Τράπεζα της Λετονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τράπεζα της Λετονίας
Bank of Latvia.JPG
ΈδραΡίγα
Ιδρύθηκε7 Σεπτεμβρίου 1922[1]
ΠρόεδροςΜάρτινς Κάζακς
Αποθεματικά3. 050 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ
Ιστοσελίδαwww.bank.lv

Η Τράπεζα της Λετονίας (Λετονικά: Latvijas Banka) είναι η κεντρική τράπεζα της Λετονίας. Είναι ένας από τους βασικούς δημόσιους θεσμούς του έθνους και ασκεί οικονομικές λειτουργίες όπως ορίζει ο νόμος. Ιδρύθηκε το 1922.[2]

Ο κύριος στόχος της Τράπεζας της Λετονίας είναι να ρυθμίζει την νομισματική κυκλοφορία εφαρμόζοντας τη νομισματική πολιτική για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη Λετονία. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2013, η τράπεζα ήταν υπεύθυνη για την έκδοση του πρώην νομίσματος της Λετονίας, το Λατ. Η διοίκηση της Τράπεζας της Λετονίας βρίσκεται στη Ρίγα. Το οικονομικό έτος για την τράπεζα ξεκινά την 1η Ιανουαρίου και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1922, η Συνταγματική Συνέλευση εξέδωσε τον Νόμο για την ίδρυση της Τράπεζας της Λετονίας.[2] Το προσωρινό καταστατικό της Τράπεζας εγκρίθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1922, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και το αρχικό κεφάλαιο της ήταν 10 εκατομμύρια λίρες.

Στις 24 Απριλίου 1923, το κοινοβούλιο ενέκρινε το καταστατικό της Τράπεζας της Λετονίας, που υπογράφηκε από τον Πρόεδρο Γιάνις Κάκστε στις 2 Ιουλίου. Το Συμβούλιο της Τράπεζας απαρτιζόταν από έναν πρόεδρο, έναν αναπληρωτή και 11 μέλη, αλλά το διοικητικό συμβούλιο περιελάμβανε έναν γενικό διευθυντή, τον αναπληρωτή του και τρεις διευθυντές.[4]

Στις 17 Ιουνίου 1940, η Λετονία καταλήφθηκε και ενσωματώθηκε στην Σοβιετική Ένωση στις 5 Αυγούστου. Στις 25 Ιουλίου, εκδόθηκε ο νόμος περί εθνικοποίησης τραπεζών και μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο η έκδοση χρημάτων όσο και οι λειτουργίες του Υπουργείου Οικονομικών πραγματοποιήθηκαν από την ΕΣΣΔ.

Στις 2 Μαρτίου 1990, το Ανώτατο Συμβούλιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Λετονίας ενέκρινε το νόμο «On Banks» και την απόφαση «On the Bank of Latvia». Αποφάσισε ότι η Τράπεζα της Λετονίας, μια τοπική κεντρική τράπεζα, θα ιδρύθει εκ νέου ως μια ανεξάρτητη κρατική τράπεζα, με ένα κέντρο έκδοσης χρημάτων, καθώς θα είναι και η κεντρική τράπεζα σε σχέση με εμπορικές τράπεζες, που θα εκτελεί τον κρατικό προϋπολογισμό και θα ρυθμίζει την νομισματική πολιτική.

Ωστόσο, μόνο μετά τη Διακήρυξη της 4ης Μαΐου 1990 και την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας της Λετονίας και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ η απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου της Δημοκρατίας της Λετονίας της 3ης Σεπτεμβρίου 1991 ανέφερε «σχετικά με την αναδιοργάνωση των τραπεζικών ιδρυμάτων στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Λετονίας». Η Τράπεζα της Λετονίας έγινε η μόνη κεντρική τράπεζα. Ανέλαβε την κυριότητα και τη δομή των τραπεζών της ΕΣΣΔ, καθώς και άλλων κρατικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Στις 4 Μαρτίου 1992, το Ανώτατο Συμβούλιο της Δημοκρατίας της Λετονίας ψήφισε το νόμο «για την απόκτηση της Τράπεζας της Λετονίας που ιδρύθηκε το 1922». Το καθεστώς της Τράπεζας της Λετονίας ως κεντρικής τράπεζας της χώρας και της τράπεζας έκδοσης χρήματων ενοποιήθηκε οριστικά από τους νόμους της Δημοκρατίας της Λετονίας "On Banks" και "On the Bank of Latvia" που εγκρίθηκαν στις 19 Μαΐου 1992. Για πρώτη φορά η Λετονία είχε την ανεξαρτησία της εθνικής κεντρικής τράπεζας της από την κυβερνητική πολιτική και διασφαλίστηκε μέσω της νομοθεσίας. Ο νόμος «Για την Τράπεζα της Λετονίας» δεν προέβλεπε τις εμπορικές της δραστηριότητες, επομένως, ελήφθη απόφαση σχετικά με την αναδιάρθρωση και την ιδιωτικοποίηση 49 καταστημάτων της Τράπεζας της Λετονίας.

Στρατηγική νομισματικής πολιτικής και πολιτική συναλλαγματικών ισοτιμιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου, ο κύριος στόχος της Τράπεζας της Λετονίας είναι να παρέχει πληθωρισμό σε ένα ορισμένο επίπεδο.

Μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και μέχρι την ένταξή της στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), η Τράπεζα της Λετονίας μπορούσε να ασκήσει τη νομισματική της πολιτική, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σύμφωνη με τα κοινά συμφέροντα της ΕΕ, δεν έβλαπτε την ανάπτυξη άλλων κρατών μελών της ΕΕ και συνέβαλε στην οικονομική σταθερότητα.

Η ένταξη στην ΕΕ προβλέπει επίσης ένταξη στην ΟΝΕ και το ευρώ. Μετά την ένταξή της στην ΕΕ, η Λετονία έπρεπε να αποδείξει την ικανότητά της ότι πληροί τα κριτήρια ένταξης στην ΟΝΕ. Ένα από αυτά τα κριτήρια ήταν η διετής ιδιότητα μέλους του μηχανισμού συναλλαγματικής ισοτιμίας II (ERM II). Η Λεττονία προσχώρησε σε αυτήν στις 2 Μαΐου 2005. Ο ERM II σημαίνει ότι τουλάχιστον δύο χρόνια πριν από τη μετάβαση στο ευρώ, το λατ θα είχε συνδεθεί στο ευρώ και η συναλλαγματική ισοτιμία των λατ έναντι του ευρώ μπορεί να κυμαίνονταν κατά όχι περισσότερο από +/- 15% έναντι του επιτοκίου του λατ σε ευρώ.

Προκειμένου να επιτευχθεί ο κύριος στόχος της, καθώς και επιτυχώς η ένταξη στην ΟΝΕ, η Τράπεζα της Λετονίας εφάρμοσε μια στρατηγική σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας (1 ευρώ = 0,702804 Ls). [5] Οι διακυμάνσεις γύρω από τον σταθερό ρυθμό ζεύξης ήταν δυνατές εντός +/- 1%. Το λατ συνδέθηκε στο ευρώ την 1η Ιανουαρίου 2005.[6]

Επίσης, στις αρχές του 2006 και του 2007, η Τράπεζα της Λετονίας χρησιμοποίησε ένα μέσο επιτόκιο αναχρηματοδότησης και ένα επιτόκιο για ταξίδια. Σε μια κατάσταση όπου οι τράπεζες δεν σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν ενεργά τα μέσα που προσφέρονται από την Τράπεζα της Λετονίας, η αύξηση του επιτοκίου αναχρηματοδότησης έχει μια πιο σημαντική λειτουργία.

Διαχείριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τράπεζα της Λετονίας διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας. Το συμβούλιο αποτελείται από οκτώ άτομα: τον πρόεδρο της τράπεζας, τον αναπληρωτή του και έξι μέλη του συμβουλίου. Το Συμβούλιο Εποπτείας της Τράπεζας διοικείται από τον Πρόεδρο της Τράπεζας της Λετονίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας της Λετονίας λαμβάνει αποφάσεις εξ ονόματος της Τράπεζας της Λετονίας.[7]

Για την πρακτική εργασία και τη λειτουργική διαχείριση της Τράπεζας της Λετονίας, το Συμβούλιο της Τράπεζας ιδρύει μόνιμο συμβούλιο έξι ατόμων. Ο Διοικητής της Τράπεζας εγκρίνει τη δομή της Τράπεζας της Λετονίας και προσλαμβάνει και απολύει τους υπαλλήλους της Τράπεζας της Λετονίας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «History of the Bank of Latvia». Bank of Latvia. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Αυγούστου 2011. Ανακτήθηκε στις 16 Αυγούστου 2011. 
  2. 2,0 2,1 Investment guide for Latvia. Centre for Co-operation with Non-members., Organisation for Economic Co-operation and Development. Paris: Organisation for Economic Co-operation and Development. 1998. ISBN 9264160590. OCLC 39287069. 
  3. «Law "On the Bank of Latvia" [unofficial translation]» (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2018. 
  4. «History of the Bank of Latvia». www.bank.lv (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2018. 
  5. «Zaudējis spēku - Par Latvijas Nacionālo eiro ieviešanas plānu». LIKUMI.LV (στα Λετονικά). Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2018. 
  6. «On the Peg Rate of the Lats and the Euro». www.bank.lv (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2018. 
  7. «Council». www.bank.lv (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2018. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]