Τσόχα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείγματα τσόχας σε διάφορα χρώματα

Η τσόχα είναι ύφασμα που παράγεται με συμπύκνωση και συμπίεση ινών. Η τσόχα μπορεί να κατασκευαστεί από φυσικές ίνες όπως μαλλί ή γούνα ζώων ή από συνθετικές ίνες όπως ακρυλικές ίνες ή ακρυλονιτρίλιο με βάση το πετρέλαιο ή ραγιόν με βάση τον πολτό ξύλου. Οι αναμεμειγμένες ίνες είναι επίσης κοινές.[1][2][3] Η τσόχα από φυσικές ίνες έχει ειδικές ιδιότητες που της επιτρέπουν να χρησιμοποιείται για μεγάλη ποικιλία σκοπών. «Είναι πυρίμαχη και σβήνει από μόνη της, μειώνει τους κραδασμούς και απορροφά τον ήχο και μπορεί να συγκρατήσει μεγάλες ποσότητες υγρού χωρίς να έχει υγρή αίσθηση...»[4]:10

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φαράντζι είναι ένα κουρδικό γιλέκο που φορούν οι άνδρες το χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης

Η τσόχα από μαλλί είναι ένα από τα παλαιότερα γνωστά υφάσματα. [5] Πολλοί πολιτισμοί έχουν θρύλους σχετικά με την προέλευση της κατασκευής τσόχας. Ο σουμεριακός μύθος ισχυρίζεται ότι το μυστικό της τσόχας ανακαλύφθηκε από τον Ουρναμάν του Λάγκας.[6] Η ιστορία του Αγίου Κλημέντιου και του Αγίου Χριστόφορου αναφέρει ότι οι άντρες γέμισαν τα σανδάλια τους με μαλλί για να μην πάθουν φουσκάλες ενώ έφευγαν από τη δίωξη. Στο τέλος του ταξιδιού τους, η κίνηση και ο ιδρώτας είχαν μετατρέψει το μαλλί σε τσόχινες κάλτσες.[7][8]

Πιθανότατα η προέλευση της τσόχας βρίσκεται στην κεντρική Ασία, όπου υπάρχουν ενδείξεις κατασκευής τσόχας στη Σιβηρία (όρη Αλτάι) στη Βόρεια Μογγολία και πιο πρόσφατα στοιχεία που χρονολογούνται από τον πρώτο αιώνα μ.Χ. στη Μογγολία. Οι τάφοι της Σιβηρίας (7ος έως 2ος αιώνας π.Χ.) δείχνουν τις ευρείες χρήσεις της τσόχας σε αυτόν τον πολιτισμό, συμπεριλαμβανομένων των ρούχων, των κοσμημάτων, των τοίχων και των περίτεχνων κουβερτών αλόγων. Κάνοντας προσεκτική χρήση χρώματος, ράψιμο και άλλες τεχνικές, αυτοί οι κατασκευαστές τσόχας μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν την τσόχα ως διακοσμητικό μέσο στο οποίο μπορούσαν να απεικονίσουν αφηρημένα σχέδια και ρεαλιστικές σκηνές με μεγάλη δεξιοτεχνία. Με τον καιρό αυτοί οι κατασκευαστές έγιναν γνωστοί για τα όμορφα αφηρημένα μοτίβα που χρησιμοποιούσαν και προέρχονταν από φυτικά, ζωικά και άλλα συμβολικά σχέδια.[4]:21

Από τη Σιβηρία και τη Μογγολία, η τσόχα εξαπλώθηκε στις περιοχές που κατείχαν οι Τουρκομογγολικές φυλές. Τα κοπάδια προβάτων και καμηλών κυριαρχούσαν στον πλούτο και στον τρόπο ζωής αυτών των φυλών, και αμφότερα ήταν κρίσιμα για την παραγωγή των ινών που απαιτούνται για την τσόχα. Ως νομάδες που ταξίδευαν συχνά και ζούσαν σε αρκετά άδενδρους κάμπους, η τσόχα παρείχε στέγη (γιούρτ, σκηνές, κ.λπ.), μόνωση, επενδύσεις δαπέδου και εσωτερικούς τοίχους, καθώς και πολλές οικιακές ανάγκες, από κλινοσκεπάσματα και καλύμματα μέχρι ρούχα. Η τσόχα χρησιμοποιούταν συχνά στις κουβέρτες που έμπαιναν κάτω από τις σέλες. [4]

Οι βαφές έδωσαν πλούσιο χρωματισμό και χρωματιστές φέτες από τσόχα, μαζί με βαμμένα νήματα και κλωστές συνδυάστηκαν για να δημιουργήσουν όμορφα σχέδια. Η τσόχα χρησιμοποιήθηκε ακόμη και για τη δημιουργία τοτέμ και φυλαχτών. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, τα σχέδια που ήταν ενσωματωμένα στην τσόχα έφεραν επίσης σημαντικό θρησκευτικό και συμβολικό νόημα.[4]:21–23

Η τσόχα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από νομαδικούς λαούς (όπως οι Μογγόλοι και οι Τούρκοι) στην Κεντρική Ασία, όπου κατασκευάζονται χαλιά, σκηνές και ρούχα.[9] Μερικά από αυτά είναι παραδοσιακά είδη, όπως η κλασική γιούρτα,[10] ενώ άλλα είναι σχεδιασμένα για την τουριστική αγορά, όπως διακοσμημένες παντόφλες.[11] Στον δυτικό κόσμο, η τσόχα χρησιμοποιείται ευρέως ως μέσο έκφρασης τόσο στην υφαντουργική τέχνη όσο και στη σύγχρονη τέχνη[7] και στη σχεδίαση, όπου έχει σημασία ως οικολογικά υπεύθυνο υφαντικό και οικοδομικό υλικό.[12]

Εκτός από τις παραδόσεις της Κεντρικής Ασίας, οι Σκανδιναβικές χώρες έχουν επίσης παράδοση στην κατασκευή τσόχας, ιδιαίτερα για ένδυση.[13]

Μέθοδοι παραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διαδικασία υγρής τσοχοποίησης, ζεστό νερό εφαρμόζεται σε στρώματα από τρίχες ζώων, ενώ η επαναλαμβανόμενη ανάδευση και συμπίεση κάνει τις ίνες να αγκιστρωθούν μεταξύ τους ή να πλεχτούν, σχηματίζοντας ένα ενιαίο κομμάτι υφάσματος.[14] Το τύλιγμα της σωστά τοποθετημένης ίνας σε ένα στιβαρό, ανάγλυφο υλικό, όπως ένα χαλάκι από μπαμπού ή λινάτσα, θα επιταχύνει τη διαδικασία.

Μόνο ορισμένοι τύποι ινών μπορούν να γίνουν τσόχα με αυτό τον τρόπο. Οι περισσότεροι τύποι μαλλιού, όπως αυτά που λαμβάνονται από το αλπακά ή το πρόβατο Μερινό,[15] μπορούν να υποβληθούν στη διαδικασία υγρής τσοχοποίησης. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί μοχέρ (κατσίκα), ανγκόρα (κουνέλι)[16] ή τρίχες από τρωκτικά όπως κάστορες και μοσχοπόντικες.[17] Αυτοί οι τύποι ινών καλύπτονται από μικροσκοπικά λέπια, παρόμοια με τα λέπια που βρίσκονται σε μια ανθρώπινη τρίχα.[18] Η θερμότητα, η κίνηση και η υγρασία του φλις αναγκάζουν τα λέπια να ανοίξουν, ενώ η ανατάραξή τους τα κάνει να κολλήσουν το ένα πάνω στο άλλο, δημιουργώντας τσόχα.[19][20] Υπάρχει μια εναλλακτική θεωρία ότι οι ίνες τυλίγονται η μία γύρω από την άλλη. [21] Οι φυτικές ίνες και οι συνθετικές ίνες δεν μπορούν να γίνουν με αυτόν τον τρόπο τσόχα.[22]

Το πλέξιμο με βελόνα είναι μια μέθοδος δημιουργίας τσόχινων αντικειμένων χωρίς τη χρήση νερού. Οι ειδικές βελόνες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή τρισδιάστατων γλυπτών, κοσμημάτων, διακοσμήσεων και δισδιάστατης τέχνης έχουν εγκοπές κατά μήκος του άξονα της βελόνας που πιάνουν τις ίνες και τις μπλέκουν με άλλες ίνες για να παραχθεί τσόχα.

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τσόχα χρησιμοποιείται σε ευρύ φάσμα βιομηχανιών και κατασκευαστικών διαδικασιών, από την αυτοκινητοβιομηχανία και τακαζίνο μέχρι τα μουσικά όργανα και τις κατασκευές σπιτιών, καθώς και σε βάτες όπλων, είτε μέσα σε φυσίγγια είτε ωθούμενο κατά μήκος της κάννης. Η τσόχα χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή πολλών πραγμάτων τότε (αρχαία εποχή), αλλά σήμερα η τσόχα έχει πολύ ευρεία χρήση όταν πρόκειται για την κατασκευή πραγμάτων.

Η τσόχα χρησιμοποιείται συχνά στη βιομηχανία ως αποσβεστήρας ήχου ή κραδασμών,[23] ως μη υφασμένο ύφασμα για τη διήθηση αέρα και σε μηχανήματα για την απορρόφηση και την επένδυση κινητών μερών.[24]

Κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα τα ψηλά καπέλα από τσόχα κάστορα ήταν δημοφιλή.[25][26][27] Στις αρχές του 20ου αιώνα, τα υφασμάτινα καπέλα από τσόχα, όπως οι φεντόρες,[28] ήταν αξεσουάρ πολλών ανδρών στον δυτικό κόσμο. Η τσόχα χρησιμοποιείται συχνά στα υποδήματα ως επένδυση για μπότες, με παράδειγμα το ρωσικό βάλενκι.[29][30]

Πολλά μουσικά όργανα χρησιμοποιούν τσόχα. Συχνά χρησιμοποιείται ως αποσβεστήρας.[31] Στις βάσεις των τυμπάνων, προστατεύει το κύμβαλο από το ράγισμα και εξασφαλίζει καθαρό ήχο. Χρησιμοποιείται για το τύλιγμα μπάσων τυμπάνων και των σφυριών τυμπάνων.[32] Η τσόχα χρησιμοποιείται εκτενώς στα πιάνα. Για παράδειγμα, τα σφυριά πιάνου είναι κατασκευασμένα από μάλλινη τσόχα γύρω από έναν ξύλινο πυρήνα. Η πυκνότητα και η ελαστικότητα της τσόχας είναι σημαντικό τμήμα αυτού που δημιουργεί τον τόνο ενός πιάνου.[33][34] Καθώς η τσόχα γίνεται αυλακωμένη και «συμπιέζεται» με τη χρήση και την ηλικία, ο τόνος αλλοιώνεται.[35] Η τσόχα τοποθετείται κάτω από τα πλήκτρα του πιάνου στα ακορντεόν για έλεγχο του θορύβου της αφής και των πλήκτρων. Χρησιμοποιείται επίσης στις παλέτες για τη σίγαση των νότων που δεν ακούγονται εμποδίζοντας τη ροή του αέρα.[36][37][38] Η τσόχα χρησιμοποιείται με άλλα όργανα, ιδιαίτερα έγχορδα, ως αποσβεστήρας για τη μείωση της έντασης ή την εξάλειψη των ανεπιθύμητων ήχων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «What's the difference between wool, acrylic, wool blend, and eco felt? Part 1 Wool». 31 Μαρτίου 2009. 
  2. «Acrylic felt & eco- felt (I.E eco spun) same damn thing! Part 2 of whats the difference between wool, acrylic, wool blend, and eco felt?». 1 Απριλίου 2009. 
  3. «Wool Felt Blends- part 3 of Whats the difference between wool, acrylic, wool blend, and eco felt?». 4 Απριλίου 2009. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Brown, Susan (2009). Fashioning Felt. New York City: Smithsonian, Cooper-Hewitt, National Design Museum. ISBN 978-0-910503-89-1. 
  5. Chad Alice Hagen (2005). Fabulous Felt Hats: Dazzling Designs from Handmade Felt. Lark Books. σελίδες 8–. ISBN 978-1-57990-542-2. 
  6. Dan Howard (2011). Bronze Age Military Equipment. Casemate Publishers. σελίδες 69–. ISBN 978-1-84884-293-9. 
  7. 7,0 7,1 Chris Thompson (2011). Felt: Fluxus, Joseph Beuys, and the Dalai Lama. U of Minnesota Press. σελίδες 56–. ISBN 978-0-8166-5354-6. 
  8. The Recent Development of American Industries. University of Pennsylvania Press. 1891. σελίδες 63–. 
  9. Melvyn C. Goldstein· Cynthia M. Beall (1994). The Changing World of Mongolia's Nomads. University of California Press. σελίδες 147–. ISBN 978-0-520-08551-0. 
  10. Becky Kemery (2006). Yurts: Living in the Round. Gibbs Smith. σελίδες 160–. ISBN 978-1-58685-891-9. 
  11. Front Lines. U.S. Agency for International Development. 2006. 
  12. Maria Block· Varis Bokalders (9 Φεβρουαρίου 2010). The Whole Building Handbook: "How to Design Healthy, Efficient and Sustainable Buildings". Routledge. σελίδες 57–. ISBN 978-1-136-54328-9. 
  13. White, Christine (2007). Uniquely felt : dozens of techniques from fulling and shaping to nuno and cobweb : includes 46 creative projects. North Adams, MA: Storey Pub. ISBN 978-1-58017-673-6. 
  14. Forestry Leaves. 1963. 
  15. Sabine Fouchier (12 Φεβρουαρίου 2009). Felt. A & C Black. σελίδες 9–. ISBN 978-0-7136-8494-0. 
  16. Teachers World. Bemis Publishing Company. 1893. σελίδες 219–. 
  17. O. J. Petrie (1995b). Harvesting of Textile Animal Fibres. Food & Agriculture Organization. σελίδες 19–. ISBN 978-92-5-103759-1. 
  18. The Chemical News. Mitchell. 1860. σελίδες 257–. 
  19. Sarah E. White (1 Ιανουαρίου 2008). Picture Yourself Felting Your Knitting: Step-by-step Instruction for Perfectly Felted Crafts. Course Technology. σελίδες 10–. ISBN 978-1-59863-665-9. 
  20. Krishan Chawla (2 Ιουνίου 2016v). Fibrous Materials. Cambridge University Press. σελίδες 24–. ISBN 978-1-107-02972-9. 
  21. T. C. Archer (1871). «Wool: Its Industrial Applications». The Technical Educator: An Encyclopædia of Technical Education. σελίδες 65–. 
  22. Andrea Price· Patti Pierce Stone (13 Σεπτεμβρίου 2011). Knitspeak: An A to Z Guide to the Language of Knitting Patterns. STC Craft, Melanie Falick Books. σελίδες 76–. ISBN 978-1-4532-2078-8. 
  23. Deborah Schneiderman· Alexa Griffith Winton (28 Ιανουαρίου 2016). Textile Technology and Design: From Interior Space to Outer Space. Bloomsbury Publishing. σελίδες 48–. ISBN 978-1-4742-6196-8. 
  24. Beverly Gordon (Μαΐου 1980). Feltmaking. Watson-Guptill Publications. 
  25. Beverly Chico (3 Οκτωβρίου 2013). Hats and Headwear around the World: A Cultural Encyclopedia: A Cultural Encyclopedia. ABC-CLIO. σελίδες 309–. ISBN 978-1-61069-063-8. 
  26. Dietland Muller-Schwarze (7 Απριλίου 2011). The Beaver: Its Life and Impact. Cornell University Press. σελίδες 156–. ISBN 978-0-8014-5010-5. 
  27. Eric Jay Dolin (5 Ιουλίου 2011). Fur, Fortune, and Empire: The Epic History of the Fur Trade in America. W. W. Norton. σελίδες 22–. ISBN 978-0-393-34002-0. 
  28. Bernard A. Drew (22 Δεκεμβρίου 2009). Literary Afterlife: The Posthumous Continuations of 325 Authors' Fictional Characters. McFarland. σελίδες 45–. ISBN 978-0-7864-5721-2. 
  29. Russian Winter: Photo album. Russia Beyond The Headlines. 12 Δεκεμβρίου 2014. σελίδες 91–. GGKEY:G7NRFZX3WQF. 
  30. Symposium on Antarctic Logistics, Held at Boulder, Colorado, August 13-17, 1962. National Academies. 1963. σελίδες 637–. NAP:12264. 
  31. Ethan Winer (12 Νοεμβρίου 2012). The Audio Expert: Everything You Need to Know About Audio. CRC Press. σελίδες 629–. ISBN 978-1-136-12614-7. 
  32. Hugo Pinksterboer (1 Ιανουαρίου 1993). The Cymbal Book. Hal Leonard. σελίδες 88–. ISBN 978-1-4768-6639-0. 
  33. Steven L. Schweizer (28 Ιουνίου 2010). Timpani Tone and the Interpretation of Baroque and Classical Music. Oxford University Press. σελίδες 13–. ISBN 978-0-19-975041-2. 
  34. Nicholas J. Giordano (8 Σεπτεμβρίου 2016). Physics of the Piano. OUP Oxford. σελίδες 113–. ISBN 978-0-19-250663-4. 
  35. Robert Palmieri (1 Ιουνίου 2004). The Piano: An Encyclopedia. Routledge. σελίδες 161–. ISBN 978-1-135-94964-8. 
  36. David C Wickens (1 Δεκεμβρίου 1987). The Instruments of Samuel Green. Palgrave Macmillan UK. σελίδες 44–. ISBN 978-1-349-09059-4. 
  37. Arthur W. J. G. Ord-Hume (1978). Barrel organ: the story of the mechanical organ and its repair. A. S. Barnes, Incorporated. ISBN 978-0-498-01482-6. 
  38. Thomas Campbell Young (1947). The Making of Musical Instruments. Oxford University Press.