Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τοχταμίς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τοχταμίς
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1342
Μπλε Ορδή
Θάνατος1406
Chimgi-Tura
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός ηγέτης
Οικογένεια
ΣύζυγοςTogaybek
ΤέκναΤζαλάλ αλ Ντιν Χαν, Yeremferden, Kerimberdi, Kibak Khan, Kadirberdi
Canike
ΓονείςTui Khoja
ΟικογένειαΤζενγκισίδες
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΧαν (1380–1395)
Χαν (1378–1395)
starosta of Lida
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Τοχταμύς, Tokhtamysh (τουρκικά / κιπτσάκ και περσικά: تووقتمش; [α] Kοζακικά: Тоқтамыс, Tαταρικά: Тухтамыш (π. 1342 – 1406) ήταν χαν της Χρυσής Ορδής από το 1380 έως το 1395. Κατάφερε για λίγο να ενοποιήσει τη Γαλάζια Ορδή και τη Λευκή Ορδή σε ένα ενιαίο πολίτευμα. [β] [1] [2]

Ο Τοχταμίς ανήκε στον Οίκο των Μπορτζιγκίν, με καταγωγή από τον Τζανγκίς Χαν. Περνώντας το μεγαλύτερο μέρος των νεανικών του χρόνων πολεμώντας ενάντια στον εξάδελφο τού πατέρα του, τον Ουρούς Χαν, και τους γιους του, ο Τοχταμίς ζήτησε βοήθεια από τον Τουρκο-Μογγόλο πολέμαρχο Τιμούρ, με τη βοήθεια του οποίου κατάφερε να νικήσει τούς εχθρούς του.

Ο Τοχταμίς ανήλθε στην εξουσία κατά τη διάρκεια μίας ταραχώδους περιόδου στη Χρυσή Ορδή, η οποία είχε αποδυναμωθεί σοβαρά μετά από μία μακρά περίοδο διχασμού και εσωτερικών συγκρούσεων. Από φυγάς, ο Τοχταμίς έγινε ισχυρός μονάρχης, εδραιώνοντας γρήγορα την εξουσία του και στις δύο πτέρυγες της Χρυσής Ορδής. Ενθαρρυμένος από την επιτυχία του, καθώς και από την αύξηση της ανθρώπινης δύναμης και τού πλούτου του, ο Τοχταμίς ξεκίνησε μία στρατιωτική εκστρατεία στις ρωσικές ηγεμονίες, πολιορκώντας και λεηλατώντας τη Μόσχα το 1382. [3] Επανέφερε την ταταρο-μογγολική ηγεμονία επί των Ρώσων υποτελών της, και προκάλεσε την επανέναρξη των πληρωμών φόρου υποτελείας. [4]

Ένα σημείο καμπής στην κυριαρχία του Τοχταμίς ήταν οι στρατιωτικές αντιπαραθέσεις με τον πρώην προστάτη του, τον Τιμούρ, ο οποίος εισέβαλε στη Χρυσή Ορδή και νίκησε τον Τοχταμίς δύο φορές. Οι συντριπτικές ήττες για τη Χρυσή Ορδή ανέτρεψαν όλα τα προηγούμενα επιτεύγματα του Τοχταμίς, και τελικά οδήγησαν στην καταστροφή του.

Ο Τοχταμίς έχει συχνά αποκληθεί ως ο τελευταίος μεγάλος ηγεμόνας της Χρυσής Ορδής. [5]

Σύμφωνα με τις λεπτομερείς γενεαλογίες των Mουίζ αλ-ανσάμπ και Ταβαριχ-ί γκουζινταχ-ί νουσρατ-ναμάχ ο Τοχταμίς ήταν απόγονος του Τουκά-Τιμούρ, του 13ου γιου του Τζότσι, του μεγαλύτερου γιου του Τζενγκίς Χαν. Παρέχουν την ακόλουθη καταγωγή: Τουκταμίς, γιος του Τούι-Χβατζά, γιος του Κουτλούκ-Κουατζά, γιος του Κουγιουντσάκ, γιος του Σαριχά, γιος του Ουρούνγκ-Τιμούρ, γιος του Τουκά-Τιμούρ, γιος του Τζότσι. Σύμφωνα με τον Μουίν-αντ-Ντιν Νατανζί (παλαιότερα γνωστό ως «Ανώνυμο του Ισκαντάρ»), η μητέρα τού Τοχταμίς ήταν η Κουτάν-Κουντσέκ της φυλής Χονγκιράντ. Παλαιότερες μελέτες ακολούθησαν την ανακριβή μαρτυρία του Νατανζί για την ανακήρυξη του Ουρούς Χαν, και κατ' επέκταση τού Τοχταμίς, ως απογόνων τού γιου τού Τζότσι, Ορντά Χαν. Αυτή η εσφαλμένη άποψη εγκαταλείφθηκε σταδιακά, πρώτα για τον Τοχταμίς και αργότερα για τον Ουρούς. Αν και ο Ουρούς και ο Τοχταμίς περιγράφονται συχνά ως θείος και ανιψιός, στην πραγματικότητα ήταν 4α εξάδελφια.

Αντιπολίτευση στον Ουρούς Χαν

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στρατεύματα του Τοχταμίς (λεπτομέρεια). Τοπ Καπί H.2153, 1420–1440, πιθανώς Χεράτ.

Ο πατέρας τού Τοχταμίς, ο Τούι Χβατζά, ήταν ο τοπικός ηγεμόνας της χερσονήσου Μανγκισλάκ. Αρνήθηκε να ενταχθεί στις δυνάμεις τού εξαδέλφου και επικυριάρχου του, Ουρούς, τού χαν τού πρώην ουλούς τού Ορντά Χαν με κέντρο το Σιγκνάκ, σε μία εκστρατεία για την υποταγή του Σαραΐ, της παραδοσιακής πρωτεύουσας της Χρυσής Ορδής. Προσβεβλημένος και επιφυλακτικός σε οποιαδήποτε αντίθεση στην εξουσία του, ο Ουρούς διέταξε την εκτέλεση του Τούι Χβατζά. Ο νεαρός Τοχταμίς τράπηκε σε φυγή, στη συνέχεια υποτάχθηκε στον δολοφόνο τού πατέρα του, και συγχωρέθηκε λόγω της νεαρής του ηλικίας. Το 1373, ενώ ο Ουρύς διεκδικούσε την εξουσία του στο Σαραΐ, ο Τοχταμίς συγκέντρωσε μία ομάδα αντιπάλων του Ουρούς, και προσπάθησε να γίνει χαν στο Σιγκνάκ. Ο Ουρούς προήλασε αμέσως εναντίον τους, και ο Τοχταμίς τράπηκε σε φυγή, μόνο και μόνο για να επιστρέψει, να υποταχθεί και να συγχωρεθεί ξανά. Όταν ο Ουρύς κατέλαβε το Σαραΐ το 1375, ο Τοχταμίς άδραξε την ευκαιρία να φύγει ξανά. Αναζήτησε καταφύγιο στην αυλή του Τιμούρ (Ταμερλάνου), όπου έφθασε το 1376. Κερδίζοντας την εύνοια και την υποστήριξή του, ο Τοχταμίς εγκαταστάθηκε στο Οτράρ και το Σαϊράμ στον Συρ Ντάρια το 1376, κάνοντας επιδρομές στην περιοχή του Ουρούς Χαν. Ο γιος του Ουρούς, Κουτλούκ Μπουκά, επιτέθηκε και νίκησε τον Τοχταμίς, αν και ο ίδιος υπέστη θανάσιμο τραύμα. Ο Τοχταμίς κατέφυγε ξανά στον Τιμούρ, και επέστρεψε με στρατό για να πολεμήσει τούς εχθρούς του. Ωστόσο ηττήθηκε ξανά, αυτή τη φορά από τον γιο του Ουρούς, Τοκτακιγιά. Τραυματισμένος, ο Τοχταμίς διέφυγε κολυμπώντας στον Συρ Ντάρια, και πήγε για άλλη μία φορά στην αυλή του Τιμούρ, στη Μπουχάρα. Εκεί ανακάλυψε ότι ο Ουρύς προχωρούσε στην καταδίωξή του και σύντομα έφθασαν οι απεσταλμένοι τού Ουρούς, απαιτώντας την έκδοση του Τοχταμίς. Ο Τιμούρ αρνήθηκε να το κάνει, και συγκέντρωσε τις δικές του δυνάμεις για να αντιταχθεί στον Ουρύς. Μετά από μία τρίμηνη αντιπαράθεση τον χειμώνα του 1376–1377, ο Ουρύς επέστρεψε στην πατρίδα του, ενώ οι δυνάμεις του Τιμούρ κατάφεραν να καταλάβουν το Οτράρ. Μαθαίνοντας για το τέλος τού Ουρούς, ο Τιμούρ ανακήρυξε τον Τοχταμίς νέο χαν, και επέστρεψε στην πρωτεύουσά του, τη Σαμαρκάνδη.

Άνοδος στην εξουσία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ουρούς διαδέχθηκε ως χαν ο γιος του Τοκτακιγιά, ο οποίος απεβίωσε μετά από δύο μήνες, και στη συνέχεια ο άλλος γιος του, ο Τιμούρ Μαλίκ. Όπως και πριν, ο Τοχταμίς δεν είχε μεγάλη τύχη πολεμώντας εναντίον ενός γιου τού Ουρούς και ηττήθηκε εύκολα από τον Τιμούρ Μαλίκ. Ο Τοχταμίς κατέφυγε ξανά στην αυλή του Τιμούρ. Ακούγοντας ότι ο Τιμούρ Μαλίκ περνάει τον χρόνο του πίνοντας και αγνοώντας σημαντικές υποθέσεις, και ότι ο εξοργισμένος λαός επιθυμεί να τους κυβερνήσει ο Τοχταμίς, ο Τιμούρ έστειλε τις δυνάμεις του στο Σαβράν και το Οτράρ, οι οποίες παραδόθηκαν. Προχωρώντας προς το Σιγκνάκ, νίκησαν τον εχθρό στο Καρα-Ταλ και συνέλαβαν και εκτέλεσαν τον Τιμούρ Μαλίκ, ο οποίος είχε προδοθεί από τούς δικούς του εμίρηδες, το 1379. Ο Τοχταμίς είχε πλέον εγκατασταθεί ως χαν στο Σιγκνάκ, και πέρασε το υπόλοιπο τού έτους εδραιώνοντας την εξουσία του, και αξιοποιώντας τούς πόρους του για τον επόμενο στόχο του, το Σαραΐ.

Το 1380 ο Τοχταμίς προήλασε δυτικά, με σκοπό να καταλάβει το Σαραΐ και τα κεντρικά και δυτικά τμήματα της Χρυσής Ορδής. Η στρατιωτική του δύναμη εκφόβισε τον πρώην οικοδεσπότη του, Καγκάν Μπεγκ, στην περιοχή του Σιμπάν, και τον εξάδελφό του Καγκάν Μπεγκ, τον τότε βασιλεύοντα χαν Αράμπ Σαχ, οι οποίοι υποτάχθηκαν στον Τοχταμίς. Ως τώρα χαν στο Σαραΐ, διέσχισε τον Βόλγα για να εξοντώσει τον ισχυρό μπεγκλερμπέγκ (γενικό κυβερνήτη) Μαμάι, κύριο των δυτικότερων τμημάτων της Χρυσής Ορδής. Αποδυναμωμένος από την ήττα του από τους Ρώσους στη Μάχη του Κουλίκοβο ενωρίτερα εκείνο το έτος, και από το τέλος της μαριονέτας χαν Τουλάκ, ο Μαμάι ηττήθηκε από τον Τοχταμίς στον ποταμό Κάλκα το φθινόπωρο του 1381, αφού ο Τοχταμίς είχε δελεάσει μακριά αρκετούς εμίρηδες του Μαμάι. Ο Μαμάι κατέφυγε στην Κριμαία, αλλά τελικά εξοντώθηκε από τους πράκτορες του Τοχταμίς, οι οποίοι τον είχαν καταδιώξει, στα τέλη του 1380 ή στις αρχές του 1381.

Η πλήρης έκταση της εξουσίας του Τοχταμίς.

Από φυγάς, ο Τοχταμίς είχε γίνει ένας ισχυρός μονάρχης, ο πρώτος χαν σε διάστημα δύο δεκαετιών που κυβέρνησε και τα δύο μισά (τις δύο πτέρυγες) της Χρυσής Ορδής. Σε διάστημα λίγο περισσότερο από έναν χρόνο, είχε γίνει κύριος της αριστερής (ανατολικής) πτέρυγας, του πρώην ουλούς του Ορντά (που ονομάζεται Λευκή Ορδή σε ορισμένες περσικές πηγές, και Γαλάζια Ορδή σε τουρκικές), και στη συνέχεια επίσης κύριος της δεξιάς (δυτικής) πτέρυγας, του ουλούς του Μπατού (που ονομάζεται Γαλάζια Ορδή σε ορισμένες περσικές πηγές, και Λευκή Ορδή σε τουρκικές). Αυτό υποσχόταν να αποκαταστήσει το μεγαλείο της Χρυσής Ορδής μετά από μία μακρά περίοδο διχασμού και εσωτερικών συγκρούσεων. Ο Τοχταμίς προχώρησε στην εδραίωση τής εξουσίας του με σοφία και αυτοσυγκράτηση. Ήδη στις αρχές του 1381, αποκατέστησε την ειρήνη με τους Γενουάτες της Κριμαίας, εξασφαλίζοντας στον εαυτό του ένα σταθερό εισόδημα. Ομοίως, ζήτησε τη συνεργασία των εμίρηδων και των φυλετικών αρχηγών, επιβεβαιώνοντας τα προνόμια που τους είχαν παραχωρηθεί στο παρελθόν.

Εκστρατεία κατά της Μόσχας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Τοχταμίς και οι στρατοί της Χρυσής Ορδής συγκεντρώνονται μπροστά στη Μόσχα, 1382. Εικονογραφημένο Χρονικό του Ιβάν του Τρομερού (1560–1570).

Ενθαρρυμένος από την επιτυχία του, καθώς και από την αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού και του πλούτου του, ο Τοχταμίς στράφηκε στη συνέχεια στα ρωσικά πριγκιπάτα, αν και δεν επιδίωξε απαραίτητα σύγκρουση εξαρχής. Ομοίως, ο μεγάλος πρίγκιπας του Βλαντιμίρ-Σούζνταλ, Ντμίτρι Ντονσκόι, είχε πρόσφατα νικήσει τον Μαμάι με μεγάλο κόστος στο Κουλίκοβο, και δεν επιδίωκε αντιπαράθεση, καθώς θα δυσκολευόταν να συγκεντρώσει ξανά έναν μεγάλο στρατό. Αναγνώρισε δεόντως τον Τοχταμίς ως τον νέο χαν και επικυρίαρχό του, αλλά παρόλο που έστειλε πλούσια δώρα, ο Ντμίτρι αρνήθηκε την καταβολή φόρου υποτέλειας. Όταν ο απεσταλμένος του Τοχταμίς, Ακ Χουατζά, ήρθε να προσκαλέσει τους Ρώσους πρίγκιπες στην αυλή του χαν για την επικύρωση της θέσης τους, αντιμετώπισε τόση εχθρότητα από τον πληθυσμό, που γύρισε πίσω, αφού έφθασε στο Νίζνι Νόβγκοροντ.

Ο Τοχταμίς προετοιμάστηκε για πόλεμο το 1382. Σχεδιάζοντας να αιφνιδιάσει τον εχθρό του, ξεκίνησε διατάσσοντας τη σύλληψη και τη ληστεία Ρώσων εμπόρων στον Βόλγα, και την κατάσχεση των σκαφών τους. Διασχίζοντας τον ποταμό με ολόκληρο τον στρατό του, προσπάθησε να προχωρήσει κρυφά, αλλά τράβηξε μεγάλη προσοχή. Επιδιώκοντας να κερδίσει την εύνοια τού χαν, ο μεγάλος πρίγκιπας Ολέγκ Ιβάνοβιτς του Ριαζάν τέθηκε στη διάθεση τού χαν, δείχνοντας τα περάσματα επάνω από τον ποταμό Οκά . Ο μεγάλος πρίγκιπας Ντμίτρι Κονσταντίνοβιτς του Νίζνι Νόβγκοροντ υποτάχθηκε επίσης πρόθυμα, και έστειλε τούς γιους του Βασίλειο και Σεμέν να ενταχθούν στην εκστρατεία του Τοχταμίς ως οδηγοί. Ο μεγάλος πρίγκιπας Ντμίτρι της Μόσχας δεν υποτάχθηκε, αλλά άφησε μία ισχυρή φρουρά στην πρωτεύουσά του υπό τον Λιθουανό πρίγκιπα Οστέι, και αναζήτησε τη μεγαλύτερη ασφάλεια της Κοστρομά, από όπου ήλπιζε να συγκεντρώσει μεγαλύτερες δυνάμεις. Αφού κατέλαβαν το Σερπούχοφ, οι δυνάμεις του Τοχταμίς έφθασαν και πολιόρκησαν τη Μόσχα στις 23 Αυγούστου 1382. Τρεις ημέρες αργότερα, οι πολίτες εξαπατήθηκαν και παραδόθηκαν από τον Βασίλειο και τον Σεμέν του Νίζνι Νόβγκοροντ, και τα στρατεύματα του Τοχταμίς εισέβαλαν στην πόλη, σφαγιάζοντάς την, λεηλατώντας και τελικά ισοπεδώνοντάς την για την ανυπακοή τού ηγεμόνα της. Άλλες πόλεις που κατέλαβαν οι Μογγόλοι κατά τη διάρκεια τής εκστρατείας περιλάμβαναν το Βλαντιμίρ, το Ζβενίγκοροντ, το Γιούργιεφ, το Περεγιασλάβλ-Ζαλέσκι, το Ντμίτροφ, την Κολόμνα και το Μοζάισκ. Στον δρόμο της επιστροφής του, ο Τοχταμίς λεηλάτησε επίσης το Ριάζαν, παρά τη συνεργασία του πρίγκιπά του.

Αργότερες σχέσεις με τις ρωσικές ηγεμονίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την υποταγή των Ρώσων πριγκίπων και την επανέναρξη του φόρου υποτέλειάς τους, ο Τοχταμίς υιοθέτησε πιο συμφιλιωτική πολιτική απέναντί τους. Ο Ντμίτρι της Μόσχας ισοπέδωσε το Ριάζαν σε εκδίκηση για τη συνεργασία του Ολέγκ Ιβάνοβιτς με τον Τοχταμίς εναντίον της Μόσχας, αλλά δεν τιμωρήθηκε γι' αυτό. Ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς του Τβερ διορίστηκε μέγας πρίγκιπας του Βλαντιμίρ και επισκέφθηκε την αυλή του Τοχταμίς με τον γιο του Αλέξανδρο, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να αποκτήσει την κατοχή τού μεγάλου πριγκιπάτου, καθώς ο Τοχταμίς σύντομα συγχώρεσε τον Ντμίτρι της Μόσχας. Ο Ντμίτρι είχε υποταχθεί, παρέδωσε τον μεγαλύτερο γιο του Βασίλειο Ντμιτρίεβιτς ως όμηρο, και υποσχέθηκε να πληρώσει φόρο υποτέλειας, ο οποίος απεστάλη δεόντως το 1383. Όταν ο Ντμίτρι Κωνσταντίνοβιτς του Νίζνι Νόβγκοροντ απεβίωσε την ίδια χρονιά, ο Τοχταμίς παραχώρησε αυτό το πριγκιπάτο στον αδελφό του Μπόρις Κωνσταντίνοβιτς, αλλά έδωσε το Σούζνταλ στους γιους του Ντμίτρι, Σεμέν και Βασίλειο. Το 1386 ο γιος τού Ντμίτρι της Μόσχας, Βασίλειος, όμηρος στην αυλή του Τοχταμίς, διέφυγε στη Μολδαβία και κατευθύνθηκε στη Μόσχα μέσω Λιθουανίας. Παρά τις κάποιες εντάσεις, η Μόσχα δεν υπέστη κάποια συνέπεια. Αντίθετα, όταν ο Ντμίτρι άφησε στον γιο του Βασίλειο το μεγάλο πριγκιπάτο του Βλαντιμίρ στη διαθήκη του το 1389, ο Τοχταμίς το επικύρωσε μέσω του απεσταλμένου του, Σαΐχ Αχμάντ. Ο Σεμέν και ο Βασίλειος του Σούζνταλ απέλασαν τον θείο τους Μπόρις από το Νίζνι Νόβγκοροντ, αλλά αυτός εντόπισε τον Τοχταμίς σε εκστρατεία, και επέστρεψε με νέα θητεία από τον χαν το 1390. Ρώσοι νεοσύλλεκτοι υπηρέτησαν στη συνέχεια τον Τοχταμίς στην Κεντρική Ασία. Το 1391 ο Τοχταμίς έστειλε τον διοικητή του Μπεγκ Τουτ να λεηλατήσει τη Βιάτκα, πιθανώς σε απάντηση στις λεηλασίες των Ουσκουϊνίκ, πειρατών κατά μήκος του Βόλγα. Αλλά οι πειρατές εξαπέλυσαν μία επιδρομή εκδίκησης στην περιοχή του Μπολγκάρ. Αναζητώντας συνεργασία ενάντια σε αυτή και άλλες απειλές, ο Τοχταμίς δέχτηκε τον Βασίλειο Α΄ της Μόσχας στο στρατόπεδό του, και του έδωσε την επικράτεια του Νίζνι Νόβγκοροντ, παρά τις διαμαρτυρίες των πριγκίπων του. Παρά τη λεηλασία της Μόσχας το 1382, ο Τοχταμίς ενίσχυσε τελικά τη δύναμη και τον πλούτο της ηγεμονίας του, βοηθούμενος έτσι να μπει στο δρόμο για την προσάρτηση άλλων ρωσικών και αργότερα μογγολικών πολιτειών.

Αρχική σύγκρουση με τον Τιμούρ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μάχη μεταξύ του Τιμούρ (αριστερά) και του Τοχταμίς (δεξιά), 1420–1440, πιθανώς Χεράτ. Τοπ Καπί H.2153.

Το 1383, εκμεταλλευόμενος την ενασχόληση του Τιμούρ με τις υποθέσεις στην Περσία, ο Τοχταμίς αποκατέστησε την εξουσία της Χρυσής Ορδής επί της ημιαυτόνομης δυναστείας Σουφί στο Χβαράζμ, προφανώς χωρίς να προκαλέσει τον πρώην προστάτη του. Υπό την πίεση των εμίρηδών του να πραγματοποιήσει κερδοφόρες εκστρατείες για λεηλασία, και ίσως κατειλημμένος από τις παραδοσιακές φιλοδοξίες των προκατόχων του, ο Τοχταμίς διέσχισε τον Καύκασο με μεγάλη δύναμη (5 τούμεν, 50.000 στρατεύματα) κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1384-1385, εισβάλλοντας στο Αζερμπαϊτζάν των Τζαλαγιριδών. Κατέλαβε την πρωτεύουσα Ταμπρίζ με έφοδο, και λεηλάτησε τη γειτονική περιοχή για δέκα ημέρες, πριν αποσυρθεί με τα λάφυρά του, συμπεριλαμβανομένων περίπου 200.000 σκλάβων, μεταξύ των οποίων χιλιάδες Αρμένιοι από τις περιοχές Παρσκαχάικ, Σιουνίκ και Αρτσάχ. Είτε για να εκμεταλλευτεί την αδυναμία των Τζαλαγιριδών, είτε για να προλάβει την επέκταση της Χρυσής Ορδής στην περιοχή, ο Τιμούρ προχώρησε στην κατάκτηση του Αζερμπαϊτζάν το 1386. Διαχείμαζε στο κοντινό Καραμπάχ το 1386-1387, όταν ο Τοχταμίς διέσχισε τα βουνά την άνοιξη του 1387, και κατευθύνθηκε κατευθείαν προς το μέρος του. Παρά το γεγονός ότι αιφνιδιάστηκαν και σχεδόν ηττήθηκαν, οι διοικητές του Τιμούρ συσπειρώθηκαν, και κατάφεραν να αποκρούσουν την επίθεση του Τοχταμίς με τη βοήθεια έγκαιρων ενισχύσεων με επικεφαλής τον γιο του Τιμούρ, Μιράν Σαχ. Ο Τιμούρ έδειξε αξιοσημείωτη επιείκεια στους αιχμαλώτους πολεμιστές του Τοχταμίς, τροφοδοτώντας και ντύνοντάς τους και επιτρέποντάς τους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Το αν αυτό ήταν ένδειξη σεβασμού προς έναν βασιλικό απόγονο του Τζενγκίς Χαν, ή μία προσπάθεια εκτόνωσης μίας περιττής σύγκρουσης σε ένα ανεπιθύμητο μέτωπο, είναι ασαφές.

Παρά την ήττα του και ένα επακόλουθο μήνυμα που επιδίωκε να εκτονώσει την εχθρότητα, ο Τοχταμίς συνέχισε να προκαλεί τον πρώην προστάτη του. Ενώ ο Τιμούρ παρέμεινε στην Περσία, τον χειμώνα τού 1387-1388, ο Τοχταμίς κατέλαβε την Κεντρική Ασία, όπου ένα μέρος των δυνάμεών του πολιόρκησε τη Σαουράν, ενώ ένα άλλο διέσχισε το Χβαράζμ για να πολιορκήσει τη Μπουχάρα. Οι διοικητές του Τιμούρ ετοιμάστηκαν να υπερασπιστούν τη Σαμαρκάνδη και άλλες πόλεις, ενάντια στην αναμενόμενη συνεχιζόμενη προέλαση του Τοχταμίς, και ο ίδιος ο Τιμούρ επέστρεψε από το Σιράζ στη Σαμαρκάνδη με τις κύριες δυνάμεις του τον Φεβρουάριο του 1388. Μαθαίνοντας για τις κινήσεις τού εχθρού, οι δυνάμεις του Τοχταμίς υποχώρησαν. Ο Τιμούρ ήταν πλέον πεπεισμένος ότι μία σοβαρή αναμέτρηση με τον Τοχταμίς ήταν αναπόφευκτη. Ανέτρεψε τη δυναστεία Σουφί του Χβαράζμ για τη συμπαιγνία της με τον Τοχταμίς και ισοπέδωσε την πρωτεύουσά της, (παλαιά) Γκουργκάντζ, το 1388. Όλο και περισσότερο συνειδητοποιώντας ότι ήταν σε πλεονεκτική θέση, ο Τοχταμίς προσπάθησε να δημιουργήσει έναν αντι-τιμουριδικό συνασπισμό, προσεγγίζοντας γειτονικούς ηγεμόνες (συμπεριλαμβανομένου του Μαμελούκου σουλτάνου Μπαρκούκ), που ανησυχούσαν για την εξουσία του Τιμούρ. Ο Τοχταμίς προσπάθησε να καταλάβει ξανά το Σαουράν το 1388, εκδιώχθηκε από τον Τιμούρ τον χιονισμένο Ιανουάριο του 1389, αλλά πραγματοποίησε άλλη μία επίθεση στο Σαουράν αργότερα μέσα στο έτος. Και αυτή απέτυχε, αλλά οι δυνάμεις του Τοχταμίς λεηλάτησαν τη γειτονιά και την πόλη Γιασί (σημερινό Τουρκεστάν), πριν υποχωρήσουν σε ασφαλές μέρος, όταν ο Τιμούρ νίκησε την εμπροσθοφυλακή του Τοχταμίς, και διέσχισε τον Συρ Ντάρια καταδιώκοντάς τον. Ο Τιμούρ κατέλαβε το Σιγκνάκ, αλλά στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του στους συμμάχους τού Τοχταμίς ανατολικότερα.

Πρώτη εισβολή των Τιμουριδών στη Χρυσή Ορδή, και οι συνέπειές της

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Τιμούρ και τα στρατεύματά του συγκεντρώνονται, για να ξεκινήσουν πόλεμο εναντίον του Τοχταμίς. Ζαφαρναμά, 1533.

Ο Τιμούρ αποφάσισε να αναλάβει την πρωτοβουλία και να χτυπήσει αποφασιστικά τα βασικά εδάφη του Τοχταμίς. Συγκεντρώνοντας έναν μεγάλο στρατό, ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1391 από την Τασκένδη, αγνόησε τους απεσταλμένους του Τοχταμίς που ζητούσαν ειρήνη, και χτύπησε τα εδάφη του πρώην ουλούς Ορντά. Αλλά για τέσσερις μήνες ταξιδιών και κυνηγιού, ο Τιμούρ δεν κατάφερε να προλάβει τον Τοχταμίς, ο οποίος φαινομενικά είχε υποχωρήσει βόρεια. Μόνο αφού έφθασε στις πηγές του Τομπόλ, ο Τιμούρ ανακάλυψε ότι ο Τοχταμίς ανασυντασσόταν προς τα δυτικά, διασχίζοντας τα Ουράλια, και σχεδίαζε να υπερασπιστεί τη διάβαση. Ο Τιμούρ προήλασε στα Ουράλια και τα διέσχισε προς τα επάνω, αναγκάζοντας τον Τοχταμίς να υποχωρήσει προς την κατεύθυνση του Βόλγα, όπου μπορούσε να περιμένει την άφιξη ενισχύσεων από την Κριμαία, το Μπολγκάρ, ακόμη και τη Ρωσία. Αποφασισμένος να το προλάβει αυτό, ο Τιμούρ πρόλαβε τον Τοχταμίς, και τον ανάγκασε να δώσει μάχη στον ποταμό Κοντούρτσα, στις 18 Ιουνίου 1391. Η σκληρή μάχη κατέληξε στην ήττα των δυνάμεων του Τοχταμίς, και την φυγή του από το πεδίο τής μάχης. Πολλοί από τούς στρατιώτες του, παγιδευμένοι ανάμεσα στον εχθρό και τον Βόλγα, αιχμαλωτίστηκαν ή σφαγιάστηκαν. Ο Τιμούρ και ο νικηφόρος στρατός του γεόρτασαν για περισσότερο από έναν μήνα στις όχθες του Βόλγα. Παραδόξως, δεν επιχείρησε να εδραιώσει τον έλεγχό του στην περιοχή, πριν κατευθυνθεί προς την πατρίδα του.

Κατόπιν αιτήματός τους, ο Τιμούρ άφησε πίσω του δύο πρίγκιπες που κατάγονταν από τον Τουκά-Τιμούρ, τον Τιμούρ Κουτλούκ (γιο του Κουτλούκ Τιμούρ) και τον Κουντσέ Ογκλάν (εκ πατρός θείο του Τιμούρ Κουτλούκ), καθώς και τον Μανγκίτ εμίρη Εντίγκου (εκ μητρός θείο του Τιμούρ Κουτλούκ). Αυτό μερικές φορές ερμηνεύεται ως η χρίση του Τιμούρ Κουτλούκ ως χαν από τον Τιμούρ, αλλά αυτό φαίνεται απίθανο: οι τρεις υποτίθεται ότι θα στρατολογούσαν επιπλέον στρατεύματα για τον στρατό τού Τιμούρ. Μόνο ο Κουντσέ Ογκλάν παρέμεινε πιστός στον όρκο του, και επέστρεψε στον Τιμούρ με τους νεοσύλλεκτούς του, πριν λιποτακτήσει από τον Τοχταμίς τον επόμενο χρόνο. Εν τω μεταξύ, ο Τιμούρ Κουτλούκ και ο Εγκιντού ξεκίνησαν μόνοι τους με αυξανόμενους οπαδούς, και φαίνεται να ανακήρυξαν τον Τιμούρ Κουτλούκ ως χαν στην αριστερή (ανατολική) πτέρυγα της Χρυσής Ορδής. Ένας από τους διοικητές του Τοχταμίς, ο Μπεγκ Πουλάντ (πιθανώς εγγονός του Ουρούς Χαν), ο οποίος είχε διαφύγει από τη Μάχη του Κοντούρτσα, είχε αυτοανακηρυχθεί χαν στο Σαραΐ, αναμένοντας ότι ο Τοχταμίς θα είχε χαθεί.

Ο Τοχταμίς είχε επιβιώσει και εξακολουθούσε να διαθέτει επαρκή εξουσία και ανθρώπινο δυναμικό, για να αντεπιτεθεί. Νικώντας και εκδιώκοντας τον Μπεγκ Πουλάντ από το Σαραΐ, ο Τοχταμίς τον κυνήγησε στην Κριμαία, και αφού τον πολιόρκησε στο Σολχάτ, τελικά τον σκότωσε. Ένας άλλος επίδοξος διεκδικητής στην Κριμαία, ο 2ος εξάδελφος του Τοχταμίς, Τας Τιμούρ, αναγνώρισε προσωρινά την κυριαρχία του Τοχταμίς, αλλά διατήρησε κάποια αυτονομία. Ο Τοχταμίς αντιμετώπισε παρόμοια συμπεριφορά με τον Εντιγκού, συμβιβαζόμενος μαζί του με αντάλλαγμα την υποταγή του, και αφήνοντάς του αυτόνομη εξουσία στα ανατολικά, αποδυναμώνοντας σημαντικά τη θέση τού Τιμούρ Κουτλούκ. Ο Τοχταμίς ένιωσε αρκετά ισχυρός, ώστε να απαιτήσει φόρο υποτέλειας από τον Πολωνό βασιλιά Βλαντίσλαφ Β΄ Γιαγκέλο το 1393 για τα εδάφη που ο πατέρας του, μέγας δούκας Αλγκίρντας της Λιθουανίας, είχε πάρει από τη Χρυσή Ορδή στο παρελθόν. Τα αιτήματά του ικανοποιήθηκαν. Ο Τοχταμίς προσπάθησε να δημιουργήσει για άλλη μία φορά έναν αντι-Τιμουριδικό συνασπισμό, προσεγγίζοντας τον Μαμελούκο σουλτάνο Μπαρκούκ, τον Οθωμανό σουλτάνο Βαγιαζίτ Α΄ και τον Γεωργιανό βασιλιά Γιώργιο Ζ΄. Ο Τιμούρ ανταπέδωσε εισβάλλοντας στη Γεωργία. Αν και φαίνεται να είχε προβλήματα με τούς δικούς του εμίρηδες το καλοκαίρι του 1394, εκείνο το φθινόπωρο ο Τοχταμίς κατάφερε να κάνει επιδρομή στον Καύκασο προς το Σιρβάν. Η προσέγγιση του Τιμούρ προκάλεσε άμεση υποχώρηση.

Δεύτερη εισβολή των Τιμουριδών στη Χρυσή Ορδή, και οι συνέπειές της

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Τοχταμίς ηττήθηκε από τον Τιμούρ. Εικονογραφημένο Χρονικό του Ιβάν του Τρομερού (1560–1570).

Ο Τιμούρ αποφάσισε τώρα ότι ήταν απαραίτητη μία δεύτερη εκστρατεία στη Χρυσή Ορδή. Μετά από κάποια διπλωματική προσποίηση και από τις δύο πλευρές, ο Τιμούρ ξεκίνησε με έναν μεγάλο στρατό προς το Ντερμπέντ τον Μάρτιο του 1395. Αφού διέσχισε το πέρασμα, ο στρατός του Τιμούρ λεηλάτησε την περιοχή μέχρι τον ποταμό Τερέκ, όπου συνάντησε τις δυνάμεις του Τοχταμίς. Αφού τα στρατεύματα του Τιμούρ κατέστρεψαν την εμπροσθοφυλακή του Τοχταμίς, η κύρια μάχη έλαβε χώρα στις 15-16 Απριλίου 1395. Όπως και η μάχη στον Κοντούρτσα τέσσερα χρόνια ενωρίτερα, ήταν μία σκληρή μάχη μεταξύ σχεδόν ίσων δυνάμεων. Αν και ο Τιμούρ, ο οποίος πολέμησε σαν κοινός πολεμιστής, παραλίγο να αιχμαλωτιστεί ή να σκοτωθεί, για άλλη μία φορά αναδείχθηκε νικητής, μετά από μία διαμάχη μεταξύ των εμίρηδων τού Τοχταμίς. Ο Τοχταμίς κατέφυγε βόρεια στο Μπολγκάρ, και αργότερα ίσως στη Μολδαβία. Μέρος των δυνάμεων τού Τιμούρ τον καταδίωξε, προλαβαίνοντας μέρος τού εχθρού από τον Βόλγα, και οδηγώντας τους σε αυτόν. Οι τοπικοί σύμμαχοι τού Τιμούρ, με επικεφαλής τον πρίγκιπα των Τζοχιδών Κουγιουρτσούκ, γιο του Ουρούς Χαν, προήλασαν στην απέναντι, αριστερή όχθη του Βόλγα, για να καταλάβουν την περιοχή. Ο Τιμούρ εξερεύνησε βόρεια, μέχρι το Γέλετς, πριν στραφεί στη λεηλασία των πόλεων της Χρυσής Ορδής. Στην Τάνα, χάρηκε που έλαβε πλούσια δώρα από τους Ιταλούς εμπόρους, πριν υποδουλώσει όλους τους Χριστιανούς και καταστρέψει τις εγκαταστάσεις τους. Περνώντας από την Κιρκασία, προχώρησε στη λεηλασία και καταστροφή των πόλεων κατά μήκος του Βόλγα, από το (παλαιό) Αστραχάν μέχρι το Σαραΐ και το Γκιουλιστάν, τον χειμώνα του 1395-1396. Οι επιζώντες κάτοικοι υποδουλώθηκαν, και «οδηγήθηκαν σαν πρόβατα». Ο Τιμούρ ξεκίνησε για τη Σαμαρκάνδη μέσω Ντέρμπεντ την άνοιξη του 1396, φορτωμένος με λάφυρα, και συνοδευόμενος από κοπάδια και αιχμαλώτους, συμπεριλαμβανομένων εμπόρων, καλλιτεχνών και τεχνιτών, αφήνοντας τη Χρυσή Ορδή εξαντλημένη και λεηλατημένη. [6]

Ο Τοχταμής επέζησε της επίθεσης του Τιμούρ, αλλά η θέση του ήταν πολύ πιο εύθραυστη από πριν. Η ερειπωμένη πρωτεύουσα, το Σαραΐ, βρισκόταν στα χέρια τού προστατευόμενου τού Τιμούρ, Κουγιουρτσούκ, ενώ η περιοχή τού Αστραχάν και τα ανατολικά τμήματα της Χρυσής Ορδής βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Τιμούρ Κουτλούκ και του Εντιγκού, οι οποίοι είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους για άλλη μία φορά. Σύντομα εκδίωξαν ή εξάλειψαν τον Κουγιουρτσούκ, καταλαμβάνοντας το Σαράι το 1396 ή το 1397, αλλά καθησύχασαν τον Τιμούρ διαβεβαιώνοντάς τον για την υποταγή τους μέσω μίας πρεσβείας το 1398. Εν τω μεταξύ, ο Τοχταμίς είχε ξεκινήσει την επαναβεβαίωση της εξουσίας του στα νοτιοδυτικά τμήματα της Χρυσής Ορδής, σκοτώνοντας τον εξάδελφό του Τας Τιμούρ, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί χαν στην Κριμαία, και πολεμώντας τους Γενουάτες εκεί, πολιορκώντας την Κάφφα το 1397. Στα τέλη του 1397 ή στις αρχές του 1398, ο Τοχταμίς θριάμβευσε για λίγο επί των αντιπάλων του, καταλαμβάνοντας το Σαράι και τις πόλεις του Βόλγα, και έστειλε πανηγυρικές επιστολές μέσω των απεσταλμένων του παντού. Αλλά η επιτυχία του ήταν βραχύβια: ο Τοχταμίς ηττήθηκε στη μάχη από τον Τιμούρ Κουτλούκ, και κατέφυγε πρώτα στην Κριμαία, όπου αντιμετωπίστηκε εχθρικά, και στη συνέχεια μέσω Κιέβου στον μεγάλο πρίγκιπα Βιτάουτα της Λιθουανίας. Ο Βιτάουτας εγκατέστησε τον Τοχταμίς και τούς οπαδούς του κοντά στο Βίλνιους και το Τρακάι, αν και πολλοί από αυτούς τον εγκατέλειψαν, κατευθύνοντας προς τα Βαλκάνια για να εισέλθουν στην υπηρεσία του Οθωμανού σουλτάνου Βαγιαζίτ Α΄. Ο Τοχταμίς και ο Βιτάουτας υπέγραψαν μία συνθήκη, στην οποία ο Τοχταμίς επικύρωσε τον Βιτάουτας ως νόμιμο ηγεμόνα των ρουθηνικών εδαφών, που κάποτε ήταν μέρος της Χρυσής Ορδής, και τώρα ανήκαν στη Λιθουανία, και του υποσχέθηκε τον φόρο υποτέλειας των ρωσικών πριγκιπάτων, σε αντάλλαγμα για στρατιωτική βοήθεια για την ανάκτηση του θρόνου του. Πιθανώς η συνθήκη όριζε ακόμη ότι ο Βιτάουτας θα πλήρωνε φόρο υποτέλειας από αυτά τα ρουθηνικά εδάφη, μόλις ο χάνος ανακτούσε τον θρόνο του. Ο Βιτάουτας πιθανώς σχεδίαζε να εγκατασταθεί ως ηγεμόνας στα εδάφη της Χρυσής Ορδής.

Ο Τιμούρ Κουτλούκ έστειλε έναν απεσταλμένο για να απαιτήσει την έκδοση του Τοχταμίς από τη Λιθουανία, αλλά έλαβε μία δυσοίωνη απάντηση από τον Βιτάουτας: «Δεν θα εγκαταλείψω τον τσάρο Τοχταμίς, αλλά επιθυμώ να συναντήσω τον τσάρο Τεμίρ-Κουτλού αυτοπροσώπως». Ο Βιτάουτας και ο Τοχταμίς προετοίμασαν τις λιθουανικές και μογγολικές δυνάμεις τους για μία κοινή εκστρατεία, με την υποστήριξη Πολωνών εθελοντών υπό τον Σπίτεκ του Μελστύν. Το καλοκαίρι του 1399 ο Βιτάουτας και ο Τοχταμίς ξεκίνησαν εναντίον του Τιμούρ Κουτλούκ και του Εντιγκού με μεγάλο στρατό. Στον ποταμό Βόρσκλα συνάντησαν τις δυνάμεις του Τιμούρ Κουτλούκ, ο οποίος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις, σκοπεύοντας να καθυστερήσει τη μάχη, μέχρι να φθάσει ο Εντιγκού με ενισχύσεις. Κατά τη διάρκεια τής διαδικασίας, ο Τιμούρ Κουτλούκ προσποιήθηκε ότι συμφωνούσε να υποταχθεί στον Βιτάουτας, και να τού καταβάλει ετήσιο φόρο, αλλά ζήτησε τριήμερη καθυστέρηση, για να εξετάσει τα περαιτέρω αιτήματα του Βιτάουτας. Αυτό ήταν αρκετό για να φθάσει ο Εντίγκου με τις ενισχύσεις του. Ο Εντίγκου δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να διαπραγματευτεί με τον ίδιο τον Λιθουανό ηγεμόνα, και κανόνισε μία συνάντηση, χωρισμένη από την πορεία του ποταμού. Οι περαιτέρω διαπραγματεύσεις αποδείχθηκαν άσκοπες, και οι δύο δυνάμεις ενεπλάκησαν στη Μάχη του ποταμού Βόρσκλα στις 12 Αυγούστου 1399. Χρησιμοποιώντας μία προσποιητή τακτική υποχώρησης, ο Τιμούρ Κουτλούκ και ο Εντιγκού κατάφεραν να περικυκλώσουν τις δυνάμεις του Βιτάουτας και του Τοχταμίς, προκαλώντας τους μία σοβαρή ήττα. Ο Τοχταμίς έφυγε από το πεδίο της μάχης, και κατευθύνθηκε ανατολικά προς τη Σιβήρ. Ο Βιτάουτας επέζησε της μάχης, αν και π. 20 πρίγκιπες, συμπεριλαμβανομένων δύο εξαδέρφων του, έπεσαν στη μάχη. Η ήττα ήταν καταστροφική, τερματίζοντας τη φιλόδοξη πολιτική του Βιτάουτας στις στέπες του Πόντου.

Ο Σάντι Μπεγκ σκοτώνει τον Τοχτάμις. Εικονογραφημένο Χρονικό του Ιβάν του Τρομερού (1560–1570).

Υποβιβασμένος στη θέση ενός τυχοδιώκτη, ο Τοχταμίς διέσχισε την επικράτεια της Χρυσής Ορδής προς τις περιφερειακές Σιβηρικές κτήσεις της. Εδώ κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του τμήματα τής περιοχής το 1400, και μέχρι το 1405 προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια τού προστάτη του που έγινε εχθρός, τού Τιμούρ, ο οποίος μόλις είχε μαλώσει με τον Εντιγκού. Το τέλος τού Τιμούρ τον Φεβρουάριο του 1405 έκανε κάθε προσέγγιση αμφίβολη. Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής τής περιόδου, ο Τοχταμίς φυσικά προσέλκυσε την εχθρότητα του Εντιγκού και του νέου χαν-μαριονέτας του, Σαντί Μπεγκ. Λέγεται ότι ο Εντιγκού πολέμησε τον Τοχταμίς σε 16 ξεχωριστές περιπτώσεις μεταξύ 1400 και 1406. Τελικά, μετά από μία ήττα από τον Τοχταμίς, ο Εντιγκού διέδωσε μία φήμη για τον θάνατό του για να βγάλει τον Τοχταμίς στο φως, και να τον σκοτώσει σε μία καταιγίδα από βέλη και λόγχες, στα τέλη του 1406, κοντά στο Τιουμέν. Ο χαν Σαντί Μπεγκ προφανώς ισχυρίστηκε ή πιστώθηκε τον θάνατο του Τοχταμίς, ενώ άλλοι τον απέδωσαν στον Εντιγκού ή τον γιο τού Εντιγκού, Νουρ αντ-Ντιν. Ρώσοι χρονικογράφοι κατέγραψαν τον θάνατό του το 1406: [7]  

Όταν επανένωσε τη Χρυσή Ορδή το 1380–1381, ο Τοχταμίς υποσχέθηκε να την αναζωογονήσει, και να την σταθεροποιήσει μετά από δύο δεκαετίες χρόνιου εμφυλίου πολέμου. Ήταν ο τελευταίος χαν της Χρυσής Ορδής που έκοψε νομίσματα με μογγολική γραφή. Η λεηλασία της Μόσχας το 1382 ανέτρεψε την ήττα, που υπέστη η Χρυσή Ορδή στην κυριαρχία της επί των ρωσικών πριγκιπάτων, στη Μάχη του Κουλίκοβο δύο χρόνια νωρίτερα. Τέλος, η εισβολή στο Αζερμπαϊτζάν ακολούθησε την πορεία των φιλοδοξιών προηγούμενων χαν για την εκμετάλλευση ή την κατάκτηση αυτής της περιοχής. Το 1385 ο Τοχταμίς βρισκόταν στο απόγειο τής δύναμής του και το μέλλον του, καθώς και αυτό της Χρυσής Ορδής, διαφαινόταν λαμπρό.

Ωστόσο, εισερχόμενος και επιδεινώνοντας τη σύγκρουση με τον πρώην προστάτη του, τον Τιμούρ, ο Τοχταμίς έθεσε ως στόχο την καταστροφή όλων των επιτευγμάτων του και την καταστροφή του. Αναζητώντας συμμάχους, αφού είχε αποδυναμώσει τη Μόσχα, την ενίσχυσε με την παραχώρηση να καταστήσει το μεγάλο πριγκιπάτο του Βλαντιμίρ κληρονομική κτήση του πρίγκιπα της Μόσχας το 1389, και επιτρέποντάς του να καταλάβει το Νίζνι Νόβγκοροντ το 1393. Ομοίως, βοήθησε τη Λιθουανία να δημιουργήσει προηγούμενο για την εμπλοκή της στη διακυβέρνηση και την πολιτική της Χρυσής Ορδής, και να δημιουργήσει και να απολύσει χαν, αρκετούς από τους οποίους ήταν γιοι του Τοχταμίς, για τις επόμενες δεκαετίες. Καμία από αυτές τις συμμαχίες δεν έσωσε τον Τοχταμίς, του οποίου η εξουσία υπέστη σοβαρές απώλειες από τις δύο μεγάλες εισβολές του Τιμούρ στα βασικά εδάφη της Χρυσής Ορδής το 1391 και το 1395–1396. Αυτά άφησαν τον Τοχταμίς να ανταγωνίζεται με αντίπαλους χαν, τελικά εκδιώκοντάς τον οριστικά και καταδιώκοντάς τον μέχρι θανάτου στη Σιβηρία το 1406. Η σχετική εδραίωση της εξουσίας του χαν από τον Τοχταμίς επέζησε μόνο για λίγο, και σε μεγάλο βαθμό λόγω της επιρροής τού εχθρού του, Εντιγκού. Αλλά μετά το 1411 έδωσε τη θέση της σε μία άλλη μακρά περίοδο εμφυλίου πολέμου, που κατέληξε στη διάλυση της Χρυσής Ορδής. Επιπλέον, η καταστροφή των κύριων αστικών κέντρων της Χρυσής Ορδής από τον Τιμούρ, καθώς και της ιταλικής αποικίας της Τάνα (Τάναϊς), επέφερε ένα σοβαρό και διαρκές πλήγμα στην οικονομία της πολιτείας που βασίζεται στο εμπόριο, με διάφορες αρνητικές επιπτώσεις στις μελλοντικές προοπτικές της για ευημερία και επιβίωση.

Ο Τοχταμίς σκοτώνει τη σύζυγό του "Τοβλουνμπέκ". Εικονογραφημένο Χρονικό του Ιβάν του Τρομερού (1560-1570).

Μεταξύ άλλων, ο Τοχταμίς είχε νυμφευτεί τη χήρα του Μαμάι, πιθανώς ταυτόσημη με μία κόρη του Μπερντί Μπεγκ, και είχε νυμφευτεί την Τουλούν Μπεγκ Χανούμ, η οποία είχε βασιλεύσει για λίγο στο Σαραΐ το 1370-1371. Το 1386 την εκτέλεσε, προφανώς για συμμετοχή σε μία σκοτεινή συνωμοσία. Σύμφωνα με το Mουίζ αλ-ανσάμπ, ο Τοχταμίς είχε οκτώ γιους και πέντε κόρες, καθώς και έξι εγγόνια, ως εξής:

  • Τζαλάλ αντ-Ντιν (1380–1412) (από τη Ταγκάι-Μπικά), χαν της Χρυσής Ορδής 1411–1412
    • Αμπού-Σαΐντ
    • Αμάν Μπεγκ
  • Καρίμ Μπερντί, χαν της Χρυσής Ορδής 1409, 1412–1413, 1414 (απεβ. το 1417;)
    • Σαγίντ Αχμάντ, πιθανώς χαν της Χρυσής Ορδής 1416–1417 (διαφέρει από τον Σαγίντ Αχμάντ, χαν 1432–1459)
  • Κεμπέκ, χαν της Χρυσής Ορδής 1413–1414
    • Τσαγκατάι-Σουλτάν
    • Σαράι-Μουλκ
    • Σιρίν-Μπικά
  • Τζαμπάρ Μπερντί, χαν της Χρυσής Ορδής 1414–1415, 1416–1417
  • Καντίρ Μπερντί (από μία Κιρκάσια παλλακίδα), χαν της Χρυσής Ορδής 1419
  • Αμπού-Σαΐντ
  • Ισκαντάρ (από την Ουρούν-Μπικά)
  • Kιουτσούκ Μουχαμάντ (από την Ουρούν-Μπικά) (διακρίνεται από τον Kιουτσούκ Μουχαμάντ, χαν 1434–1459)
  • Μαλικά (από την Ταγκάι-Μπικά)
  • Τζανικά (από την Ταγκάι-Μπικά), νυμφεύτηκε τον Eντιγκού
  • Σαΐντ-Μπικά (από την Ταγκάι-Μπικά)
  • Μπαχτί-Μπικά (από τη Σουκτ-Μπικά-Αγκά)
  • Mαϋράμ-Μπικά (από την Ουρούν-Μπικά)
  1. ↑ Also spelled توقتامیش
  2. ↑ For the color references to the right (west) and left (east) wings of the ulus of Jochi (later dubbed "Golden Horde" in Russian sources), see for example May 2018: 282–283; in the more relevant Turkic sources the White Horde is the right (west) wing and the Blue Horde is the left (east) wing, opposite to the practice still dominating English-language historiography.
  1. ↑ Fennell, John L. (14 Ιανουαρίου 2014). A History of the Russian Church to 1488 (στα Αγγλικά). Routledge. σελ. 129. ISBN 978-1-317-89720-0.
  2. ↑ Buell, Paul D.· Fiaschetti, Francesca (6 Απριλίου 2018). Historical Dictionary of the Mongol World Empire (στα Αγγλικά). Rowman & Littlefield. σελ. 68. ISBN 978-1-5381-1137-6.
  3. ↑ Madariaga, Isabel de (2008). Ivan den förskräcklige: Rysslands förste tsar (στα Σουηδικά). Stockholm: Prisma. σελ. 24. ISBN 978-91-518-4713-9.
  4. ↑ Auty, Robert· Obolensky, Dimitri (1976). An Introduction to Russian History (στα Αγγλικά). Cambridge University Press. σελ. 87. ISBN 978-0-521-28038-9.
  5. ↑ Allen, W. E. D. (2017). Russian Embassies to the Georgian Kings, 1589–1605: Volumes I and II. Routledge. ISBN 9781317060390.
  6. ↑ Martin, Janet (2007). Medieval Russia, 980–1584. Cambridge University Press. ISBN 9780521859165.
  7. ↑ Rasputin, Valentin (29 Οκτωβρίου 1997). Siberia, Siberia (στα Αγγλικά). Northwestern University Press. σελ. 36. ISBN 978-0-8101-1575-0.
  • Efron: Тохтамыш, хан.
  • Allen, W. E. D., Russian Embassies to the Georgian Kings, 1589–1605, 2 vols., Cambridge, 1970.
  • Frost, Robert (2015). The Oxford History of Poland-Lithuania. The Making of the Polish-Lithuanian Union, 1385–1569. ISBN 978-0-19-820869-3. 
  • Gaev, A. G., "Genealogija i hronologija Džučidov," Numizmatičeskij sbornik 3 (2002) 9–55.
  • Grousset, R., The Empire of the Steppes: a History of Central Asia, New Brunswick, NJ, 1970.
  • Halperin, D., Russia and the Golden Horde, Bloomington, 1987.
  • Howorth, H. H., History of the Mongols from the 9th to the 19th Century. Part II.1. London, 1880.
  • Jackson, P., The Mongols and the West, 1221–1410, London, 2005.
  • Kołodziejczyk, Dariusz (2011). The Crimean Khanate and Poland–Lithuania: International Diplomacy on the European Periphery (15th–18th Century). A Study of Peace Treaties Followed by Annotated Documents. Leiden: Brill. ISBN 9789004191907. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιουνίου 2017. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2016. 
  • Martin, J., Medieval Russia 980–1584 (2nd ed.), Cambridge, 2007.
  • May, T., The Mongol Empire. Edinburgh, 2018.
  • Počekaev, R. J., Cari ordynskie: Biografii hanov i pravitelej Zolotoj Ordy. Saint Petersburg, 2010.
  • Reva, R., "Borba za vlast' v pervoj polovine XV v.," in Zolotaja Orda v mirovoj istorii, Kazan', 2016: 704–729.
  • Sabitov, Ž. M., Genealogija "Tore", Astana, 2008.
  • Seleznëv, J. V., Èlita Zolotoj Ordy: Naučno-spravočnoe izdanie, Kazan', 2009.
  • Sinor, D., Inner Asia, Bloomington, 1969.
  • Tizengauzen, V. G. (trans.), Sbornik materialov otnosjaščihsja k istorii Zolotoj Ordy. Izvlečenija iz persidskih sočinenii, republished as Istorija Kazahstana v persidskih istočnikah. 4. Almaty, 2006.
  • Vohidov, Š. H. (trans.), Istorija Kazahstana v persidskih istočnikah. 3. Muʿizz al-ansāb. Almaty, 2006.