Φάσμα του αυτισμού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το φάσμα του αυτισμού (γνωστό και ως διαταραχές του φάσματος του αυτισμού) είναι εύρος νευροαναπτυξιακών ψυχικών διαταραχών. Περιλαμβάνει τον αυτισμό και το σύνδρομο Άσπεργκερ. Τα άτομα που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες με την κοινωνική τους αλληλεπίδραση και επικοινωνία και μπορεί να εκθέτουν περιορισμένες, επαναλαμβανόμενες συνήθειες συμπεριφοράς, ενδιαφέροντα ή δραστηριότητες. Τα συμπτώματα αναγνωρίζονται συνήθως στην ηλικία των ενός με δύο ετών.[1] Τα μακροχρόνια προβλήματα περιλαμβάνουν: δυσκολία εκτέλεσης καθημερινών εργασιών, διατήρησης σταθερής εργασίας, και δημιουργίας-διατήρησης σχέσεων.[2]

Η αιτία εκδήλωσης του φάσματος του αυτισμού είναι αβέβαιη.[3] Οι παράγοντες κινδύνου είναι: γονέας μεγαλύτερης ηλικίας, οικογενειακό ιστορικό αυτισμού και συγκεκριμένες γενετικές καταστάσεις.[3] Εκτιμάται ότι το 64% με 91% των πιθανοτήτων είναι βάσει οικογενειακού ιστορικού. Η διάγνωση βασίζετε στα συμπτώματα.[3] Το DSM-5 επαναόρισε τις διαταραχές του φάσματος του αυτισμού για να συμπεριλάβει προηγούμενες διαγνώσεις αυτισμού, συνδρόμου Άσπεργκερ, διάχυτης αναπτυξιακής διαταραχής και άλλων.

Οι προσπάθειες θεραπείας είναι γενικά εξατομικευμένες, οι οποίες περιλαμβάνουν συμπεριφορική θεραπεία και διδασκαλία βασικών ικανοτήτων.[3] Για λόγους βελτίωσης των συμπτωμάτων δύναται να χρησιμοποιηθεί ιατρική αγωγή.[3] Ωστόσο δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία υπέρ της χρήσης ιατρικής αγωγής.[4]

Το φάσμα του αυτισμού επηρεάζει περίπου το 1% των ατόμων (62.2 εκατομμύρια παγκοσμίως) στο κόσμο σύμφωνα με δεδομένα για το 2015.[1][5] Στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμάται ότι επηρεάζει πάνω από το 2% των παιδιών (περίπου 1.5 εκατομμύριο) το 2016. Οι άνδρες έχουν τέσσερις φορές υψηλότερη πιθανότητα να διαγνωστούν με διαταραχή του φάσματος του αυτισμού σε σχέση με τις γυναίκες. Ο όρος "φάσμα" μπορεί να αναφέρει στο εύρος ή τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, οδηγώντας κάποιους να υποστηρίξουν ένα διαχωρισμό ανάμεσα σε περιπτώσεις σοβαρών αυτιστικών διαταραχών όπου οι πάσχοντες δεν μπορούν να μιλήσουν ή να φροντίσουν τον εαυτό τους, και άτομα με αυτισμό υψηλότερης λειτουργικότητας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 American Psychiatric Association (2013). «Autism Spectrum Disorder. 299.00 (F84.0)». Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition (DSM-5). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing. σελίδες 50–59. doi:10.1176/appi.books.9780890425596. ISBN 978-0-89042-559-6. 
  2. Comer RJ (2016). Fundamentals of Abnormal Psychology. New York: Worth /Macmillan Learning. σελ. 457. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 «Autism Spectrum Disorder». NIMH. Οκτωβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2018. 
  4. «Psychopharmacological interventions in autism spectrum disorder». Expert Opinion on Pharmacotherapy 17 (7): 937–52. 2016. doi:10.1517/14656566.2016.1154536. PMID 26891879. 
  5. «Global, regional, and national incidence, prevalence, and years lived with disability for 310 diseases and injuries, 1990-2015: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2015». Lancet 388 (10053): 1545–1602. October 2016. doi:10.1016/S0140-6736(16)31678-6. PMID 27733282.