Φίλιπ Ζιμπάρντο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φίλιπ Ζιμπάρντο
Zimbardo in Warsaw 2009.jpg
ο Φίλιπ Ζιμπάρντο
Γέννηση 23 Μαρτίου 1933 (1933-03-23) (82 ετών) Νέα Υόρκη
Θάνατος
Υπηκοότητα Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σχολές Φοίτησης Κολέγιο του Μπρούκλιν και Πανεπιστήμιο Γέιλ
Εργοδότης Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης
Επάγγελμα ψυχολόγος
http://www.zimbardo.com/

Ο Φίλιπ Ζιμπάρντο (Philip George Zimbardo), γεννημένος στις 23 Μαρτίου του 1933, είναι ψυχολόγος και ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ. Είναι πρόεδρος του HIP (Heroic Imagination Project). Έγινε γνωστός για το Πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ. Έχει συγγράψει διάφορα βιβλία εισαγωγικής ψυχολογίας, βιβλία για τους σπουδαστές κολεγίων, και βιβλία όπως The Lucifer EffectThe Time Paradox και The Time Cure.

Νεότερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Ζιμπάρντο γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 23 Μαρτίου του 1933, από οικογένεια μεταναστών της Σικελίας. Ολοκλήρωσε το πτυχίο του με τριπλή ειδίκευση στην ψυχολογία, την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία στο Κολέγιο του Μπρούκλιν το 1954, από όπου αποφοίτησε με άριστα. Ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του (1955) και διδακτορικό του δίπλωμα (1959) στην ψυχολογία, στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, με επιβλέποντα τον Νιλ Μίλερ (Neal E. Miller)[1]. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Γέιλ από το 1959 έως το 1960. Από το 1960 μέχρι το 1967, διετέλεσε καθηγητής της ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης. Από το 1967 έως το 1968, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Εντάχθηκε ως επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ το 1968.

Το πείραμα φυλάκισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1971, ο Ζιμπάρντο αποδέχθηκε θέση μόνιμου καθηγητή της ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Με κρατική επιχορήγηση από το Γραφείο Ναυτικών Ερευνών των ΗΠΑ ( U.S. Office of Naval Research), διηύθυνε το Πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ, όπου σε 24 κλινικά υγιή άτομα ανατέθηκε τυχαία να είναι «φυλακισμένοι» ή «φύλακες» σε ένα τεχνητό μπουντρούμι, που βρίσκεται στο υπόγειο του κτιρίου της ψυχολογίας, στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ (τρεις σπουδαστές κολεγίων επιπλέον, για κάθε ρόλο, επιλέχθηκαν ως αναπληρωματικοί, εκ των οποίων μόνο ένας συμμετείχε [2] στο πείραμα). Το -προγραμματισμένο για δύο εβδομάδες- πείραμα για την ψυχολογία της ζωής στη φυλακή, έληξε μετά από μόλις έξι ημέρες, λόγω του συναισθηματικού τραύματος που υπέστησαν οι συμμετέχοντες. Οι σπουδαστές άρχισαν γρήγορα να υποδύονται τους ρόλους τους, οι μεν «φύλακες» να γίνονται σαδιστές και οι δε «κρατούμενοι» να παρουσιάζουν ακραία παθητικότητα και κατάθλιψη.

Οι εθελοντές γνώριζαν ότι θα χρησιμοποιούνταν σε ένα πείραμα, αλλά δεν ήξεραν πότε το πείραμα θα πραγματοποιούταν, έτσι το αρχικό σοκ από την τυχαία σύλληψή τους ένα πρωί και την μεταφορά τους σε μία τεχνητή φυλακή, τους έφερε σε μια κατάσταση ήπιου σοκ. Κατά την άφιξή τους, οι «κρατούμενοι» γδύθηκαν, ελέγχθηκαν, ξυρίστηκαν και ψεκάστηκαν με αντιμικροβιακό υγρό, κάτι που προκάλεσε τον εξευτελισμό τους. Στη συνέχεια, δόθηκαν στους «κρατούμενους» στολές και αριθμοί ταυτότητας, και οι εθελοντές φρουροί της φυλακής τους συνόδεψαν στα κελιά τους. Οι ίδιοι οι φρουροί δεν πήραν καμία συγκεκριμένη εντολή ή κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο που θα συμπεριφέρονταν στους κρατούμενους. Αντίθετα, οι ψυχολόγοι τους επέτρεψαν να κάνουν ό,τι ήταν απαραίτητο για να διατηρήσουν την τάξη στη φυλακή. Ήταν ντυμένοι με πανομοιότυπες στολές, φορούσαν μια σφυρίχτρα γύρω από το λαιμό τους και κουβαλούσαν ένα γκλοπ.

Στην αρχή του πειράματος, ο Ζιμπάρντο ξεκίνησε με εννέα φρουρούς και εννέα κρατούμενους. Οι υπόλοιποι αρχικοί εθελοντές κρατήθηκαν ως αναπληρωματικοί, από τρεις για κάθε ρόλο. Την πρώτη τους νύχτα στη φυλακή, οι εθελοντές κρατούμενοι ξύπνησαν στις 2:30 πμ από τα σφυρίγματα των φρουρών τους.

Το πείραμα δείχνει ότι, μέχρι οι εθελοντές κρατούμενοι να αρχίσουν να δείχνουν σημάδια δυσφορίας, δεν έλαβαν τους φρουρούς και την εξουσία τους στα σοβαρά. Οι φυλακισμένοι χλεύαζαν τους φρουρούς, προσπαθώντας να επανακτήσουν την ατομικότητά τους. Αυτό, όμως, διήρκεσε λίγο. Οι κρατούμενοι σύντομα συνειδητοποίησαν ότι η στάση των φρουρών ήταν πολύ σοβαρή και ότι απαιτούσαν υπακοή. Αυτό ξεκίνησε μια μακρά σειρά από αντιπαραθέσεις και διαμάχες μεταξύ των φρουρών και των κρατουμένων. Οι φρουροί χρησιμοποίησαν σωματική τιμωρία και εξανάγκασαν τους κρατούμενος να κάνουν ασκήσεις, όπως πους-απ (pushups), προκειμένου να τους αποδείξουν την εξουσία τους.

Μόλις τη δεύτερη ημέρα το πρωί, ξέσπασε εξέγερση μεταξύ των εθελοντών φυλακισμένων. Έσκισαν τις στολές τους και κλείστηκαν στα κελιά τους, σπρώχνοντας τα κρεβάτια τους προς την πόρτα. Η αντίδραση των φρουρών σε αυτό ήταν να θυμώσουν πολύ και να ζητήσουν ενισχύσεις. Αυτό εξέπληξε τον Ζιμπάρντο, καθώς και τους υπόλοιπους ψυχολόγους, επειδή δεν είχαν σκεφτεί την πιθανότητα να ληφθεί αυτό το μέτρο. Κλήθηκαν φρουροί οι οποίοι δεν βρίσκονταν στο καθήκον και οι φρουροί, που τους είχε ανατεθεί μόνο η νυχτερινή βάρδια, έμειναν με τους φρουρούς που ήρθαν, μέχρι το τέλος της βάρδιας τους το επόμενο πρωί. Η τακτική που ακολούθησαν οι φρουροί ήταν να περάσουν στην αντεπίθεση προκειμένου να τιμωρήσουν τους απείθαρχους κρατούμενους και να τους κάνουν να υπακούσουν. Ως αντίδραση προς τους φυλακισμένους που κλείστηκαν στα κελιά τους, οι φρουροί χρησιμοποίησαν πυροσβεστήρες για να τους απομακρύνουν από τις πόρτες.

Μόλις οι φρουροί μπόρεσαν να μπουν στα κελιά, ξεγύμνωσαν τους τρόφιμους, έβγαλαν τα κρεββάτια τους έξω, και έβαλαν τους κρατούμενους, που ηγήθηκαν της εξέγερσης, στην απομόνωση. Καθώς και οι εννέα φρουροί δεν θα μπορούσαν να βρίσκονται σε υπηρεσία την ίδια στιγμή, άρχισαν να επιβραβεύουν τους κρατουμένων που επεδείκνυαν καλή συμπεριφορά. Οι κρατούμενοι που δεν είχαν εμπλακεί στην έναρξη της εξέγερσης, είχαν τη δυνατότητα να βρίσκονται στα κρεβάτια τους, να πλένονται, να βουρτσίζουν τα δόντια τους και να τρώνε , ενώ εκείνοι που είχαν ξεκινήσει την εξέγερση δεν είχαν αυτά τα δικαιώματα. Οι φρουροί συνέχισαν να χρησιμοποιούν βασανιστικές τακτικές για να διαλύσουν τις μεταξύ των κρατούμενων σχέσεις, για να αποφευχθεί περαιτέρω οργανωμένη αντίσταση. Στην περίπτωση ενός φυλακισμένου, ο οποίος ήταν καπνιστής, οι φρουροί ήταν σε θέση να ελέγξουν τη συμπεριφορά του, επειδή αποφάσιζαν πότε και αν είχε την άδεια να καπνίσει.

Σε λιγότερο από δύο ολόκληρες ημέρες στο πείραμα, ένας τρόφιμος άρχισε να υποφέρει από κατάθλιψη, ανεξέλεγκτη οργή​​, κλάμα και άλλες ψυχικές δυσλειτουργίες. Ο κρατούμενος απελευθερώθηκε τελικά μετά από ουρλιαχτά και ασταθή συμπεριφορά μπροστά στους άλλους τρόφιμους. Ο κρατούμενος αυτός αντικαταστάθηκε με κάποιον από τους αναπληρωματικούς.[2]

Την τρίτη μέρα του πειράματος, επιτράπηκε επισκεπτήριο για τους φίλους και τις οικογένειες. Η επίσκεψη αυτή παρακολουθήθηκε στενά και ήταν καθορισμένη χρονικά με πολλούς κανόνες και περιορισμούς.

Το επόμενο συμβάν που προστέθηκε στο πείραμα φυλάκισης ήταν ένα φημολογούμενο σχέδιο διαφυγής, το οποίο οι κρατούμενοι θα έθεταν σε εφαρμογή μετά το επισκεπτήριο. Ένας κρατούμενος επρόκειτο να συγκεντρώσει κάποιους φίλους του για να εισβάλλουν μέσα στην φυλακή και να ελευθερώσουν όλους τους φυλακισμένους. Αφού ένας από τους φρουρούς άκουσε αυτό το σχέδιο, τοποθετήθηκε ένας πληροφοριοδότης ανάμεσα στους κρατούμενους και η απόδραση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι κρατούμενοι, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την οργάνωση της απόδρασης, τιμωρήθηκαν και επιβαρύνθηκαν με περισσότερες κάμψεις και τον καθαρισμό της τουαλέτας.

Σε κάποιο σημείο, ακόμα και οι κρατούμενοι που είχαν θεωρηθεί ως πρότυπα συμπεριφοράς, εκείνοι που υπάκουσαν σε όλες τις εντολές των φρουρών, τιμωρήθηκαν. Η χρησιμοποίηση της τουαλέτας θεωρήθηκε προνόμιο και όχι ανάγκη, και για εκείνους που ενήργησαν εναντίον των φρουρών υπήρχε ένας κουβάς στο κελί τους για τις σωματικές τους ανάγκες.

Μέχρι το τέλος του πειράματος, δεν υπήρξε εναρμόνιση ανάμεσα στους κρατούμενους, καθώς και τους φύλακες. Οι φρουροί, επίσης, είχαν αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο όλων των κρατουμένων τους και χρησιμοποιούσαν την εξουσία τους στο μέγιστο βαθμό της. Ένας κρατούμενος είχε φτάσει στο σημείο να ξεκινήσει απεργία πείνας. Όταν αρνήθηκε να φάει, οι φρουροί τον έβαλαν σε απομόνωση για τρεις ώρες (μολονότι οι δικοί τους κανόνες είχαν ως όριο μόνο μία ώρα που ο κρατούμενος μπορούσε να είναι σε απομόνωση). Αντί οι άλλοι κρατούμενοι να βλέπουν αυτόν τον τρόφιμο ως ήρωα και να τον ακολουθήσουν στην απεργία του, φώναζαν από κοινού ότι ήταν ένας κακός κρατούμενος και ταραχοποιός. Κρατούμενοι και φύλακες είχαν προσαρμοστεί άμεσα στους ρόλους τους, υπερβαίνοντας τα όρια του τι είχε προβλεφθεί και οδηγώντας σε επικίνδυνες και ψυχολογικά επιζήμιες καταστάσεις.

Το ένα τρίτο των φρουρών αξιολογήθηκε ότι εμφάνισε "γνήσιες" σαδιστικές τάσεις, ενώ πολλοί κρατούμενοι υπέστησαν συναισθηματικά τραύματα και πέντε έπρεπε να απομακρυνθούν από το πείραμα νωρίς.

Ο ίδιος ο Ζιμπάρντο είχε αρχίσει να ενδίδει στους ρόλους της κατάστασης. Έπρεπε να του δείξει την πραγματικότητα του πειράματος η Κριστίνα Μάζλακ (Christina Maslach), η κοπέλα του και μελλοντική του σύζυγος, η οποία είχε μόλις λάβει το διδακτορικό της στην ψυχολογία.[3]

Στο τέλος του πειράματος, αφού όλοι οι κρατούμενοι είχαν απελευθερωθεί και οι φρουροί είχαν αποχωρήσει, επέστρεψαν όλοι στο ίδιο δωμάτιο για αξιολόγηση και για να είναι σε θέση να εκφράσουν τα συναισθήματά τους ανοιχτά ο ένας προς τον άλλον. Ηθικές ανησυχίες γύρω από το διάσημο πείραμα συχνά προβαίνουν σε σύγκριση με το Πείραμα Μίλγκραμ, το οποίο διεξήχθη το 1961 στο Πανεπιστήμιο Γέιλ από τον Στάνλεϊ Μίλγκραμ, πρώην φίλο του Ζιμπάρντο από το λύκειο.

Παρόμοια πειράματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρχαν πολλά ηθικά ζητήματα και ζητήματα έρευνας σχετικά με το αρχικό πείραμα. Μεταγενέστερα πειράματα με καλύτερους ελέγχους και ηθικά πρότυπα δεν έχουν αναπαράγει τα αποτελέσματα του πειράματος του Στάνφορντ. Αυτό έχει σημασία διότι η αναπαραγωγιμότητα είναι ένα σημαντικό μέρος της επιστημονικής διαδικασίας. Ένα από αυτά τα πειράματα εξέτασε τη δύναμη των ρόλων σε επιλεγμένες περιπτώσεις.[4]

Tο 2006, επιχειρήθηκε από το BBC να επαναληφθεί το πείραμα του Ζιμπάρντο, εκτός από ορισμένα θέματα της έρευνας και ηθικά ζητήματα που διορθώθηκαν.[5] Το νέο αυτό πείραμα, για τον λόγο ότι διεξήχθη αρκετά χρόνια αργότερα από το αρχικό, είχε περισσότερους περιορισμούς. Καθώς υπήρχαν περιορισμοί, υπήρχαν επίσης μεγάλες διαφορές. Η πρώτη διαφορά ήταν ο τρόπος με τον οποίο "φιλτραρίστηκαν" οι συμμετέχοντες. Στο πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ οι συμμετέχοντες έδωσαν μόνο συνεντεύξεις και, στη συνέχεια, ορισμένα τεστ προσωπικότητας. Στο πείραμα του BBC χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά ψυχομετρικά τεστ, τα οποία συνδύασαν μια σειρά από τεστ προσωπικότητας, συμπεριφοράς και διάθεσης. Αυτά τα τεστ ήταν αυτοαναφοράς. Το δεύτερο μέτρο "φιλτραρίσματος" των συμμετεχόντων ήταν μια τηλεφωνική συνέντευξη . Αν είχαν περάσει με επιτυχία τα δύο πρώτα στάδια, ακολουθούσε το τελευταίο που ήταν μια πλήρης κλινική συνέντευξη. Η δεύτερη διαφορά ήταν πως οι συμμετέχοντες είχαν οριστεί είτε να είναι φύλακες είτε κρατούμενοι. Το Πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ χρησιμοποίησε την τυχαία ανάθεση για να οργανώσει τους συμμετέχοντες σε δύο ομάδες. Το πείραμα του BBC χρησιμοποίησε τα ψυχομετρικά τεστ για να ταξινομήσει τους 15 συμμετέχοντες σε 5 ομάδες των 3, βασισμένες σε ένα προφίλ που περιλάμβανε ψυχολογικές διαστάσεις όπως η κοινωνική κυριαρχία και ο αυταρχισμός. Από αυτές τις 5 ομάδες σε 1 άτομο ανατέθηκε τυχαία να είναι φρουρός και 2 να είναι φυλακισμένοι, έτσι ώστε το ψυχολογικό προφίλ της σύνθεσης και των δύο ομάδων να είναι παρόμοιο. Οι κρατούμενοι του πειράματος φυλάκισης του Στάνφορντ είχαν πράγματι συλληφθεί για εγκλήματα που δεν διέπραξαν. Το BBC δεν μπορούσε να το κάνει αυτό, γιατί είναι παράνομο και θεωρήθηκε ανήθικο, ακόμα και όταν συνέβη αυτό. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει άσκοπα τα αποτελέσματα, δεδομένου ότι έχει λίγο να κάνει με το θέμα της έρευνας και είναι ένα είδος ελέγχου από τη μεριά των ερευνητών του τι συμβαίνει.

Τα αποτελέσματα του πειράματος του BBC ήταν ότι υπήρχαν περισσότερες από μια συγκρούσεις στο εσωτερικό των δύο ομάδων από ό,τι μεταξύ των δύο ομάδων.[6] Ο Ζιμπάρντο επέκρινε το πείραμα του BBC, ισχυριζόμενος ότι κάτι πρέπει να έγινε λάθος, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά και επίσης, ότι είπαν ψέματα για το πώς επιλέχθηκαν ποιοι θα είναι οι φυλακισμένοι και ποιοι οι φύλακες.[7]

To Φαινόμενο του Εωσφόρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο του Ζιμπάρντο, To Φαινόμενο του Εωσφόρου (The Lucifer Effect)[8], πήρε τον τίτλο του από τη μεταμόρφωση του Εωσφόρου σε Σατανά. Σύμφωνα με τη χριστιανική θεολογία, ο Εωσφόρος ήταν κάποτε ο αγαπημένος άγγελος του Θεού, μέχρι που αμφισβήτησε την εξουσία του Θεού και ρίχτηκε στην κόλαση με όλους τους υπόλοιπους έκπτωτους αγγέλους. Έτσι, ο Ζιμπάρντο χρησιμοποίησε αυτόν τον τίτλο για να εξηγήσει πώς οι καλοί άνθρωποι γίνονται κακοί. Ο κύριος συλλογισμός του Ζιμπάρντο σχετικά με το γιατί οι καλοί άνθρωποι κάνουν απαίσια πράγματα, είναι ότι συμβαίνει αυτό λόγω των περιστασιακών επιρροών και της δύναμης που δίνει η εξουσία.

Το Φαινόμενο του Εωσφόρου γράφτηκε ως απάντηση στα ευρήματά του, στο Πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ. Ο Ζιμπάρντο πιστεύει ότι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας θα μπορούσαν να παίξουν έναν ρόλο στο πώς εκδηλώνονται βίαιες ή παθητικές ενέργειες. Στο βιβλίο, ο Ζιμπάρντο λέει ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να οριστούν ως «καλοί» ή «κακοί», επειδή έχουμε την ικανότητα να ενεργούμε ως και τα δύο, αναλόγως την κατάσταση. Σύμφωνα με τον Ζιμπάρντο, «Οι καλοί άνθρωποι μπορούν να προκληθούν, να παρασυρθούν, και να μυηθούν σε κακές συμπεριφορές. Μπορούν επίσης να οδηγηθούν στο να ενεργούν με παράλογους, ανόητους, αυτοκαταστροφικούς, αντικοινωνικούς και απερίσκεπτους τρόπους όταν είναι βυθισμένοι σε "σύνολο καταστάσεων" που έχει αντίκτυπο στην ανθρώπινη φύση, με τρόπους που προκαλούν την δική μας αίσθηση της σταθερότητας και τη συνοχή της ατομικής προσωπικότητας, του χαρακτήρα και της ηθικής

Επισημαίνει, επίσης, ότι εμείς, ως άνθρωποι, θέλουμε να πιστεύουμε στην αμετάβλητη καλοσύνη των ανθρώπων και στη δύναμη που έχουμε για να αντισταθούμε σε περιστασιακές και εξωτερικές πιέσεις και πειρασμούς. Στο κεφάλαιο 12, «Διερευνώντας την Κοινωνική Δυναμική: Ισχύς, συμμόρφωση και υπακοή», ο Ζιμπάρντο αναφέρει ότι η κοινωνική πίεση, η επιθυμία να είναι κάποιος άνετος (cool), ο φόβος της απόρριψης και απλά το να είναι μέρος μιας ομάδας, είναι τα κομβικά σημεία για την παράλογη συμπεριφορά στο χαρακτήρα του.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Phil Zimbardo Remembers". Neal Miller. 1954-04-15. Ανακτήθηκε στις 07/11/2011.
  2. 2,0 2,1 «The Stanford Prison Experiment». http://documentaryheaven.com/the-stanford-prison-experiment/. Ανακτήθηκε στις 1/9/2012. 
  3. «The Stanford Prison Experiment: Still powerful after all these years (1/97)». News.stanford.edu. 12/08/1996. http://news.stanford.edu/pr/97/970108prisonexp.html. Ανακτήθηκε στις 07/11/2011. 
  4. Myers, G. David. (2010). Social Psychology. New York, New York: McGraw Hall.
  5. Reicher, S., & Haslam, S. (2006). Rethinking the psychology of tyranny: The BBC prison study. British Journal of Social Psychology, 45(1), 1-40. doi:10.1348/014466605X48998
  6. «Welcome to the official site for the BBC Prison Study. Home». The BBC Prison Study. http://www.bbcprisonstudy.org/index.php. Ανακτήθηκε στις 07/11/2011. 
  7. Zimbardo, P. G. (2006). On rethinking the psychology of tyranny: The BBC prison study. British Journal of Social Psychology, 45(1), 47-53. doi:10.1348/014466605X81720
  8. Zimbardo, Philip (2007). The Lucifer Effect. New York: The Random House. ISBN 978-1-4000-6411-3.