Υετός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Υδρομετέωρα)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σχηματική αναπαράσταση του φυσικού μηχανισμού της παραγωγής των υδρομετεώρων, καλούμενος υδρολογικός κύκλος.

Υετός γενικά ονομάζεται κάθε πτώση ή εναπόθεση στο έδαφος προϊόντων του ύδατος (σε υγρή ή στερεά μορφή, επιμερισμένη) τα οποία προέρχονται από συμπύκνωση των υδρατμών της ατμόσφαιρας. Κυριότερες μορφές του «υετού» είναι: η Βροχή, το Χιονόνερο ή Χιονόβροχο ή Χιονόλυτο, οι Ψεκάδες, το Χαλάζι, το Χιόνι, οι Χιονόκοκκοι, οι Παγοβελόνες, οι Παγόκοκκοι και ο Υαλοπάγος που δημιουργείται όμως στο έδαφος. Οι παραπάνω μορφές ονομάζονται και υδατώδη μετεωρολογικά κατακρημνίσματα, ή ατμοσφαιρικά υδατώδη κατακρημνίσματα, ή απλά κατακρημνίσματα, όταν αναφέρονται στη μετεωρολογία, καθώς ακόμη και υδρομετέωρα.

Η ποσότητα του ύδατος που πέφτει στο έδαφος υπό οποιαδήποτε μορφή του υετού μετριέται με ειδικό όργανο που λέγεται βροχόμετρο το οποίο και εκφράζει το ύψος που θα αποκτούσε το ύδωρ εάν αυτό δεν εξατμιζόταν ή δεν το απορροφούσε το έδαφος ή δεν διέρρεε στη θάλασσα. Άλλο ένα όργανο εκτός του βροχόμετρου είναι και το αυτογραφικό όργανο ο βροχογράφος.

Εκ των παραπάνω γίνεται σαφές ότι η ομίχλη, η πάχνη και η δρόσος δεν ανήκουν στις μορφές του υετού.

Τις μορφές του υετού, δηλαδή τα υδρομετέωρα, εξετάζει η Μετεωρολογία, στοχεύοντας στην όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη αντιμετώπισή τους: οι γνώσεις, οι εμπειρίες και οι τεχνικές που ακολουθούνται ανάλογα, τόσο κατά τον τόπο που προσβάλουν (ξηρά, θάλασσα ή αέρα), όσο και κατά επιστήμη, τέχνη ή επαγγελματική - αθλητική δραστηριότητα.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη υετός παράγεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ὕω ("στέλνω βροχή, βρέχω"). Παράγωγα: ὑετός, ὑέτιος,–ία,–ον, καθώς και ὑετώτατος. Σημειώνεται ότι τόσο το ρήμα ὕω όσο το παράγωγό του ὑετός συναντώνται στα ομηρικά έπη και δηλώνουν ιδίως την καταρρακτώδη, διαρκή, συνεχόμενη βροχή, τη νεροποντή, σε αντίθεση με τους όρους ὄμβρος ("βροχή") και ψεκάς ή ψακάς ("ψιλόβροχο"). Συνήθως χρησιμοποιείτο το γ' ενικό πρόσωπο ὕει, το οποίο κατά την ελληνιστική εποχή οδηγήθηκε σε ιωτακισμό, με συνέπεια την εξαφάνισή του από τον προφορικό λόγο (είχε μεταβληθεί σε δυσπρόφερτο τύπο [íi]).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα