Τζότσι
| Τζότσι | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Зүчи (Μογγολικά) |
| Γέννηση | 1182 Μογγολία |
| Θάνατος | Φεβρουάριος 1227 Κουμανία |
| Αιτία θανάτου | δηλητήριο |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αυτοκρατορία των Μογγόλων[1] |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | στρατιωτικός ηγέτης |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Bietuchumishi[2] |
| Τέκνα | Ορντά Χαν[2] Μπατού Χαν[2] Μπερκέ[2] Σιμπάν[2] Τουκά-Τιμούρ Huolu[2] Buval Kumatiemuer[2] Tanggute[2] Chimbay |
| Γονείς | Τζένγκις Χαν[2] και Μπόρτε |
| Αδέλφια | Ογκεντέι Χαν Τολούι Chechiyegen Alahaibieji Yeli'andun Qojin Al-Altan Tümelün Τσαγκατάι Χαν Wuluchi Kölgen Chawuer Shuerche |
| Οικογένεια | Τζενγκισίδες και Μπορτζίγκιν |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Χαν |
Ο Τζότσι, Jochi, μογγολ.: ᠵᠦᠴᠢ, (π. 1182 – π. 1225), που γράφεται επίσης Τζούτσι, Jüchi, ήταν πρίγκιπας της πρώιμης Μογγολικής Αυτοκρατορίας. Η ζωή του σημαδεύτηκε από διαμάχες σχετικά με τις συνθήκες γέννησής του, και κορυφώθηκε με την αποξένωση από την οικογένειά του. Παρ' όλα αυτά, ήταν ένας εξέχων στρατιωτικός διοικητής, και ο γενάρχης της οικογένειας που κυβέρνησε το χανάτο της Χρυσής Ορδής.
Ο Τζότσι ήταν γιος της Μπόρτε, της 1ης συζύγου τού Μογγόλου ηγέτη Τεμουτζίν, μετέπειτα Τζένγκις Χαν. Για πολλούς μήνες πριν από τη γέννηση του Τζότσι, η Μπόρτε ήταν αιχμάλωτη της φυλής Μερκίτ, από την οποία ένας τη νυμφεύτηκε βίαια και τη βίασε. Αν και υπήρχαν σημαντικές αμφιβολίες για τη νόμιμη καταγωγή του Τζότσι, ο Τεμουτζίν τον θεωρούσε γιο του, και του φερόταν ανάλογα. Πολλοί Μογγόλοι, με πιο εξέχοντα τον επόμενο γιο της Μπόρτε, Τσαγκατάι, διαφώνησαν. Αυτές οι εντάσεις οδήγησαν τελικά στον αποκλεισμό τόσο του Τσαγκατάι, όσο και του Τζότσι από τη σειρά διαδοχής στον μογγολικό θρόνο.
Αφού ο Τεμουτζίν ίδρυσε τη Μογγολική αυτοκρατορία το 1206 και πήρε το όνομα Τζένγκις Χαν, εμπιστεύτηκε στον Τζότσι 9.000 πολεμιστές, και μία μεγάλη περιοχή στα δυτικά του Μογγολικού κέντρου. Ο Τζότσι διοίκησε και συμμετείχε σε πολυάριθμες εκστρατείες, για να εξασφαλίσει και να επεκτείνει τη μογγολική εξουσία στην περιοχή. Ήταν επίσης εξέχων διοικητής κατά την εισβολή στην αυτοκρατορία των Χβαραζμίων (1219–1221), κατά την οποία υπέταξε πόλεις και φυλές στα βόρεια. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Γκουργκάντζ το 1221 προέκυψαν εντάσεις μεταξύ αυτού, των αδελφών του και του Τζένγκις, οι οποίες δεν επουλώθηκαν ποτέ. Ο Τζότσι εξακολουθούσε να είναι αποξενωμένος από την οικογένειά του, όταν απεβίωσε από κακή υγεία π. το 1225 Ο γιος του, Μπατού, διορίστηκε να κυβερνήσει τα εδάφη του στη θέση του.
Γέννηση και πατρότητα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η μητέρα του Τζότσι, Μπέρτε, γεννήθηκε στη φυλή Ονγκιράτ, η οποία ζούσε κατά μήκος της οροσειράς του Μεγάλου Κινγκάν νότια του ποταμού Εργκούνε, στη σημερινή Εσωτερική Μογγολία . [3] Σε ηλικία 10 ετών αρραβωνιάστηκε έναν Μογγόλο, ένα αγόρι ονόματι Τεμουτζίν, γιο του Μογγόλου αρχηγού Γιεσουγκέι. Επτά χρόνια αργότερα (π. 1178 ), αφού επέζησε από μία βίαιη εφηβεία, παντρεύτηκαν. [4] Απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, μία κόρη ονόματι Κοτζίν, το 1179 ή το 1180. [5] Σχηματίζοντας συμμαχίες με αξιόλογους ηγέτες της στέπας, όπως ο φίλος του Τζαμουχά και ο πρώην σύμμαχος του πατέρα του, Τογκρούλ, και με τη βοήθεια του χαρίσματός του, ο Τεμουτζίν άρχισε να προσελκύει οπαδούς και να κερδίζει δύναμη. [6] Η φήμη τής ανόδου του εξαπλώθηκε, και σύντομα τράβηξε την προσοχή της φυλής Μερκίτ στα βορειοδυτικά, από την οποία ο Γιεσουγκέι είχε απαγάγει τη μητέρα του Τεμουτζίν, Χοελούν, πυροδοτώντας μία αιματηρή διαμάχη. Αποφάσισαν να πάρουν εκδίκηση από τον κληρονόμο του Γιεσουγκέι. [7]
Λόγω των συνεπειών, τα επακόλουθα γεγονότα θεωρήθηκαν αμφιλεγόμενα: οι περισσότεροι σύγχρονοι συγγραφείς παρέλειψαν οποιαδήποτε αναφορά στα γεγονότα, ενώ τα δύο έργα που τα συμπεριέλαβαν (η Μυστική Ιστορία των Μογγόλων, ένα επικό ποίημα των μέσων του 13ου αι., και το Τζαμί αλ-ταβαρίχ του Πέρση ιστορικού Ρασίντ αλ-Ντιν του 14ου αι.), είναι αντιφατικά. [4] Η ακόλουθη αφήγηση, που περιέχει στοιχεία και από τα δύο, θεωρείται η πιο πιθανή. Το 1180 ή το 1181, [8] μία μεγάλη δύναμη Μερκιτών επιτέθηκε στο στρατόπεδο του Τεμουτζίν. Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της οικογένειάς του κατάφερε να δραπετεύσει, η Μπέρτε συνελήφθη. [9] Παντρεύτηκε βίαια με την Τσιλγκέρ-Μποκό, τον νεότερο αδελφό του αρχικού συζύγου της Χοελούν. Εν τω μεταξύ, ο Τεμουτζίν είχε πείσει τους συμμάχους του να συγκεντρώσουν σημαντικές δυνάμεις, για να τον βοηθήσουν να σώσει τη Μπέρτε. [10] Υπό τη διοίκηση του Τζαμουχά, ο ενωμένος στρατός εκστράτευσε εναντίον των Μερκίτ και τους νίκησε, ανακτώντας τη Μπέρτε και παίρνοντας μεγάλες ποσότητες λείας. [11]
Η Μπέρτε ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, και π. το 1182 γέννησε τον Τζότσι στο στρατόπεδο του Τζαμουχά. Καθώς ο Τσιλγκέρ-Μποκό την είχε αναμφίβολα βιάσει, και καθώς βρισκόταν ανάμεσα στους Mερκίτες για σχεδόν εννέα μήνες, η πατρότητα του Τζότσι ήταν αβέβαιη. [12] Αυτό αντικατοπτριζόταν στο όνομά του, που σημαίνει «φιλοξενούμενος» στα Μογγολικά. [13] Ενώ ο Tεμουτζίν πάντα θεωρούσε τον Τζότσι γιο του εξ αίματος και του φερόταν ανάλογα, πολλοί Μογγόλοι, όπως ο μικρότερος αδελφός του Τσαγκατάι, τον θεωρούσαν γιο του Τσιλγκέρ-Μποκό. [14]
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Τζότσι δεν εμφανίζεται ξανά στις ιστορικές πηγές, μέχρι το 1203. [15] Μέχρι τότε, ήταν αρκετά μεγάλος για γάμο. Ο Τεμουτζίν σκόπευε να τον αρραβωνιάσει με μία κόρη τού συμμάχου του, Τογκρούλ, αλλά λόγω της αμφιλεγόμενης γέννησης του Τζότσι και της συγκριτικά χαμηλής κοινωνικής θέσης του, αυτή η πρόταση θεωρήθηκε προσβλητική από τον λαό του Τογκρούλ και τελικά οδήγησε σε πόλεμο μεταξύ των δύο ηγετών. [16] Μετά την ήττα του Τογκρούλ το 1204, ο Τζότσι έλαβε ως σύζυγο μία από τις ανιψιές του, την Μπεγκτουτμίς. [17] Νυμφεύτηκε επίσης άλλες γυναίκες: την ανιψιά της Μπέρτε, Οκί, τη συγγενή της Σοργκάν, και αρκετές λιγότερο ισχυρές γυναίκες, συγκεκριμένα την Κουτλούγκ Χατούν, τη Σουλτάν Χατούν, τη Νουμπκούς, τη Σιρ, την Καρατζίν και την Κουλ. Επιπλέον, ο ΓΤζτσι πήρε παλλακίδες. Δεν είναι γνωστό ποια ήταν η μεγαλύτερη σύζυγος του Τζότσι, αλλά πιθανότατα ήταν είτε η Οκί, είτε η Σοργκάν. [18]
Οι σημαντικότεροι γιοι του Τζότσι ήταν ο Ορντά Χαν και ο Μπατού Χαν. Ήταν παιδιά της Σοργκάν και της Οκί, αντίστοιχα. Ούτε αυτές οι γυναίκες, ούτε η Μπεγκτουτμίς ήταν η μητέρα του άλλου αξιοσημείωτου γιου του Τζότσι, του Μπερκέ. Τα ονόματα ένδεκα άλλων γιων είναι γνωστά, αλλά κανένας δεν είχε σημαντική σταδιοδρομία, γεγονός που αντανακλά την κατώτερη θέση των μητέρων τους. [19] Οι απόγονοι των νεότερων γιων χρησιμοποίησαν, ωστόσο, την καταγωγή τους από τον Τζότσι, για να νομιμοποιήσουν το δικαίωμά τους να κυβερνούν: αυτοί περιλάμβαναν τον Χιτρ Χαν από τη γραμμή του Σιμπάν και τον Τοχταμίς, ο οποίος καταγόταν από τον νεότερο γιο του Τζότσ. [20]
Πρώιμες εντολές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1206 έχοντας ενώσει τις φυλές της Μογγολίας, ο Τεμουτζίν συγκάλεσε μία μεγάλη συνέλευση, που ονομάστηκε κουρουλτάι όπου ανακηρύχθηκε «Τζένγκις Χαν». [21] Άρχισε να αναδιατάσσει το νέο του έθνος, διαιρώντας το μεταξύ των μελών της άρχουσας δυναστείας του. Ως ο μεγαλύτερος γιος, ο Τζότσι έλαβε το μεγαλύτερο μερίδιο: 9.000 υποτελείς πολεμιστές, με τις δικές τους οικογένειες και τα κοπάδια τους. Ο Τσαγκατάι έλαβε 8.000, και οι νεότεροι αδελφοί τους, Ογκεντέι και Τολούι, έλαβαν 5.000 ο καθένας. [22] Όπως αναμενόταν για έναν πρωτότοκο, ο Τζότσι έλαβε τα εδάφη που ήταν πιο μακριά από την πατρίδα του ως ulus (επικράτειά) του: βρίσκονταν στη δυτική Μογγολία κατά μήκος του ποταμού Ιρτίς . [23]

Αυτή η κατανομή έγινε με την προσδοκία ότι ο Τζότσι θα επέκτεινε τις επικράτειές του, και έτσι το 1207–08 εκστράτευσε εναντίον των Χοϊ-γίν Ιργκέν και τους υπέταξε., μία ομάδα φυλών στην άκρη της σιβηρικής ταϊγκά, ανάμεσα στους ποταμούς Ανγκαρά και Ιρτίς. [24] Ο Τζότσι εξασφάλισε μία συμμαχία γάμου με τους Οϊράτ, των οποίων ο ηγέτης Κουτουκά Μπεκί οδήγησε τους Μογγόλους στους Γενισέι Κιργιζί και σε άλλους Χοϊ-γίν Ιργκέν. Αυτές οι φυλές σύντομα υποτάχθηκαν, και ο Τζότσι ανέλαβε τον έλεγχο του εμπορίου σιτηρών και γούνας της περιοχής, καθώς και των χρυσωρυχείων της. [25] Στη συνέχεια ενίσχυσε τον στρατό του Σουμπουτάι πριν νικήσει τους αποστάτες Μερκίτ, στη μάχη του ποταμού Ιρτίς στα τέλη του 1208 ή στις αρχές του 1209. [26] Ο Τζότσι θα εκστράτευε κατά διαστήματα εναντίον των Μερκίτ και των συμμάχων τους Κανγκλί για την επόμενη δεκαετία, πριν τελικά καταστρέψει τα τελευταία απομεινάρια του λαού το 1217 ή το 1218, μαζί με τους Σουμπουτάι στη μάχη του ποταμού Χεμ. [27] Ο ιστορικός Κρίστοφερ Άτγουντ υποστήριξε ότι αυτή η αφήγηση ελαχιστοποιούσε τον ρόλο του Τζότσι, ότι στην πραγματικότητα αυτός, και όχι ο Σουμπουτάι, ήταν ο κύριος διοικητής σε όλες τις εκστρατείες εναντίον των Μερκίτ και των Κανγκλί, και ότι το δικαίωμά τού να κυβερνά τις πρώην περιοχές των Κανγκλί δικαιολογούνταν από την επιτυχία των εκστρατειών. [28]
Μαζί με τους αδελφούς του Τσαγκατάι και Ογκεντέι, ο Τζότσι διοικούσε τη δεξιά πτέρυγα στην εισβολή στην Κίνα της δυναστείας Τζιν το 1211. Οι Μογγόλοι βάδισαν νότια από το αρχηγείο εκστρατείας του Τζένγκις στη σύγχρονη Εσωτερική Μογγολία τον Νοέμβριο του 1211: πρώτα επιτέθηκαν στις πόλεις στην περιοχή μεταξύ Χοχότ και Ντατόνγκ, και στη συνέχεια ακολούθησαν τα βουνά Ταϊχάνγκ στο Σανσί, όπου λεηλάτησαν και λαφυραγώγησαν το φθινόπωρο του 1213. [29] Μπορεί επίσης να συμμετείχε στην αψιμαχία του ποταμού Ιργκίζ, μία ασαφή μάχη που δόθηκε εναντίον του στρατού του Μουχαμάντ Β' του Χβαράζμ. [30] Η Μυστική Ιστορία καταγράφει δύο συνομιλίες μεταξύ του Τζότσι και τού πατέρα του, σχετικά με τις εκστρατείες του: μία φορά όταν ο Τζένγκις απέρριψε το αίτημα του Τζότσι να χαρίσει τη ζωή ενός διάσημου τοξότη Μερκίτ, και μία φορά όταν η θριαμβευτική επιστροφή του Τζότσι από την υποδούλωση των Οϊράτ απέσπασε μεγάλο έπαινο από τον πατέρα του. [31]
Πόλεμος και διαδοχή των Χβαραζμίων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1218 ο Τζένγκις παρακινήθηκε να εξαπολύσει εκστρατεία εναντίον της αυτοκρατορίας των Χβαραζμίων της Κεντρικής Ασίας, όταν ένα εμπορικό καραβάνι των Μογγόλων σκοτώθηκε από τον κυβερνήτη της συνοριακής πόλης Οτράρ, και οι επακόλουθες διπλωματικές προσπάθειες απέτυχαν. [32] Σύμφωνα με τη Μυστική Ιστορία, η Γεσούι, μία από τις δευτερεύουσες συζύγους τού Τζένγκις, ζήτησε να αποφασίσει για τη διαδοχή, πριν ξεκινήσει. Αν και ο Τζένγκις φαίνεται να μην νοιαζόταν για την πιθανή νομιμοποίηση του Τζότσι, ο Τσαγκατάι αντιτάχθηκε έντονα στο να γίνει ο αδελφός του ο επόμενος χαν, φωνάζοντας: «Πώς μπορούμε να αφήσουμε τον εαυτό μας να μας κυβερνά αυτός ο νόθος Μερκίτ;» Μετά τη διακοπή μίας σύντομης συμπλοκής μεταξύ των αδελφών, η πρόταση του Ογκεντέι ως συμβιβαστικού υποψηφίου, εγκρίθηκε και από τους δύο αδελφούς και τον πατέρα τους. [33] Άλλες πηγές καταγράφουν μία λιγότερο πυρετώδη συγκέντρωση, που έλαβε χώρα μετά το τέλος του πολέμου, επομένως ορισμένοι ιστορικοί εικάζουν ότι η αφήγηση της Μυστικής Ιστορίας ήταν «μεταγενέστερη παρεμβολή», και ότι ο Τζότσι έχασε τη θέση του ως κληρονόμος μόνο μετά από λάθη, που έκανε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των Χβαραζμίων. [34]

Οι μογγολικοί στρατοί, που εκτιμάται ότι αριθμούσαν 150.000 ή 200.000 άνδρες, επιτέθηκαν στο Οτράρ στα τέλη του 1219. Αφήνοντας τον Τσαγκατάι και τον Ογκεντέι για να πολιορκήσουν την πόλη, ο Τζένγκις πήρε τον μικρότερο αδελφό τους, τον Τολούι, και διέσχισε την έρημο Κιζίλ Κουμ, για να επιτεθεί στην πόλη Μπουχάρα. [35] Εν τω μεταξύ, ο Τζότσι στάλθηκε να βαδίσει κατά μήκος του ποταμού Συρ Ντάρια προς την πρωτεύουσα των Χβαραζμίων, Γκουργκάντζ, και να υποτάξει όλες τις πόλεις καθ' οδόν, τις οποίες ο Τζένγκις σκόπευε να ενταχθούν στα εδάφη του Τζότσι. Οι πόλεις Σιγκνάκ και Ασάνας προσέφεραν ιδιαίτερα σθεναρή αντίσταση, και οι κάτοικοί τους σφαγιάστηκαν, ενώ η Τζαντ και η Γιανικάντ καταλήφθηκαν χωρίς πολλά προβλήματα. [36] Στα τέλη του 1220 ταξίδεψε νοτιοδυτικά κατά μήκος των ακτών της Αράλης προς το Γκουργκάντζ, ενώ οι αδελφοί του, Τσαγκατάι και Ογκεντέι, έχοντας καταλάβει το Οτράρ, συγκεντρώθηκαν στη θέση του. [37]
Υπάρχουν αντιφατικές αναφορές για την πολιορκία του Γκουργκάντζ και τη συμμετοχή του Τζότσι σε αυτήν. Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι η πολιορκία ήταν μακρά, με διάρκεια από τέσσερις έως επτά μήνες, και ότι ήταν εξαιρετικά σφοδρή: οι ανυπότακτοι Χβαράζμιοι υπερασπιστές ανάγκασαν τον μογγολικό στρατό να εμπλακεί σε σκληρό αστικό πόλεμο από σπίτι σε σπίτι, με μεγάλο μέρος της πόλης να καταστρέφεται είτε από την καύση νάφθας, είτε από πλημμύρες από φράγματα που κατέρρευσαν. [38] Μετά την πτώση της πόλης το 1221, οι κάτοικοί της είτε σκοτώθηκαν, είτε έγιναν υπόδουλοι. [39]
Η συνήθης αφήγηση της πολιορκίας αναφέρει ότι ο Τζότσι και ο Τσαγατάι διαφώνησαν, για το πώς να διεξάγουν καλύτερα την προέλασή τους, καθώς ο Τζότσι υπέθεσε ότι η πλούσια πόλη θα γινόταν μέρος της επικράτειάς του, και ήθελε να την καταστρέψει όσο το δυνατόν λιγότερο. Ο Τσαγατάι, από την άλλη πλευρά, δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. Όταν ο Τζένγκις άκουσε γι' αυτή την εσωτερική διαμάχη, διέταξε να προαχθεί ο Ογκεντέι σε διοικητής των αδελφών του. [40] Ο Άτγουντ υποστηρίζει ότι αυτή η αφήγηση ήταν μία μεταγενέστερη επινόηση, που αποσκοπούσε στην υποστήριξη της κυριαρχίας του Ογκεντέι ως χαν της αυτοκρατορίας, και ότι ο Τζότσι στην πραγματικότητα διατήρησε την πρωτοκαθεδρία καθ' όλη τη διάρκεια της πολιορκίας. [28]
Το τέλος και η διαδοχή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ανεξάρτητα από τις αφηγηματικές αποκλίσεις, ο Τζότσι έχασε την εύνοια τού πατέρα του μετά την πολιορκία. [41] Ο Τζένγκις πιθανότατα τη θεώρησε στρατιωτική αποτυχία, λόγω της διάρκειας και τής καταστροφής της. Ο Τζότσι έσφαλε επίσης, επειδή δεν έστειλε στον πατέρα του το μερίδιο, που του αναλογούσε από τα λάφυρα. [42] Μετά την ολοκλήρωσή της, οι Τσαγκατάι και Ογκεντέι αναχώρησαν νότια για να ενωθούν με τον πατέρα τους, στην καταδίωξη του αποστάτη Χβαράζμιου πρίγκιπα Τζαλάλ αλ-Ντιν, ενώ ο Τζότσι κινήθηκε βόρεια, φαινομενικά για να υποτάξει τους Κανγκλί στα νέα του εδάφη, τα οποία περιλάμβαναν τις στέπες δυτικά του ποταμού Τσου. Ορισμένες πηγές υποστηρίζουν ότι προτιμούσε να περνάει τον χρόνο του κυνηγώντας, μία δραστηριότητα που του άρεσε πολύ. Δεν είναι σαφές αν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του. [13]
Αν και ο Τζότσι έστειλε τεράστιους αριθμούς άγριων γαϊδουριών και 20.000 άσπρα άλογα στον Τζένγκις ως δώρο π. 1224, οι σχέσεις επιδεινωνόντουσαν σταθερά, λόγω της ενασχόλησης τού Τζότσι με τα εδάφη του. [43] Κατά την επιστροφή του στην πατρίδα του, ο Τζένγκις διέταξε τον Τζότσι να τον ακολουθήσει, αλλά ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ άρρωστος για να το κάνει. Όταν ένας ταξιδιώτης ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν άρρωστος και απλώς κυνηγούσε, ο Τζένγκις αποφάσισε να τον υποτάξει. Πριν προλάβει να το κάνει, είτε το 1225 είτε το 1227, έφθασε η είδηση ότι ο Τζότσι είχε αποβιώσει από την ασθένειά του. [44] Μία αφήγηση, πιθανώς κατασκευασμένη, αναφέρει ότι ο Τζότσι είχε θιγεί τόσο πολύ από την καταστροφή στο Γκουργκάντζ, που είχε κάνει μυστική συμμαχία με τους Χβαράζμιους, και ότι αφού το έμαθε, ο Τζένγκις διέταξε να δηλητηριαστεί ο Τζότσι. [45]
Ο Μπατού επικυρώθηκε ως κυβερνήτης των εδαφών τού πατέρα του από τον Τζένγκις: ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Ορντά, ανέλαβε κατώτερη θέση, ενώ οι νεότεροι αδελφοί τους πήραν ο καθένας μία λωρίδα γης για να κυβερνήσουν. Οι απόγονοι του Τζότσι θα γίνονταν πιο ανεξάρτητοι, τελικά κυβερνώντας το κράτος που είναι γνωστό ως Χρυσή Ορδή. Αν και ένα μεγάλο μαυσωλείο στην περιοχή Ουλιτάου στο Καζακστάν έχει παραδοσιακά αναγνωριστεί ως ο τόπος ανάπαυσης του λειψάνου του Τζότσι, η χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα δείχνει ότι κτίστηκε πολύ αργότερα, και ότι δεν είναι η τοποθεσία του τάφου. [46].
Γενεαλογία Τζοτσιδών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Γιεσουγκέι ΜΠΟΡΤΖΙΓΚΙΝ | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| (Τεμουτζίν) Τζένγκις Χαν ΤΣΙΝΓΚΙΣΙΔΕΣ | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τζότσι ΤΖΟΤΣΙΔΕΣ | Τσαγκατάι Χαν ΤΣΑΓΚΑΤΑΪΔΕΣ | Ογκεντέι Χαν ΟΓΚΕΝΤΕΪΔΕΣ | Τολούι ΤΟΛΟΥΙΔΕΣ | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Ορντά Χαν ΛΕΥΚΗ ΟΡΔΗ (ανατολικά) | Μπατού Χαν ΧΡΥΣΗ ΟΡΔΗ (Ρωσία) | Μπερκέ | Μπουβάλ | Τουκά-Τιμούρ ΤΖΑΝΙΔΕΣ (Μπουχάρα) | Σιμπάν (Σαϊμπάν) ΣΑΪΜΠΑΝΙΔΕΣ ΓΚΡΙ ΟΡΔΗ | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τουτάρ | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Νογκάι Χαν | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τσάκα της Βουλγαρίας | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Jochi.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 (Αγγλικά, Κινεζικά) China Biographical Database.
- ↑ Atwood 2004, σελ. 456.
- 1 2 Broadbridge 2018· Ratchnevsky 1991· May 2018.
- ↑ Broadbridge 2018, σελ. 58.
- ↑ Favereau 2021· May 2018· Ratchnevsky 1991.
- ↑ Ratchnevsky 1991· Broadbridge 2018· Atwood 2004.
- ↑ Broadbridge 2018, σελ. 63.
- ↑ Ratchnevsky 1991· May 2022a.
- ↑ May 2018· May 2022a· Broadbridge 2018· Atwood 2004.
- ↑ Favereau 2021· Ratchnevsky 1991· May 2018.
- ↑ Biran 2012· May 2022a· Atwood 2004.
- 1 2 Dunnell 2023· Atwood 2004.
- ↑ Favereau 2021· Biran 2012· Atwood 2004.
- ↑ May 2017, σελ. 162.
- ↑ Ratchnevsky 1991· May 2022a· Broadbridge 2018.
- ↑ May 2017· May 2022a.
- ↑ Broadbridge 2018.
- ↑ Broadbridge 2018· Atwood 2004.
- ↑ May 2018.
- ↑ Atwood 2004.
- ↑ Dunnell 2023.
- ↑ Biran 2012· Favereau 2021.
- ↑ May 2022b.
- ↑ Atwood 2004· May 2018· May 2022b.
- ↑ May 2018· Favereau 2021.
- ↑ Atwood 2004· Favereau 2021.
- 1 2 Atwood 2017.
- ↑ Favereau 2021· Dunnell 2023· Atwood 2004· Atwood 2017.
- ↑ Dunnell 2023· May 2018.
- ↑ Ratchnevsky 1991.
- ↑ Biran 2012.
- ↑ Atwood 2004· Broadbridge 2018· May 2018· Ratchnevsky 1991.
- ↑ Broadbridge 2018· Dunnell 2023· Favereau 2021.
- ↑ Boyle 2007· Dunnell 2023· Biran 2012.
- ↑ Barthold 1992· Chambers 1979· Favereau 2021.
- ↑ Dunnell 2023· Barthold 1992.
- ↑ Atwood 2017, σελ. 51· Barthold 1992, σελίδες 434–437.
- ↑ Ratchnevsky 1991, σελ. 131· Atwood 2017.
- ↑ Atwood 2017· Dunnell 2023· Barthold 1992· Ratchnevsky 1991.
- ↑ Atwood 2017, σελ. 54.
- ↑ Favereau 2021.
- ↑ Barthold 1992· Atwood 2004.
- ↑ Ratchnevsky 1991· Favereau 2021.
- ↑ Ratchnevsky 1991· Biran 2012· Barthold 1992.
- ↑ Panyushkina και άλλοι 2022.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Atwood, Christopher P. (2004). Encyclopedia of Mongolia and the Mongol Empire. New York: Facts on File. ISBN 978-0-8160-4671-3. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Ιουλίου 2023. Ανακτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2026.
- Atwood, Christopher P. (2017). «Jochi and the Early Western Campaigns». Στο: Rossabi, Morris, επιμ. How Mongolia Matters: War, Law, and Society. Leiden: Brill. σελίδες 35–56. ISBN 978-9-0043-4340-5.
- Barthold, Vasily (1992). Bosworth, Clifford E., επιμ. Turkestan Down To The Mongol Invasion (Third έκδοση). New Delhi: Munshiram Manoharlal. ISBN 978-8-1215-0544-4. Unknown parameter
|orig-date=ignored (βοήθεια) - Biran, Michal (2012). Chinggis Khan. Makers of the Muslim World. London: Oneworld Publications. ISBN 978-1-7807-4204-5. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Ιουνίου 2023. Ανακτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2026.
- Boyle, John Andrew (2007). Boyle, J. A., επιμ. The Cambridge History of Iran Volume 5: The Saljuq and Mongol Periods. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-1-1390-5497-3. Unknown parameter
|orig-date=ignored (βοήθεια) - Broadbridge, Anne F. (2018). Women and the Making of the Mongol Empire. Cambridge Studies in Islamic Civilization. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-1-1086-3662-9.
- Chambers, James (1979). The Devil's Horsemen: The Mongol Invasion of Europe. New York: Atheneum. ISBN 978-0-6891-0942-3.
- Dafeng, Qu; Jianyi, Liu (1998). «On Some Problems Concerning Jochi's Lifetime». Central Asiatic Journal 42 (2): 283–290. http://www.jstor.org/stable/41928156.
- Dunnell, Ruth W. (2023). «The Rise of Chinggis Khan and the United Empire». Στο: Biran, Michal· Kim, Hodong, επιμ. The Cambridge History of the Mongol Empire. Cambridge: Cambridge University Press. σελίδες 19–106. ISBN 978-1-3163-3742-4.
- Favereau, Marie (2021). The Horde: How the Mongols Changed the World. Cambridge: Harvard University Press. doi:10.2307/j.ctv322v4qv. ISBN 978-0-6742-7865-3. JSTOR j.ctv322v4qv.
- Favereau, Marie· Pochekaev, Roman Yu. (2023). «The Golden Horde, c. 1260–1502». Στο: Biran, Michal· Kim, Hodong, επιμ. The Cambridge History of the Mongol Empire. Cambridge: Cambridge University Press. σελίδες 243–318. ISBN 978-1-3163-3742-4.
- May, Timothy (2017). «Jochi». Στο: May, Timothy, επιμ. The Mongol Empire: A Historical Encyclopedia. I. Santa Barbara: ABC-CLIO, σσ. 162–164. ISBN 978-1-6106-9339-4.
- May, Timothy (2018). The Mongol Empire. Edinburgh: Edinburgh University Press. ISBN 978-0-7486-4237-3. JSTOR 10.3366/j.ctv1kz4g68.
- May, Timothy (2022a). «The Rise of Chinggis Khan». Στο: May, Timothy· Hope, Michael, επιμ. The Mongol World. Abingdon: Routledge. σελίδες 51–67. ISBN 978-1-3151-6517-2.
- May, Timothy (2022b). «The Conquest of Qara Khitai and Western Siberia». Στο: May, Timothy· Hope, Michael, επιμ. The Mongol World. Abingdon: Routledge. σελίδες 137–149. ISBN 978-1-3151-6517-2.
- Panyushkina, Irina P.; Usmanova, Emma R.; Uskenbay, Kanat Z.; Kozha, Mukhtar B.; Dzhumabekov, Dzhambul A.; Akhatov, Gaziz A.; Jull, A. J. Timothy (2022). «Chronology of the Golden Horde in Kazakhstan: 14C Dating of Jochi Khan Mausoleum». Radiocarbon 64 (2): 323–331. doi:. Bibcode: 2022Radcb..64..323P.
- Ratchnevsky, Paul (1991). Genghis Khan: His Life and Legacy
. Μτφρ. Thomas Haining. Oxford: Blackwell Publishing. ISBN 978-0-6311-6785-3.