Τριανταφυλλάκος Τζεργίνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Τριανταφυλλάκος Τζεργίνης, ήταν γενάρχης της οικογένειας των Κολοκοτροναίων.

Η Οικογένεια Κολοκοτρώνη είναι παλιά ελληνική οικογένεια κλεφτών, η οποία ανέδειξε πολιτικούς και κυρίως στρατιωτικούς.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταγωγή του ήταν από το Ρουπάκι Μεσσηνίας. Το Ρουπάκι βρισκόταν 1 χιλιόμετρο βoρειανατολικά του χωριού Τουρκολέκας Αρκαδίας και μέχρι το 1670 είχε την ονομασία Κότσικας. Υπήρχε από τα βυζαντινά χρόνια πριν το 1200 μ.Χ. και το όνομά του προερχόταν απο μια ισχυρή οικογένεια του χωριού. Στην απογραφή του 1461-63 που πραγματοποιήθηκε απο τον Τούρκο κατακτητή, το χωριό Κότσικας (μετέπειτα Ρουπάκι), αναφέρεται ότι είχε αμιγή Ρωμαϊκό (Ελληνικό) πληθυσμό και αριθμούσε 21 σπίτια. Ο δε γειτονικός οικισμός Τουρκολέκας έφερε το ίδιο όνομα Καλύβια (μαντριά) Κότσικα (που ήταν η πρώτη του ονομασία), και καταγράφηκε στην ίδια απογραφή να έχει 5 σπίτια. Την εποχή του Σελίμ του Α (1512-1520) τα Καλύβια Κότσικα είχαν 13 οικογένειες. Στην απογραφή του 1566-1574 το χωριό Κότσικα έχει 17 οικογένειες, ενώ τα Καλύβια Κότσικα, ονομάζονται Μπότσικα με 7 οικογένειες. Η ονομασία των χωριών αυτών ως Κότσικα και Μπότσικα κρατάει χρόνια, ώς το 1670.


Το χρονικό διάστημα απο την πτώση του Κάστρου της Ωριάς (1461) έως το 1821 έγιναν περίπου 85 μικροεπαναστάσεις. Τα χωριά Κότσικας και Καλύβια Μπότσικας αντιδρούσαν δυναμικά κατά του κατακτητή και πάντα συμμετείχαν σε οποιαδήποτε εξέγερση, μερική ή γενική. Για τους λόγους αυτούς απο τα χωριά αυτά ξεπήδησαν άντρες γενναίοι, λεβέντες δυνατοί και ξακουστοί όπως οι Κολοκοτρωναίοι απο το Κότσικα (μετέπειτα Ρουπάκι), και ο Νικηταράς και άλλοι καπεταναίοι απο το Τουρκολέκας. Το Κότσικα είναι η γενέτειρα του γεννάρχη της οικογένειας των Κολοκοτρωναίων, που αρχικά είχαν το επώνυμο Τζεργίνης.


Το Κότσικα (μετέπειτα Ρουπάκι), εγκαταλείφθηκε απο τις περισσότερες οικογένειες που το κατοικούσαν το 1532. Λεπτομέρειες για την ιστορία και την «καταστροφή» του Ρουπακίου καταγράφει ο θεολόγος, φιλόλογος, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας από την περιοχή, Αντώνης Παναγιωτόπουλος.

Μία ιστορική θέση είναι πως το 1532 το κατάστρεψαν οι Τούρκοι μετά την αναχώρηση του Γενουάτη Ναύαρχου Ανδρέα Ντόρια από την Πελοπόννησο, μετα την ανεπιτυχή προσπάθεια ξεκινήματος επανάστασης κατά των Τούρκων. Η δική μας θέση είναι, πως οι κάτοικοι με τον ερχομό του Ντόρια διχάστηκαν, άλλοι επαναστάτησαν και άλλοι μετριοπαθείς ‘έκατσαν στ’ αυγά τους’. Ο Τριαντάφυλλος (ή Τριανταφυλλάκος) Τσεργίνης, -πρωτοπαλήκαρο που έπαιζε ηγετικό ρόλο στο χωριό-, ακολούθησε την επαναστατική πορεία του Ανδρέα Ντόρια με φιλελεύθερα ανυπότακτα παληκάρια του Κότσικα και του Μπότσικα. Φεύγοντας ο Ντόρια από τον Μωριά οι επαναστάτες δεν τον ακολούθησαν, αντίθετα επέστρεψαν στα χωριά τους. Ο Τσεργίνης γύρισε στο Κότσικα, πικραμένος από μερικούς συγχωριανούς του ως επαναστάτης και αυτό ξεκίνησε τις αντιπαραθέσεις με εκείνους που δεν τον ακολούθησαν και που τελικά οδήγησε στο αιματοκύλισμα και τον θάνατο πολλών παληκαριών την Δευτέρα της Λαμπρής. Η παράδοση λέει πως εκεί στη θέση Γιορτορόγγι, στην Εκκλησιά μια Δευτέρα της Λαμπρής έγινε μεγάλη παρεξήγηση. Σαράντα καβαλαραίοι τράβηξαν τα σπαθιά τους. Συγκρούσθηκαν μεταξύ τους και σκοτώθηκαν, μέσα και έξω από την εκκλησιά. Όσοι έμειναν στον Κότσικα δεν είχαν μάτια να κοιταχτούν. Πολλοί έφυγαν απ’ το χωριό. Η εκκλησιά κλείστηκε. Έτσι χάλασε το χωριό.

Ο Τζεργίνης μετά από την σφαγή έφυγε και πήγε στο Λιμποβίσι, όπου έμεινε και παντρεύτηκε, όπως λέει και το σχετικό δημοτικό τραγούδι.

..απ’ το Ρουπάκι ένας αϊτός πετά στο Λιμποβίσι και την φωλιά του έχτισε κοντά σε κρύα βρύση..

Είναι αλήθεια πως οι Τζεργίνηδες, μετέπειτα Μποτσικαίοι (εκ του οικισμού) και μετά Κολοκοτρωναίοι δεν έκοψαν τον ομφάλιο λώρο με το χωριό τους Κότσικα και μετέπειτα Ρουπάκι. Οι Κολοκοτρωναίοι διατήρησαν την συγγενική-φιλική σχέση και την συνεργασία με τις οικογένειες Βενέτη, Φτέρη, Λιάκου, Ντούρου, Τρίγκα, κλπ του Ρουπακιού και του Τουρκολέκα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την τοπική παράδοση του Τουρκολέκα, που θεωρεί τους Κολοκοτρωναίους ανθρώπους του Ρουπακιού, δικούς του ανθρώπους. Μετά την καταστροφή του 1532 οι κάτοικοι του χωριού σκόρπισαν. Μερικές οικογένειες λέγεται ότι κατέφυγαν σε απόμερη δασώδη περιοχή κοντά στα Συρρακέϊκα και έμειναν εκεί ανώνυμα. Άλλοι πήγαν σε πιο μακρινά μέρη. Έτσι έμειναν στο Κότσικα λίγες οικογένειες. Οι απόγονοι των εναπομεινάντων, αν και συμφιλιώθηκαν, δεν έπαψαν να κρυφοκουβαλούν παράπονα και πόνου και έχθρας που εκδηλώνονταν μεταξύ τους κατά καιρούς, με περιφόνηση και αντιπαράθεση. Το 1780 οι τελευταίοι κάτοικοι του χωριού μετακινήθηκαν προς το Τουρκολέκα και το Ρουπάκι έσβησε.[1][1][2]


Οικογενειακή παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα υπαγορευμένα απομνημονεύματά του δίνει[3] σημαντικά στοιχεία για την ιστορία της οικογένειάς του πριν από αυτόν. Το αρχικό επώνυμό της ήταν Τζεργίνης. Στην συνέχεια ο Δήμος Τζεργίνης που έζησε την εποχή της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685-1715), ονομάστηκε Μπότσικας (εκ του οικισμού). Ο γιος του Δήμου, Γιάννης, ήταν ο πρώτος της γενιάς του που υιοθέτησε το όνομα Κολοκοτρώνης. Κατά την οικογενειακή παράδοση ο Γιάννης ονομάστηκε αρχικά «Μπιθεγκούρας» (από προσωνύμιο που του αποδόθηκε από κάποιον Αρβανίτη, στα αρβανίτικα σημαίνει: αυτός που έχει δυνατά οπίσθια) και έμεινε στον ίδιο το όνομα «Κολοκοτρώνης», που είναι η ακριβής μετάφαση του αρχικού προσωνυμίου. Ο Γιάννης ήταν ο παππούς του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Κατά μία άλλη εκδοχή κατόπιν έρευνας του ακαδημαϊκού Σπύρου Μελά η μετεπωνυμία της οικογένειας Τζεργίνη σε Κολοκοτρώνη φέρεται να έγινε σε προγενέστερη εποχή, από τον Λάμπρο Κολοκοτρώνη, εγγονό του γενάρχη της οικογένειας Τριανταφυλλάκου Τζεργίνη που μετοίκησε στο πατρογονικό χωριό των Κολοκοτρωναίων (Λιμποβίσι Αρκαδίας) με αρχική καταγωγή από το χωριό Ρουπάκι. Σχετική μαρμάρινη επιγραφή με τις 12 γενιές Κολοκοτρωναίων, κατά τον Σπύρο Μελά, έχει αναρτηθεί στον κήπο του ανακατασκευασμένου σπιτιού του Θ. Κολοκοτρώνη στο Λιμποβίσι Αρκαδίας, που λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1  Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836, υπαγόρευσε ο Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης (στον Γ.Τερτσέτη), Αθήνησιν Τύποις Χ.Νικολαΐδου Φιλαδελφέως 1846, p. 3-4. Ἕνας ἀπὸ τὸ Ρουπάκι, πλησίον τοῦ χωρίου Τουρκολέκα, ἀφοῦ ἐχάλασε τὸ χωριό του, ἀνεχώρησε καὶ ἦλθε εἰς τὸ Λιμποβίσι, εἰς τὸν πρῶτον τοῦ χωρίου, ἐδῶ καὶ 300 χρόνους. Αὐτὸς ἐφάνη ἔξυπνος καὶ ὁ Δημογέροντας τὸν ἔκαμε γαμβρὸν καὶ κληρονόμον τῆς καταστάσεώς του ὅλης. Ἐλέγετο Τζεργίνης - μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα εὑρίσκονται καμμιὰ ἑξηνταριὰ οἰκογένειαι εἰς τὴν Μεσσηνίαν. Αὐτὸς εἶχε κάμει ἕνα ὡραιότατο παιδὶ καὶ τὸ εἶχε πιάσει ἕνας Μπουλούμπασης Ἀλβανός καὶ τὸ ἁλυσόδεσε. Ἐλέγετο Δημητράκης. Οἱ Ἀρβανῖται, ὁποὺ τὸν φύλαγαν, ἐπηδοῦσαν εἰς τὰς τρεῖς καὶ ὁ Μπουλούμπασης τοῦ εἶπε, ἂν πηδᾶ νὰ τοῦ βγάλει τὰς ἁλύσους. Ὁ Δημητράκης ἀπεκρίθηκε ὅτι πηδᾶ καὶ μὲ τὰς ἁλύσους, καὶ ἂν τοὺς περάσει, νὰ τὸν ἀφὴνει ἐλεύθερον. Ὁ Ἀρβανίτης τὸν ὑποσχέθη νὰ τὸν ἐλευθερώσει, ἂν προσπεράσει τοὺς ἄλλους πηδώντας, ἀλλ᾿ αὐτὸς τὸ ὑπεσχέθη ὡς ἀνέλπιστον. Ἐπήδησε, τοὺς ἀπέρασε καὶ τὸν ἄφηκαν ἐλεύθερον. Αὐτὸς ἐπανδρεύθηκε, ἔκαμε τρία παιδιά, ὀνομαζόμενα Χρόνης, Λάμπρος καὶ Δῆμος. Αὐτοὶ ἦσαν νοικοκυραῖοι, μὲ τὰ χωράφια τους, μὲ 500 πρόβατα καὶ 60 ἀλογογέλαδα. Ἐπιάσθησαν μὲ τοὺς ἀντιζήλους των καὶ ἐσκοτώθηκαν. Ἐπέρασαν εἰς τὴν Ρούμελην• 12 χρόνους ἔκαμαν μὲ τοὺς Κλέφτας, ἐπιστρέφουν εἰς τὴν Πελοπόννησον μὲ 15 Ρουμελιώτας. Οἱ Τοῦρκοι τὸ μανθάνουν, τοὺς πολιορκοῦν, σκοτώνουν ἕνα καὶ οἱ ἄλλοι ἐγλύτωσαν. Ὁ Δῆμος ἐπῆρε διὰ γυναίκα του τὴν θυγατέρα τοῦ καπετὰν Χρόνη ἀπὸ Χρυσοβίτσι, μεγάλο σπίτι. Τότε ἦταν, ὅταν ὁ Μοροζίνης ἐκυρίευσε τὸν Μορέα. Καὶ ἐπὶ Βενετζάνων δὲν ἦτον παρὰ καπεταναῖοι. Τὸ παιδὶ αὐτοῦ τοῦ Δήμου ὀνομάσθη Μπότσικας καὶ ἄφησε τ᾿ ὄνομα τῆς φαμίλιας του, ὁποὺ εἶχαν, Τζεργιναῖοι• ὀνομάσθη τοιοῦτος, διότι ἦτο μικρὸς καὶ μαυρουδερός. Εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Μπότσικα ἐμβῆκαν οἱ Τοῦρκοι εἰς Μοριά. Οἱ Χρυσοβιτσιῶται, Λιμποβιτσιῶται καὶ οἱ Ἀρκουροδεματῖται ἐπῆγαν καὶ ἐπολέμησαν εἰς τοῦ Ντάρα τὸν Πύργο 6.000 Τούρκους. Αὐτοὶ ἐχαλάσθηκαν καὶ ἐγλύτωσε ὁ Μπότσικας. Αὐτὸς εἶχε ἕνα παιδί, Γιάννη, καὶ ἕνας Ἀρβανίτης εἶπε: «Βρέ, τί Μπιθεκούρας εἶναι αὐτός». Δηλαδὴ πόσον ὁ κῶλος του εἶναι σὰν κοτρώνι, καὶ ἔτσι τοῦ ἔμεινε τὸ ὄνομα Κολοκοτρώνης. Ὁ Μπότζικας ἐσκοτώθη, ὁ Γιάννης ἐκρεμάσθη εἰς τὴν Ἀνδρούσαν, ὥστε ἀπὸ τὰ 1553, ὅπου ἐφάνηκαν εἰς τὰ μέρη μας Τοῦρκοι, ποτὲ δὲν τοὺς ἀνεγνώρισαν, ἀλλ᾿ ἦσαν εἰς αἰώνιον πόλεμον.
  2. «H ιστορία του χωριού». Τουρκολέκα. Ανακτήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2019. 
  3. Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836, υπαγόρευσε ο Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης (στον Γ.Τερτσέτη), Αθήνησιν Τύποις Χ.Νικολαΐδου Φιλαδελφέως 1846, p. 3-4. Ἕνας ἀπὸ τὸ Ρουπάκι ... αἰώνιον πόλεμον.