Υγειονομικό σύστημα της Βουλγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Βουλγαρία είχε την τρίτη υψηλότερη θνησιμότητα στην Ευρώπη για το 2015, με ρυθμό 708 ανά 100.000 κατοίκους. Οι τέσσερις ευρωπαϊκές περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από ασθένειες του κυκλοφορικού συστήματος ήταν όλες τους στη Βουλγαρία.[1] Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι κύριες φυσικές αιτίες θανάτου στη χώρα ήταν οι καρδιαγγειακές παθήσεις (που συνήθως εκδηλώνονται και με εγκεφαλικά επεισόδια), ο καρκίνος και οι αναπνευστικές ασθένειες. Η Βουλγαρία έχει ωστόσο ένα πολύ χαμηλό ποσοστό εμφάνισης του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV). Παρόλο που το εκτιμώμενο ποσοστό κρουσμάτων το 2003 ήταν μικρότερο από το 0,1% του πληθυσμού, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο αριθμός των νέων ασθενών αυξήθηκε σταδιακά. Το 2005 αναφέρθηκαν περίπου 86 νέες περιπτώσεις, οι οποίες έφεραν το επίσημο σύνολο σε περίπου 600 άτομα, ενώ 58 νέα κρούσματα αναφέρθηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2006.[2] Το 2010 υπήρχαν 1.160 οροθετικά άτομα από τον ιό HIV.[3]

Υγειονομική περίθαλψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουλγαρία ξεκίνησε τη γενική μεταρρύθμιση του παλαιού συστήματος υγείας που κληρονόμησε από την κομμουνιστική εποχή το 1999. Στη δεκαετία του 1990 οι ιδιωτικές ιατρικές πρακτικές διευρύνθηκαν σημαντικά, αλλά οι περισσότεροι Βούλγαροι βασίζονταν σε δημόσιες κλινικές για την περίθαλψή τους, ενώ πλήρωναν υψηλές τιμές για ειδική περίθαλψη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι εθνικοί δείκτες υγείας επιδεινώθηκαν σε γενικό βαθμό, καθώς οι οικονομικές δυσπραγίες της χώρας μείωσαν σημαντικά τη χρηματοδότηση του τομέα της υγείας.

Το μεταγενέστερο πρόγραμμα μεταρρύθμισης της υγείας εισήγαγε την υποχρεωτική υγειονομική ασφάλιση των εργαζομένων μέσω του Εθνικού Ταμείου Υγειονομικής Ασφάλισης (NHIF), το οποίο από το 2000 κατέβαλε σταδιακά ένα μεγάλο μέρος των πρωτογενών δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη. Οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες πληρώνουν ένα αυξανόμενο, υποχρεωτικό ποσοστό επί των μισθών τους, με στόχο τη σταδιακή μείωση της κρατικής υποστήριξης της υγειονομικής περίθαλψης. Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας διαδραματίζει μόνο ένα μικρό συμπληρωματικό ρόλο. Το σύστημα υγείας έχει, επίσης, αποκεντρωθεί, καθιστώντας τους δήμους υπεύθυνους για τις δικές τους εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης, ενώ τα επόμενα χρόνια το μεγαλύτερο μέρος πρωτοβάθμιας περίθαλψης θα προέλθει από ιδιωτικούς γιατρούς. Η φαρμακευτική κατανομή αποκεντρώθηκε και εκείνη με τη σειρά της.[2] Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε ο Ευρωπαϊκός Δείκτης Καταναλωτών Υγείας, για το 2015, η Βουλγαρία ήταν μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών στις οποίες οι ανεπίσημες πληρωμές προς τους γιατρούς αναφέρονταν πιο συχνά.[4]

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 το νοσοκομειακό σύστημα υπέστη σημαντικές μειώσεις για να περιοριστεί η εξάρτηση από τα νοσοκομεία σε περιπτώσεις περιθάλψεων ρουτίνας. Η προσδοκώμενη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2007) αποτέλεσε σημαντικό κίνητρο για αυτή την τάση. Μεταξύ 2002 και 2003 ο αριθμός των νοσοκομειακών κλινών μειώθηκε κατά 56% σε 24.300. Ο ρυθμός μείωσης όμως επιβραδύνθηκε αργότερα. Το 2004 περίπου 258 νοσοκομεία ήταν σε λειτουργία, σε σχέση με τον επιθυμητό αριθμό της κυβέρνησης 140. Μεταξύ 2002 και 2004 οι δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη στον κρατικό προϋπολογισμό αυξήθηκαν από το 3,8% στο 4,3%, με το Εθνικό Ταμείο Υγειονομικής Ασφάλισης να λαμβάνει περισσότερο από το 60% των ετήσιων δαπανών.[2]

Στη δεκαετία του 1990 η ποιότητα της ιατρικής έρευνας και της κατάρτισης μειώθηκε σοβαρά εξαιτίας της χαμηλής κρατικής χρηματοδότησης. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η έμφαση της ιατρικής και παραϊατρικής εκπαίδευσης, η οποία διεξαγόταν σε πέντε ιατρικές σχολές, αφορούσε την προετοιμασία του προσωπικού πρωτοβάθμιας περίθαλψης πάνω στην αντιμετώπιση των ελλείψεων που είχαν προκύψει από τη μακροχρόνια έμφαση του κομμουνιστικού καθεστώτος στους ειδικευμένους ιατρούς. Μερικοί εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι η Βουλγαρία έχει επαρκή αριθμό ιατρών, αλλά μια έλλειψη σε άλλο ιατρικό προσωπικού. Το 2000 η Βουλγαρία είχε 3,4 γιατροί, 3,9 νοσηλευτές και 0,5 μαίες ανά 1.000 κατοίκους.[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ballas, Dimitris. Dorling, Danny. Hennig, Benjamin (2017). The Human Atlas of Europe. Bristol: Policy Press, σελ. 66. ISBN 9781447313540. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Bulgaria country profile. Library of Congress Federal Research Division (Οκτώβριος 2006)
  3. Здраве1160 са болните от СПИН у нас, dnes.bg
  4. «Outcomes in EHCI 2015». Health Consumer Powerhouse. 26 Ιανουαρίου 2016. http://www.healthpowerhouse.com/files/EHCI_2015/EHCI_2015_report.pdf. Ανακτήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2016.