Τοτέμ και ταμπού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Τοτέμ και ταμπού (γερμ.: Totem und Tabu: Einige Übereinstimmungen im Seelenleben der Wilden und der Neurotiker) είναι τίτλος συγγράματος του θεμελιωτή της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόιντ, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1913, αρχικά υπό μορφή τεσσάρων εκτενών άρθρων στο περιοδικό Imago. Ο Φρόιντ, εδώ, ασχολείται με ζητήματα κοινωνικής ανθρωπολογίας, αρχαιολογίας και θρησκειολογίας, προσεγγίζοντάς τα από ψυχαναλυτική σκοπιά. Η βασική θέση του συγγραφέα είναι η ψυχολογική ομοιότητα μεταξύ πρωτόγονων λαών, παιδιών και νευρωτικών.

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συγγραφέας αρχίζει τη μελέτη του παρουσιάζοντας παραδείγματα γηγενών λαών της Ωκεανίας, προκειμένου να υποστηρίξει το επιχείρημα ότι η καταδίκη και αποφυγή της Αιμομιξίας είναι θεμελιώδης ρυθμιστικός παράγοντας των ηθών τους. Έτσι, οι εν λόγω φυλές διαμερίζονται σε εξωγαμικές ομάδες, η καθεμία από τις οποίες συσχετίζεται με ένα ιερό ζωικό τοτέμ. Η ιδιότητα της συμμετοχής σε μία τοτεμική ομάδα κληρονομείται από γενιά σε γενιά και η σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ μελών της ίδιας τοτεμικής ομάδας απαγορεύεται αυστηρά (κάποτε, επί ποινή θανάτου), ακόμα και αν δεν υφίσταται εξ αίματος συγγένεια μεταξύ τους. Ορισμένες φορές, ακόμα πιο περίπλοκοι τρόποι διαμέρισης της φυλής σε υποομάδες περιορίζουν ακόμα περισσότερο το εύρος των επιτρεπτών σεξουαλικών συντρόφων για κάθε μέλος της. Κατά τον Φρόιντ, πρόκειται για μηχανισμούς οι οποίοι ανάγονται σε παμπάλαιες εποχές ομαδικών γάμων και διατηρήθηκαν παρά τη μετάβαση σε ένα καθεστώς ατομικών γάμων και στενότερων οικογενειακών κύκλων.

Η μελέτη συνεχίζει, αναφέροντας παραδείγματα όπου απαγορεύσεις κάθε τύπου κοινωνικής προσέγγισης δεν αφορούν μόνο άτομα με κοινή τοτεμική ομάδα στο εσωτερικό μίας φυλής, αλλά και στενούς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενείς: π.χ., περιπτώσεις όπου τιμωρείται αυστηρά η συναναστροφή μεταξύ μητέρας και γιου, γιου και αδελφής, ή γαμπρού και πεθεράς. Αυτά, κατά τον συγγραφέα, είναι φαινόμενα τα οποία επίσης ανάγονται σε πραγματικό ή φανταστικό κίνδυνο αιμομειξίας. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Φρόιντ, για υπομνήσεις απωθημένων στο ασυνείδητο αιμομεικτικών σεξουαλικών ορμών της παιδικής ηλικίας, οφειλόμενων στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα (όταν π.χ. ένας γαμπρός ελκύεται ερωτικά από τη μητέρα της συζύγου του), ή για περιπτώσεις ταύτισης, δηλαδή ψυχολογικής οικειοποίησης ενός ξένου εγώ από το εγώ του ατόμου (όταν, π.χ., η μητέρα της νύφης ταυτίζεται με την κόρη της και ερωτεύεται τον γαμπρό της).

Επόμενο βήμα του συγγράμματος είναι η παρουσίαση παραδειγμάτων ταμπού σε γηγενείς λαούς, επίσης κατά κύριο λόγο της Ωκεανίας. Το ταμπού είναι μία ιερή απαγόρευση επαφής με αντικείμενα, ανθρώπους ή τόπους η οποία αυτοεπιβάλλεται σε κάθε άτομο της φυλής, χωρίς επεξηγήσεις ή δισταγμούς. Οι παραβάτες της απαγόρευσης μετατρέπονται και οι ίδιοι σε ταμπού, με αποτέλεσμα τον εξοβελισμό τους από την κοινότητα ή τη θανάτωσή τους. Παραδείγματα ταμπού είναι τα τοτεμικά ζώα για τα μέλη της αντίστοιχης τοτεμικής ομάδας, οι βασιλείς και οι αρχιερείς σε λαούς με πιο περίπλοκη κρατική οργάνωση, ορισμένες τοποθεσίες που σχετίζονται με κάποιον κίνδυνο ή μυστήριο, καθώς και (παροδικά) κοινοί θνητοί σε ιδιαίτερες φάσεις της ζωής τους (π.χ. οι γυναίκες στην εμμηνόρροια, οι έφηβοι, οι νεκροί κλπ.). Ο Φρόιντ αναφέρει τις επικρατούσες ανθρωπολογικές εικασίες, σύμφωνα με τις οποίες αιτία του φαινομένου είναι η πεποίθηση πως τα αντικείμενα-ταμπού εμπεριέχουν επικίνδυνες μαγικές δυνάμεις δαιμονικού χαρακτήρα που μπορούν να μεταδοθούν μέσω της επαφής, εκτός και αν αντισταθμιστούν από τυχόν αντίρροπες μαγικές δυνάμεις του «παραβάτη». Κατά τον συγγραφέα, όμως, η απλή πίστη στην ύπαρξη δαιμόνων αδυνατεί να ερμηνεύσει την ισχύ και τη γεωγραφική εξάπλωση του φαινομένου.

Στη συνέχεια ο Φρόιντ παραλληλίζει τα ταμπού των πρωτόγονων γηγενών φυλών με την ιδεοληπτική νεύρωση, υπό το πρίσμα της ψυχανάλυσης. Όπως οι ιδεοψυχαναγκασμοί οφείλονται, κατά τον συγγραφέα, στην ατομική / ενδοπροσωπική διένεξη μεταξύ απωθημένων στο ασυνείδητο παιδικών επιθυμιών λιβιδινικής φύσης και της εξωτερικά επιβεβλημένης απαγόρευσής τους, οδηγώντας στην εκτέλεση μίας πράξης η οποία φαινομενικά (συνειδητά) απαγορεύει την καταπιεσμένη επιθυμία αλλά ουσιαστικά (ασυνείδητα) την επαναλαμβάνει, έτσι και τα ταμπού οφείλονται σε κοινωνικές απαγορεύσεις εξωτερικά επιβεβλημένες, αρχικά από την εξουσία, στραμμένες εναντίον συμπεριφορών προς τις οποίες ενυπάρχει ισχυρή ενδογενής ροπή. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υφίσταται επίγνωση της καταπιεσμένης επιθυμίας, εξαιτίας της απώθησής της στο ασυνείδητο, κάνοντας την απαγόρευση να μοιάζει αυτοεπιβαλλόμενη και αυτοφυής. Ταυτόχρονα, η συνειρμική μετάθεση στον νου του ιδεοληπτικού, τόσο της απωθημένης επιθυμίας όσο και της απαγόρευσης, προς δευτερεύοντα αντικείμενα, πρόσωπα ή τόπους, παρομοιάζεται με τη μεταδοτικότητα του ταμπού διά της επαφής. Η αντίληψη της μολυσματικής μετάδοσης του ταμπού στον παραβάτη κάποια σχετικής απαγόρευσης (ο οποίος επίσης μετατρέπεται, κατά κανόνα, σε ταμπού) οφείλεται, κατά τον συγγραφέα, στο γεγονός ότι η παράβαση του ταμπού αποτελεί αρνητικό πρότυπο μίμησης και διεγείρει την καταπιεσμένη επιθυμία στα άλλα μέλη της κοινότητας.

Η ιδεοληψία των νευρωτικών, σύμφωνα με την ψυχανάλυση, συνίσταται σε μία αμφιθυμία τους απέναντι στον απαγορευμένο πόθο. Ο Φρόιντ επιχειρεί να ανιχνεύσει αποδείξεις τέτοιας αμφιθυμίας σε παραδείγματα ταμπού γηγενών λαών τα οποία αντλεί από τον Χρυσό κλώνο, έργο του κοινωνικού ανθρωπολόγου Τζέιμς Φρέιζερ. Τα ταμπού, οι τελετές και τα έθιμα τα σχετικά με τον φόνο εχθρών κατά τον πόλεμο οφείλονται, κατά τον συγγραφέα, στην κοινωνική απαγόρευση του φόνου, ο οποίος αποτελεί αντικείμενο αποστροφής αλλά ταυτόχρονα, στη μάχη, είναι θεμιτός. Κατά παρόμοια λογική, τα ταμπού και τα έθιμα σχετικά με τους βασιλείς και τους αρχιερείς οφείλονται στην αμφιθυμία που απορρέει από τη βαθύτερη απέχθεια των υπηκόων απέναντι στα προνόμιά τους και από την πραγματικότητα της εξουσίας τους. Τέλος, τα ταμπού και οι απαγορεύσεις σχετικά με τους νεκρούς, το πένθος και την ταφή τους, εκφράσεις κατ' ορισμένους ανθρωπολόγους του φόβου απέναντι στους δαίμονες (με το πνεύμα των νεκρών να υποτίθεται πως μετατρέπεται σε εχθρικό δαίμονα μετά τον θάνατο, απέναντι στον οποίον πρέπει να ληφθούν προστατευτικά μέτρα), παραλληλίζονται από τον Φρόιντ με την αυτοκατηγορία των ιδεοληπτικών νευρωτικών κατά την περίοδο πένθους για τον θάνατο αγαπημένων προσώπων. Έτσι, αποδίδει τα ταμπού περί νεκρών σε μία κατάσταση αμφιθυμίας που απορρέει από την αντίθεση μεταξύ συνειδητών συναισθημάτων τρυφερότητας για τον νεκρό και απωθημένων στο ασυνείδητων εχθρικών ορμών απέναντί του. Η εν λόγω διένεξη επιλύεται με την ψυχολογική προβολή των ορμών αυτών στον ίδιο τον νεκρό και τη δαιμονοποίησή του, ως δικαιολόγηση για τα ταμπού.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τοτέμ και ταμπού, Σίγκμουντ Φρόιντ, εκδ. Επίκουρος, 2013