Υφάντρα (πτηνό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Υφάντρα (πτηνό)
Ενήλικη υφάντρα
Ενήλικη υφάντρα
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Ρεμιζίδες (Remizidae)
Γένος: Remiz (Jarocki, 1819) M
Είδος: R. pendulinus
Διώνυμο
Remiz pendulinus
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Remiz pendulinus caspius
Remiz pendulinus jaxarticus
Remiz pendulinus menzbieri
Remiz pendulinus pendulinus

Η Υφάντρα είναι στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Ρεμιζιδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Remiz pendulinus και περιλαμβάνει 4 υποείδη.[1] Ανήκει σε μια ομάδα πτηνών που στη χώρα μας είναι γνωστή με τη γενική ονομασία σακουλοπαπαδίτσες (penduline tits) ή ανθοσκόποι.

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Remiz pendulinus pendulinus (Linnaeus, 1758).[1]

Κύρια διαγνωστικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ευρεία μελανή «μάσκα» στο πρόσωπο
  • Χαρακτηριστική, αριστοτεχνικά υφασμένη, κρεμαστή φωλιά

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ανοδική ↑ [2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους Remiz έχει άγνωστη ετυμολογία και περαιτέρω σημασία. [εκκρεμεί παραπομπή]

Ο λατινικός όρος pendulinus στην επιστημονική ονομασία του είδους, προέρχεται από το pendulus και σημαίνει «αυτός που κρέμεται από κάτι/κάπου, ο κρεμάμενος, ο αιωρούμενος» [3] και, λιγότερο, ο «ταλαντευόμενος» (αγγλ. pendulum «εκκρεμές»). Η ονομασία παραπέμπει στην πολύ χαρακτηριστική φωλιά του πτηνού (βλ. Φωλιά), η οποία κατασκευάζεται να κρέμεται από το κλαδί ενός δένδρου.Την ίδια σημασία έχει και η αγγλική λαϊκή ονομασία του είδους, penduline tit.

Σχετική με την ικανότητα του πτηνού να «πλέκει» την συγκεκριμένη φωλιά είναι και η ελληνική ονομασία του πτηνού.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο, το 1758, ως Motacilla pendulinus από την Πολωνία, την Ιταλία, την Λιθουανία και την Ουγγαρία.[4]

Η ταξινομική του γένους παραμένει αρκετά προβληματική, με τους ερευνητές να διαφωνούν ως προς τον αριθμό των ειδών. Η παλαιότερη μονοτυπικότητα του Remiz φαίνεται να μην υποστηρίζεται πλέον και επικρατεί η άποψη ότι πρέπει να διασπαστεί σε 4 επί μέρους είδη, οπότε τα 11 υποείδη που ανήκαν σε ένα (1) και μοναδικό είδος, ταξινομούνται πλέον σε 4 taxa, με το Remiz pendulinus να περιλαμβάνει 4 από αυτά. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν οι ερυνητές μετά από εξέταση πολλών δειγμάτων και λόγω των σταθερών μορφολογικών και οικολογικών διαφορών μεταξύ τους, με την διαδικασία κατάτμησης των οικοτόπων που υπάρχουν όταν απαντώνται δύο συμπατρικά taxa, και την διάταξη αυτή να ταιριάζει καλύτερα στη γεωγραφική κατανομή τους.[5]

Έτσι, σχηματίζει πλέον υπερείδος (superspecies) με τα είδη R. macronyx, R. coronatus και R. consobrinus, τα οποία παλαιότερα ήσαν υποείδη του Remiz pendulinus.

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος θεωρείται ότι έχει αποκλειστικά ευρασιατική εξάπλωση, αν και κάποιοι μικροί πληθυσμοί είναι πιθανόν να φθάνουν μέχρι την Αίγυπτο και το Μαρόκο.

Ο κύριος όγκος των αναπαραγομένων ευρωπαϊκών πληθυσμών, απαντάται το καλοκαίρι στην κεντρική και ανατολική ήπειρο (περίπου από το «ύψος» της Δανίας και της Ν. Σουηδίας και ανατολικότερα), ωστόσο, υπάρχουν μικροί αναπαραγωγικοί θύλακες στην δυτική Ευρώπη, κυρίως στην Γαλλία. Οι μεσογειακές χώρες, από την Ιβηρική στα δυτικά μέχρι τα Βαλκάνια και την Ελλάδα στα ανατολικά, αποτελούν τόσο επιδημητικές περιοχές, όσο και περιοχές μετανάστευσης ή διαχείμασης.

Στην Ασία, το είδος απαντάται σε μεγάλους αναπαραγωγικούς καλοκαιρινούς πληθυσμούς στην Ρωσία, την Τρανσκασπία και το Καζακστάν, ενώ νοτιότερα καταφεύγουν οι διαχειμάζοντες πληθυσμοί, κυρίως στο Ιράν και στη βόρεια Αραβική χερσόνησο.

Στην Αφρική, τέλος, κάποιοι πληθυσμοί είναι πιθανόν να ξεχειμωνιάζουν πάνω στα δύο μεταναστευτικά περάσματα, στο Μαρόκο στα δυτικά, και στις βόρειες περιοχές της Ερυθράς Θάλασσας στα ανατολικά.[6]

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Remiz pendulinus caspius ΝΑ Ευρωπαϊκή Ρωσία, ποταμός Βόλγας, ποταμός Ουράλης, πρόποδες του ΝΔ Καυκάσου, Β και Δ Κασπία, ΒΔ Καζακστάν ΝΔ Ασία Έχει καστανό, όχι γκρίζο στέμμα όπως το 4 [7]
2 Remiz pendulinus jaxarticus ΝΔ Σιβηρία και Β Καζακστάν, ανατολικά προς τους πρόποδες των ορέων Αλτάι ΔΚ και ΝΔ Ασία
3 Remiz pendulinus menzbieri Κ και Α Μικρά Ασία, Λεβάντε (Συρία, Β Ισραήλ (;)), Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, ΒΔ Ιράν Πιο μικρό από το 4, αλλά με σχεδόν μαύρο κεφάλι, χωρίς καθόλου γκρίζο [7]
4 Remiz pendulinus pendulinus Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένης της Σικελίας, της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης), ανατολικά προς Δ Μικρά Ασία και ΒΔ Καύκασο Μεσογειακές χώρες, πιθανόν ΒΑ Αίγυπτος και Μαρόκο

Πηγές:[1][6][8] (σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντάται στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υφάντρα θεωρείται μερικώς μεταναστευτικό είδος, απαντώμενο σε κάποιες περιοχές καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ως επιδημητικό πτηνό, ενώ σε άλλες έρχεται μόνο το καλοκαίρι για να φωλιάσει. Τέτοιες, τυπικές αντιπροσωπευτικές περιοχές αποτελούν, η Μικρά Ασία για την πρώτη περίπτωση και η Ρωσία για την δεύτερη. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές αποκλειστικής διαχείμασης, όπως το Ιράν και «ενδιάμεσες» περιοχές, όπου το είδος απαντάται και στις τρεις καταστάσεις μετακίνησης (καθιστικό, διαχειμάζον, μεταναστευτικό). Τέτοια περίπτωση αποτελεί η ηπειρωτική Ελλάδα και η Κρήτη, όπου, σε κάποιες -λίγες- περιοχές της χώρας έρχεται το καλοκαίρι για να φωλιάσει, ενώ στις περισσότερες, είτε μένει όλο το έτος, είτε διαχειμάζει (βλ. Κατάσταση πληθυσμού).

Από την Κύπρο αναφέρεται ως σπάνιος χειμερινός επισκέπτης.[9]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί από το Λίχτενσταϊν, την Τυνησία και το Ομάν.[5]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιτιές αποτελούν ιδανικά φυτά για την κατασκευή της φωλιάς

Απαραίτητη, για τα ενδιαιτήματα όπου απαντώνται οι υφάντρες, είναι η παρουσία του υδάτινου στοιχείου. Στα κύρια οικοσυστήματα συμπεριλαμβάνονται οι παραποτάμιοι θαμνώνες [10] και υγρά εδάφη με πεσμένα κλαδιά και κορμούς δένδρων, μικρές βαλτώδεις ή/και πλημμυρισμένες εκτάσεις ακόμη και ιχθυοκαλλιέργειες. Άλλο σημαντικό στοιχείο του οικοτόπου τους είναι οι καλαμιώνες, οι ιτιές και άλλοι παρυδάτιοι θάμνοι ή δένδρα, που συνήθως καλύπτονται από τις καλαμιές.

Στην Ελλάδα, απαντάται σε βάλτους με καλαμιές, όχθες ποταμών και παρυφές γλυκών νερών με θάμνους και δένδρα.[11] Ανευρίσκονται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 850 μ., περίπου (Μικρή Πρέσπα). Τα προτιμώμενα δένδρα είναι το αρμυρίκι, η φτελιά, η ιτιά, η λεύκα, ο φράξος και οι καλαμιές. Στο τέλος του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης, συνηθίζουν να επισκέπτονται περιβόλια με αμυγδαλιές, όπου αναζητούν νέκταρ ή έντομα.[12]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υφάντρα είναι από τα χαρακτηριστικότερα πουλιά των παρυδάτιων οικοσυστημάτων που, παρά το μικρό της μέγεθος, ξεχωρίζει λόγω της ιδιαίτερης μελανής περιοχής στο πρόσωπο των ενηλίκων ατόμων, που θυμίζει «μάσκα». Μάλιστα, από κάποια απόσταση, το πτηνό θυμίζει έντονα τον αετομάχο.[13] Η περιοχή αυτή του κεφαλιού καλύπτει τους οφθαλμούς, τις παρειές και το κάτω τμήμα του μετώπου, διαχωρίζεται δε από το στέμμα του κεφαλιού, μέσω μιάς λεπτής καφέ γραμμής. Το υπόλοιπο κεφάλι και ο τράχηλος είναι καφέ-γκρίζα, ενώ το σαγόνι και ο λαιμός είναι πιο ανοικτόχρωμα γκρίζα. Το άνω τμήμα της ράχης (mantle) είναι ερυθροκαστανό, ενώ τα στέγαστρα των πτερύγων είναι πολύ σκούρα καφέ.

Η άνω επιφάνεια των πρωτευόντων ερετικών φτερών είναι σκουρόγκριζη, με ανοικτότερες παρυφές, οι οποίες δημιουργούν έντονη ράβδωση όταν το πτηνό έχει τις πτέρυγες κλειστές. Τα ίδια χαρακτηριστικά παρατηρούνται στα πηδαλιώδη ερετικά. Η ουρά είναι μεγάλη σχετικά με το μέγεθος του πτηνού, όχι όμως όσο του αιγίθαλου. Το στήθος μπορεί να είναι από γκριζόλευκο έως ανοικτό καφέ, ενώ η κάτω επιφάνεια και οι πλευρές έχουν μπεζ-κανελλί χρώμα.

Το ράμφος είναι μικρό, ελαφρά κωνικό, πολύ οξύληκτο, με ευθεία μέση ραχιαία γραμμή (culmen). Το χρώμα του είναι γκρίζο με έντονη «μεταλλική» μολυβί χροιά, όπως οι ταρσοί και τα πόδια. Η περιοχή του μηρού καλύπτεται από λίγα καφέ-κανελλί πτίλα. Η ίριδα είναι μαύρη.

Τα φύλα μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους, αλλά στα θηλυκά -και από κοντινή απόσταση- η μαύρη «μάσκα» έχει μικρότερο πάχος, ενώ το στήθος είναι πιο ανοικτόχρωμο. Το ίδιο ισχύει και για την άνω περιοχή της ράχης (πιο ανοικτόχρωμη στο θηλυκό, με ελαφρά ροζέ απόχρωση «του κρασιού») και την ουρά (πιο σκούρα στο αρσενικό). Οι διαφορές αυτές παρατηρούνται ακόμη και κατά το φθινόπωρο, που τα χρώματα των φύλων «ξεθωριάζουν» εν μέρει, αλλά είναι περισσότερο φανερές, όταν το αρσενικό και το θηλυκό παρατηρούνται μαζί.[13]

Τα νεαρά άτομα ξεχωρίζουν από τους ενήλικες επειδή δεν διαθέτουν την «μάσκα» στο πρόσωπο, ενώ η βάση του ράμφους τους είναι κιτρινωπή.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (10-) 10,5 έως 11 (-12) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 16 έως 17 εκατοστά
  • Βάρος: 8 έως 11 (-12,5) γραμμάρια

(Πηγές:[7][10][13][14][15][16][17][18][19][20])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη υφάντρα

Οι υφάντρες τρέφονται με μικρά ασπόνδυλα, κυρίως έντομα σε διάφορα στάδια της ανάπτυξής τους, αλλά και τα αυγά και τις κάμπιες τους. Σπανιότερα αναζητούν μικρά αραχνοειδή και σπέρματα φυτών. Η αναζήτηση της τροφής γίνεται στα εξωτερικά κλαδιά των δένδρων, αλλά μερικές φορές και σε ρωγμές του φλοιού του κορμού και στα μεγαλύτερα κλαδιά. Την άνοιξη, τα πουλιά επισκέπτονται τακτικά τα άνθη της ιτιάς (ίουλους) για έντομα.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για πολύ δραστήριο πτηνό, που κινείται συνεχώς στα κλαδιά των δένδρων και τα καλάμια, αναζητώντας την τροφή του, πολλές φορές σε ανάποδη στάση, όπως κάνουν και άλλες παπαδίτσες. Η πτήση του χαρακτηρίζεται ως ελαφριά και κάπως «ελαστική» (springy).[13]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάλεσμα της υφάντρας είναι λεπτό και υψίσυχνο, αλλά χαρακτηρίζεται από μια μακρόσυρτη coda (sic). Το τραγούδι είναι μεν μελωδικό και κελαριστό, αλλά πολύ χαμηλόφωνο και ακούγεται για μικρό χρονικό διάστημα.[10]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις περιοχές όπου αναπαράγονται (βλ. Βιότοπος), οι υφάντρες φωλιάζουν σε συστάδες δένδρων, κοντά ή πάνω στο νερό σε όχθες ποταμών ή βαλτότοπους, συνήθως σε ιτιές, λεύκες και καλαμιές [10] ή σε θάμνους μακριά από το νερό.[21]

Στο είδος εμφανίζεται πολυγαμία, δηλαδή ένα (1) αρσενικό μπορεί να ζυγαρώνει με δύο ή περισσότερα θηλυκά (πολυγυνία) και αντιστρόφως (πολυανδρία). Μπορεί να αναπαράγεται κατά μικρά ζεύγη, το ένα κοντά στο άλλο, αλλά δεν χαρακτηρίζεται από αποικιακή αναπαραγωγή. Επίσης, το αρσενικό μπορεί να κατασκευάζει, ταυτόχρονα, περισσότερες από μία φωλιές.[13]

Φωλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωλιά της υφάντρας είναι από τις πιο περίτεχνες κατασκευές στον κόσμο των πουλιών, εξ ου και η λαϊκή ονομασία της. Είναι μια «περίεργη» δομή που, όταν ολοκληρωθεί, αποτελείται από δύο ξεχωριστά κομμάτια: το κύριο τμήμα θυμίζει έντονα «κολοκύθα», «αχλάδι», «φλασκί» ή μακρόστενη «γυναικεία τσάντα» (sic),[18][22] και αποτελεί τον θάλαμο της φωλιάς. Το άλλο τμήμα είναι η είσοδος, κατασκευασμένη ξεχωριστά στο πάνω -στενό- μέρος της όλης δομής, που έχει σχήμα σωλήνα και οδηγεί στον θάλαμο. Η είσοδος αυτή έχει κλίση προς τα κάτω, δίνοντας στην όλη κατασκευή παρουσιαστικό ραμφόστομης πρόχου (σημ. αρχαίο αγγείο με πλάγιο στόμιο εν είδει ράμφους).

Η εντυπωσιακή αυτή φωλιά έχει, συνήθως, λευκό χρώμα και κατασκευάζεται με αρχιτεκτονικό (sic) τρόπο και από τους δύο συντρόφους: αρχικά φτιάχνεται μία κυκλική δομή που αποτελεί τη βάση της όλης κατασκευής από μαλακό, υφάνσιμο υλικό (μαλλί, τρίχες, φυτικές ίνες από τους ίουλους της ιτιάς, της λεύκας ή από βούρλα), που το πουλί την εξαρτά από ένα κλαδί. Το κλαδί αυτό πρέπει να είναι ευλύγιστο και λεπτό στην άκρη του, γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται μικρά παρυδάτια δεντράκια, συνήθως ιτιές ή τα μικρά κλαδιά μεγάλων δένδρων, όπως λεύκες, συνήθως πάνω από το νερό. O αρχικός κύκλος (loop) υφαίνεται γύρω από το κλαδί και διευρύνεται συνεχώς σε διαστάσεις, κατά απόλυτο συμμετρικό τρόπο έτσι, ώστε μετά από 2 εβδομάδες συνεχούς εργασίας, η φωλιά να έχει λάβει την τελική της μορφή. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κατασκευής, τα πουλιά αφήνουν άνοιγμα στο πάνω μέρος για να μπορούν να υφαίνουν τον κεντρικό θάλαμο από μέσα, το οποίο άνοιγμα κλείνεται αργότερα για να κατασκευαστεί η πλαϊνή σωληνωτή είσοδος. Τα τοιχώματα ενισχύονται διεξοδικά με ίνες αλλά και σπέρματα από παρακείμενο φυτικό υλικό,[21] που χρησιμοποιείται όπως τα χαλίκια στην λάσπη μιας οικοδομής.

Penduline-Tit-nest.jpg
Η φωλιά της υφάντρας αποτελεί δεξιοτεχνικά κατασκευασμένη δομή

Η φωλιά, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, κρέμεται πάνω από το νερό και ταλαντεύεται μαζί με το λεπτό κλαδί που την στηρίζει, εξ ου και η ονομασία pendulinus (βλ. Ονοματολογία). Η θέση αυτή βοηθάει στην αποφυγή πιθανών χερσαίων θηρευτών, από την πλευρά του εδάφους. Το ύψος πάνω από το νερό -ή το έδαφος- είναι συνήθως μικρό (1 μ.), αλλά όταν χρησιμοποιούνται μεγάλα δένδρα μπορεί να φθάσει και τα 10 μ.[21]

  • Η φωλιά της υφάντρας είναι τόσο αριστοτεχνικά υφασμένη που, είναι αδύνατον να αποκολληθεί από το κλαδί από το οποίο κρέμεται. Επί πλέον, είναι τόσο στέρεες κατασκευές που, σε πολλές χώρες της κεντρικής Ευρώπης, τις χρησιμοποιούσαν παλαιότερα σαν παντόφλες (sic) για τα νήπια.[22]

Το μέγεθος και η ποιότητα κατασκευής της φωλιάς φαίνεται να επηρεάζουν την επιλογή συντρόφου και την γονική συμπεριφορά σε πολλά πουλιά. Παλαιότερες μελέτες έδειξαν ότι, τα θηλυκά προτιμούν να ζευγαρώνουν με αρσενικά που κατασκευάζουν μεγάλες φωλιές, ενώ μπορεί να εγκαταλείψουν τις μικρές φωλιές.[23]

Ωοτοκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος φωλιάσματος είναι, συνήθως, από τα τέλη Απριλίου έως τις αρχές Μαΐου. Η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ, αν και δεν αποκλείεται αναπληρωματική ωοτοκία, ιδιαίτερα εάν χαθεί η πρώτη. Η γέννα αποτελείται από (5-) 6-8 (-10) υποελλειπτικά αβγά, διαστάσεων 15,5 Χ 10,5 χιλιοστών.[24]

Η επώαση πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό και διαρκεί 13-14 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι και γυμνοί. Η σίτισή τους πραγματοποιείται και από τους δύο γονείς και η πτέρωση (fledging) έρχεται μετά από 16-18 ημέρες. Τα νεαρά πουλιά παραμένουν κοντά στους γονείς τους για μερικές εβδομάδες ακόμη.[25]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος δεν υπόκειται σε σοβαρούς κινδύνους ή απειλές, όπως π.χ. το κυνήγι, γι’ αυτό η IUCN το κατατάσσει στα Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) .[26] Είναι από τα λίγα πτηνά που έχουν επεκτείνει την γεωγραφική τους κατανομή στα δυτικά και βόρεια της Ευρώπης, κατά τα τελευταία χρόνια (λ.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του).[14]

Οι υφάντρες έχουν αρκετά ευρεία εξάπλωση στον ελλαδικό χώρο, αλλά είναι κοινές μόνον τοπικά, εξ αιτίας των ιδιαίτερων οικοσυστημάτων όπου αναπαράγονται. Ωστόσο, τέτοια οικοσυστήματα υπάρχουν αρκετά, κυρίως στην βόρεια και κεντρική χώρα, μέχρι την δυτική Πελοπόννησο, ενώ από την δεκαετία του 1980 αναπαράγεται και στην Κρήτη. Από τα Ιόνια απουσιάζουν, εκτός από την Κέρκυρα, όπου πιθανώς απαντώνται ακόμη. Αντίθετα, από τα ενδιαιτήματα των περισσοτέρων χωρών της κατανομής τους, στην Ελλάδα δεν συνηθίζουν να κατασκευάζουν την φωλιά τους σε καλαμιές, ωστόσο εκεί είναι που απαντώνται περισσότερο κατά τη διάρκεια του χειμώνα.[12]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανθοσκόπος ο κρεμαστός/ο αιωρούμενος/ο κρεμάμενος, Αιγίθαλος ο κρεμαστός, Παπαδίτσα η καλαμόβιος.[27]

Λαϊκές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο η Υφάντρα απαντάται και με την ονομασία Σακουλοπαπαδίτσα, που ήταν για πολλά χρόνια η επίσημη ονομασία της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρίας (ΕΟΕ). Επίσης, είναι ευρέως γνωστή και με την ονομασία Μελλισουργάκι.[27] Η λόγια ονομασία Ανθοσκόπος που έχει, επίσης, χρησιμοποιηθεί [19] δεν πρέπει να συγχέεται με την επιστημονική ονομασία του γένους Anthoscopus της ίδιας οικογενείας (Remizidae).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Howard and Moore, p. 530
  2. http://www.iucnredlist.org/details/full/22736148/0
  3. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=pendulus
  4. http://ibc.lynxeds.com/species/eurasian-penduline-tit-remiz-pendulinus
  5. 5,0 5,1 http://www.iucnredlist.org/details/22736148/0
  6. 6,0 6,1 http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22736148
  7. 7,0 7,1 7,2 Heinzel et al, p. 306
  8. http://ibc.lynxeds.com/species/ eurasian-penduline-tit-remiz-pendulinus
  9. Σφήκας, σ. 89
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 Bruun, p. 270
  11. Όντρια, σ. 182
  12. 12,0 12,1 Handrinos & Akriotis
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 Mullarney et al, p. 346
  14. 14,0 14,1 Singer, p. 330
  15. Flegg, p. 210
  16. Scott & Forrest, p. 168
  17. Harrison & Greensmith, p. 320
  18. 18,0 18,1 Perrins, p. 182
  19. 19,0 19,1 Όντρια, σ. 181-2
  20. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  21. 21,0 21,1 21,2 Harrison, p. 280
  22. 22,0 22,1 http://www.vogelwarte.ch/beutelmeise.html
  23. Szentirmai et al
  24. Harrison, p. 280-1
  25. Harrison, p. 281
  26. http://www.iucnredlist.org/details/full/22711698/0
  27. 27,0 27,1 Απαλοδήμος, σ. 42

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bauer Hans-Günther, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 2: Passeriformes – Sperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-648-0
  • BirdLife International. 2004. Birds in Europe: population estimates, trends and conservation status. BirdLife International, Cambridge, U.K.
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at: http://www.iucnredlist.org.
  • Schönfeld, Manfred: Die Beutelmeise. Remiz pendulinus. Mit einer umfassenden Übersicht der Familie Remizidae. Die neue Brehm-Bücherei, Band 599. Westarp-Wissenschaften, Magdeburg 1994, 264 S., ISBN 3-89432-410-4
  • Szentirmai, I, Szekely, T. and A. Liker, Acta Zoologica Academiae Scientiarum Hungaricae 51 (1), pp. 59–66, 2005