια βαρύτητα απέδιδε στην προϊστορική πανίδα (για τη βλάστηση) και στην –πολύ αργότερη– ανθρώπινη παρουσία (για το τοπίο). Επιβεβαιώνει δηλαδή η σύγχρονη έρευνα τα –διαισθητικά– γραφόμενα παλαιών περιηγητών, πως τέτοιου πλήθους και μεγέθους ασυνέχειες δεν εμφανίστηκαν στην κρητική γη ομαλώς, αλλά από φυσικό παροξυσμό.[6] Τέμνοντας κάθετα μία εκτεταμένη ρηξιγενή κατωφέρεια, το εξαιρετικά στενό και βαθύ φαράγγι του Χα θεωρείται πρώιμο στάδιο του τεκτονικού έργου, το δε αντίστοιχο του Χαυγά[σημ. 1] Οροπεδίου ή Καθαρού έχει υποστεί την αποσάθρωση κατόπιν και εντονότατα, σε σημείο ώστε η χαμηλότερη υψομετρικά είσοδός του "μόνο κατ' όνομα να αποτελεί φαράγγι".[3] Η γέννησή τους, τουλάχιστον της πλειοψηφίας, ανάγεται σε εποχές νεότερες της ίδιας της Κρήτης. Η εξέταση πάντως της επικολλημένης σάρας (κορήματα)[σημ. 2] στα τοιχώματά τους, τα χρονολόγησε από την περίοδο του Πλειστόκαινου –εάν όχι νωρίτερα– και πιθανής μέσης ηλικίας 2 εκατομμυρίων ετών. Επομένως,

οι Μινωίτες θα τα έβλεπαν σχεδόν όπως τα βλέπουμε και εμείς σήμερα.

Με ενδεικτικότερο παράδειγμα το Αγιοφάραγγο, ο σχηματισμός κάποιων επέφερε χωρισμό σε προϋπάρχοντα σπήλαια με σταλακτίτες, οι οποίοι είναι πλέον ορατοί ως δικά του στοιχεία.

Μορφή και πετρώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πλευρές (πρανή) ενός τυπικού κρητικού φαραγγιού πρόκειται για περίπου κατακόρυφες, ενώ στις βάσεις τους έχει σωρευθεί και ενσωματωθεί σάρα, συνήθως μετατρεπόμενη σε άκρως συμπαγή. Ο πυθμένας επικαλύπτεται οριζόντια με αποθέσεις χαλικιών και στρώσεις σάρας που τις αλληλοδιαδέχονται συγκεντρώσεις ογκολίθων. Τα επιφανειακά υλικά του, ενίοτε και φράγματα από τους τελευταίους, αναδιατάσσονται στις ισχυρότατες βροχές χωρίς –όπως αναφέρθηκε– εκείνος να επηρεάζεται.

Τα απαντώμενα πετρώματα είναι πλακώδεις ασβεστόλιθοι και κροκαλοπαγή (ιδιαίτερα στα βορειοδυτικά)[7], άρα με σκληρότητα που ευνοεί τη δημιουργία και διατήρηση κάθετων τοιχωμάτων.[8] Μαλακότερης φύσης εδάφη (κρυσταλλικοί ασβεστόλιθοι, φυλλίτες, ψαμμίτες) σε γειτονικές περιοχές, καθιστούν ενδεχόμενη την ύπαρξη στο νησί αρκετά περισσότερων φαραγγιών παλαιότερα, τα οποία η παραπάνω χρονοβόρα διαδικασία αποσάθρωσης έφθειρε μέχρι εξαφάνισης. Αυτή θα υποστούν μελλοντικά και οι περιστασιακές φαραγγοειδείς μορφές σε χαλαζίτες ή αργιλώδεις βασικά μάργες[σημ. 3], μαλακές με μεγάλη όμως πυκνότητα (π.χ στο νότιο τμήμα της χερσονήσου Ακρωτήρι Χανίων).[9] Μαργαϊκοί είναι και οι εντυπωσιακά διαβρωμένοι εσωτερικά ογκόλιθοι, επίσης του Αγιοφάραγγου.

Σχετικά με τον κυρίαρχο συνδυασμό χρωματισμών και επειδή η πλειονότητα βρίσκονται σε ασβεστολιθικές γαίες που «χαρακτηρίζονται από ταινίες πράσινου, πορφυρού και φαιού που εναλλάσσονται με λευκό πυριτόλιθο – μία δομή ευδιάκριτη και αλησμόνητη.»[10]

Χλωρίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιθαγενή είδη είναι εκείνα που έφθασαν στην Κρήτη από μόνα τους κατά τους προϊστορικούς χρόνους, ή εξελίχθηκαν πάνω της. Αντίθετα, εισηγμέναεπιγενή) είναι όσα έφθασαν με πλοίο, είτε τυχαία είτε όχι. Μερικά εισηγμένα έχουν εγκλιματιστεί, δηλαδή μετά την εισαγωγή τους, πολλαπλασιάζονται χωρίς ανθρώπινη επέμβαση. Δεν συμβαίνει το ίδιο με κάποια άλλα (καλλιεργούμενα), που παραμένουν εξωτικά.
Όλιβερ Ράκχαμ - Τζένιφερ Μούντι[11]

Καταγράφονται 1800 είδη φυτών και δέντρων στο νησί –μακράν όλων των ευρωπαϊκών– με 189 να ενδημούν αποκλειστικά σε αυτό (33 και στο Καρπάθιο σύμπλεγμα [στοιχεία του 2003]),[12] ενώ διαφορετικό "μείγμα" βλάστησης που έχει ορίσει ο προσανατολισμός τους και η σύσταση των πετρωμάτων, αντιπροσωπεύει καθένα των δεκάδων φαραγγιών.[13] Ωστόσο, η χλωρίδα των τελευταίων δεν περιορίζεται αυστηρά χωρικά και επεκτείνεται σε διπλανούς γκρεμούς (κρημνούς), πλαγιές, όγκους βουνών, με συνέπεια να μην θεωρείται κάποιο είδος ως ενδημικό στα φαράγγια και μόνο.

Φυτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με τα κρητικά δάση, υγροβιοτόπους και ακτές, τους ζωτικούς χώρους (ενδιαιτήματα) σημαντικής φυτικής ποικιλίας αποτελούν δύο: τα ψηλά όρη και οι γκρεμοί/φαράγγια.[13] Παρότι τα ενδημικά αυτοπροστατεύονται με διάφορες γενικά μεθόδους (προσαρμογή) από το να γίνουν βορά ζώων (βόσκηση), ούτε ένα όσων φύονται αποκλειστικά σε δυσπρόσιτα μέρη έχει αγκάθια, καθώς ουδέποτε διέτρεξαν κίνδυνο (ενώ τέτοια διαθέτουν π.χ το 50% των φρυγανικών ειδών στους λόφους του νησιού). Το γεγονός αιτιολογεί τις μορφές και τα έντονα χρώματα αρκετών (όπως και τη γευστικότητα για τροφή ζώων).

Ορισμένα από τα πολύ ιδιαίτερα και ενδημικά μόνο στην Κρήτη φυτά, τα οποία απαντώνται σε φαράγγι της (με αναφορά στην περιοχή ή/και τοπωνύμιό του):

Κρητικός έβενος (Ebenus creticaκρητ. αρχοντόξυλο, κατσουλιά, κατσουλιές, κορμουτσούλια, πλουμί ή πλουμιά για ευνόητους λόγους)
σε πολλά της δυτικής πλευράς, λιγότερα της ανατολικής.[14][15]
Κατά την ανθοφορία του Απρίλιο με Μάιο ή Ιούνιο,[16][17] στα ομορφότερα ενδημικά της κρητικής άνοιξης.[9][18] Ψυχανθής χαμηλός θάμνος κατηγορίας φρυγάνου, παλιά περιοριζόταν σε ξηρά απότομα βράχια (νότιου προσανατολισμού) εξαιτίας υπερευαισθησίας στη βόσκηση.[12] Από τα φυτά που διατηρήθηκαν στα ίδια μέρη συγκρίνοντας με τους ενετικούς καταλόγους βοτανολόγων πριν 3,5 αιώνες,[19] αφθονεί πλέον παντού –και σε ευπρόσιτα σημεία– στο ανατολικό τμήμα όπου κατά τόπους εγκαταλείφθηκε ή έστω μειώθηκε η εκτροφή αιγοπροβάτων.[20] Στους μεν αναπτύσσει μορφή σχεδόν δέντρου με χοντρό ίσιο κορμό και στους άλλους έχει καταστεί κυρίαρχο είδος θάμνου,[21] γεγονός που οδηγεί μερικούς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για διαφορετική ποικιλία του φυτού στα δυτικά.[14]

Βότανα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δίκταμο (Origanum dictamnusαρχ. δίκταμνον – κρητ. έρωντας, σταματόχορτο)
κυρίως του νομού Χανίων και λίγα των νότιων του Ρεθύμνης, ίσως και κάποια ανατολικά.[22][23]
Δίκταμο ή έρωντας
Από την αρχαιότητα, ονομαστό και υποκείμενο σε εμπορική νοθεία.[24] Δυσεύρετο παλαιότερα εξαιτίας επικινδυνότητας της συλλογής του (από τους παράτολμους ερωντάδες), θα μπορούσε να ειπωθεί ότι διασώθηκε εκείνης και των παγετού,[25] βόσκησης χάρις στα φαράγγια και τους γκρεμούς (βόρειου προσανατολισμού βασικά), εάν πλέον δεν καλλιεργούταν σε παραγωγική και οικιακή κλίμακα για τις πολλαπλές και αναγνωρισμένες του ιδιότητες: ιατρικές (αναλγητικές-θεραπευτικές), αρωματικές (ποτοποιία-μαγειρική[26]), καλλυντικές και καλλωπιστικές.[27] Έχει αρθεί η κατηγοριοποίησή του ως εκτεθειμένο σε εξαφάνιση (1997, vulnerable),[28] ωστόσο παραμένει σχεδόν απειλούμενο (2015, near threatened) από την υπερβολική αξιοποίηση.[29]
Είδος του υπερικού, συγκεκριμένα το Hypericum amblycalyx
μόνο σε ορισμένα του νομού Λασιθίου.[30][31]
Σπάνιο και προστατευόμενο,[32] παρότι συγγενές του κοινού και φημισμένου βάλσαμου ή σπαθόχορτου (παραγωγή φαρμακευτικών ουσιών και αιθέριων ελαίων).

Δέντρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εντύπωση προκαλεί η περίπτωση των Σφακίων, μία από τις πλέον άνυδρες περιοχές της Κρήτης –και αραιοκατοικημένες της Ελλάδας–, ως την περισσότερο δασωμένη τελικά, με αιτία τα πυκνά δάση που διατρέχουν τα πολυάριθμα φαράγγια τους, αλλά και μόνον εκείνα.[33]

Συμβολή στην επιβίωση της ελιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύσκολη παρουσιάζεται και η εξαρχής λογική σύνδεση των άγριων φαραγγιών με την ύπαρξη του ευγενούς δέντρου της ελιάς,[34] σήμερα την πιο διαδεδομένη και οικονομικά σημαντική καλλιέργεια επάνω στο νησί.[35] Το είδος δεν αποτελεί απλά το μοναδικό μη εξωτικό που αξιοποιείται σε συστηματικό επίπεδο (με τις αχλαδιά και παλαιότερα αμυγδαλιά),[36] αλλά και ο προαναφερόμενος άγριος τύπος του πρόκειται μάλλον για ιθαγενή, όπως αποδεικνύουν αφενός η εμφάνισή της καλλιεργήσιμης ελιάς ήδη κατά την Ύστερη Νεολιθική περίοδο και αρκετά πριν από κάθε άλλο σημείο του Αιγαίου,[37] αφετέρου ο διαφορετικός τρόπος των Μινωιτών στην εκμετάλλευση του λαδιού της ήμερης (τιθασούς) και της αγριελιάς.[38][39] Επιστήμονες θεωρούν ως πιθανότερο ενδεχόμενο η δεύτερη, προτού επεκταθεί με φυσικούς τρόπους σε παράλιες ζώνες της Κρήτης και καταστεί έπειτα αντικείμενο καλλιέργειας, να είχε επιβιώσει την εποχή των Παγετώνων εντός κάπως "προστατευμένων" φαραγγιών.[40]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. η λέξη (υποκορ. χαυγούδι) στην ανατολική Κρήτη ταυτίζεται με το φαράγγι και συναντάται σε αρκετά του Λασιθίου και των τριών όμορων επαρχιών του Ηρακλείου Φαράγγι Χαυγά στο οροπέδιο Καθαρού, Ορειβατική & Πεζοπορική Ομάδα Αγίου Νικολάου Κρήτης]
  2. πετρώδη θραύσματα και γεώδη υλικά, ygeiaonline.gr
  3. στα κρητικά κούσκουρας, αλλιώς κουσκουρόπετρα (soft cretan limestone): εξαιρετικό υλικό δόμησης, γνωστό τουλάχιστον από τη Μινωική εποχή στην κατασκευή κτηρίων ή λαξευτών τάφων

Παραπομπές - σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 "Η δημιουργία του κρητικού τοπίου", Όλιβερ Ράκχαμ - Τζένιφερ Μούντι (μετάφρ. Κώστας Σμπόνιας, επιστημ. επιμέλ. Άγγελος Χανιώτης), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ίδρυμα Τεχνολογίας & Έρευνας ΙΤΕ), Ηράκλειο 1996, ISBN 960-5241-78-1, σελ. 35
  2. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. xiv
  3. 3,0 3,1 Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 37
  4. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 37 [χωρίς επισημάνσεις και σημειώσεις]
  5. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. ii [στη μετάφραση τοπογραφία, η οποία όμως εξετάζει μόνο το "που", όχι και το "από πότε" και το "γιατί" υπάρχει π.χ μία λίμνη]
  6. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 36
  7. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 43
  8. ό.π, σελ. 37-38
  9. 9,0 9,1 Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 41-42
  10. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 22
  11. ό.π, σελ. 79-80
  12. 12,0 12,1 Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 75
  13. 13,0 13,1 Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 78
  14. 14,0 14,1 χάρτες εξάπλωσης, Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 76
  15. Map of distribution in Crete, Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων (ΜΑΙΧ)
  16. Ebenus cretica L., Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων (Αγγλικά)
  17. Ebenus cretica, Στιβ Λέντον στο cretanflora.com (Αγγλικά)
  18. ανάρτηση στο Facebook 10.05.2015, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης
  19. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 196
  20. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 170
  21. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 174
  22. Δίκταμος ή Δίκταμνος, anthorama.gr (online εγκυκλοπαίδεια των φυτών)
  23. Map of distribution in Crete, Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων
  24. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 98
  25. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 50
  26. Introducing Dittany of Crete (Origanum dictamnus L.) to gastronomy: A new culinary concept for a traditionally used medicinal plant, Νίκος Κρίγκας - Διαμάντω Λάζαρη, Ελένη Μαλούπα - Μαρία Στικούδη (Αγγλικά)
  27. Δίκταμος, Μιχάλης Μηλιαράκης, Πολιτιστικός Σύλλογος Εμπάρου
  28. Origanum dictamnus, Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων (Αγγλικά)
  29. Threats, Ερυθρός κατάλογος από τη Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN) (Αγγλικά)
  30. χάρτης διασποράς πληθυσμών, Στιβ Λέντον στο cretanflora.com (Αγγλικά)
  31. Map of distribution in Crete, Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων
  32. Πίνακας με τα πλέον σημαντικά από τα ιθαγενή είδη της χλωρίδας της Κρήτης • αριθμός 171, Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων (Αγγλικά)
  33. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 154
  34. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 109
  35. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 110-112
  36. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 100, 115
  37. "The olive in the prehistoric Aegean: the evidence for domestication in the Early Bronze age", Curtis Neil Runnels - Julie Marie Hansen, Oxford Journal of Archaeology, περίοδ. 5, τεύχ. 3, Νοέ 1986, σελ. 299–308 (Αγγλικά)
  38. κατά Βέντρις και Τσάντγουικ Η ελιά στη Μινωϊκή Εποχή, Η Κοινότητα των σχολείων της Ευρώπης]
  39. "Ελαιόλαδο και άλλα είδη λαδιού στις Μυκηναϊκές πινακίδες", Χοσέ Λουί Μελένα, Εκδόσεις Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα, Ισπανία 1983, σελ. 89-123 (Αγγλικά)
  40. Ράκχαμ-Μούντι, ό.π, σελ. 112

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Όλιβερ Ράκχαμ - Τζένιφερ Μούντι, Η δημιουργία του κρητικού τοπίου, μετάφρ. Κώστας Σμπόνιας, επιστημ. επιμέλ. Άγγελος Χανιώτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ίδρυμα Τεχνολογίας & Έρευνας ΙΤΕ), Ηράκλειο 2004, ISBN 960-5241-78-1
  • Πωλ Φωρ (επιμ.), Η Κρήτη • Ένας λαός αντιστεκόμενος, ένα σύμπαν μυθικό, εκδόσεις Γιαλλελή, Αθήνα 1994, ISBN 960-7555-01-5