Τζούλιο Καΐμη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Τζούλιο Καΐμη στο Άγιο Όρος το 1927

Ο Τζούλιο Καΐμη ή Καΐμης (επίσης: Ιούλιος Καΐμης ή Χαΐμης, ιταλικά: Giulio Caimi‎, γαλλικά: Giulio Caïmi‎· Κέρκυρα, 1897 - Αθήνα, 1982)[1] ήταν Ρωμανιώτης (ελληνόφωνος Εβραίος) ζωγράφος και διανοούμενος, συγγραφέας, κριτικός και μελετητής του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και της εβραϊκής παράδοσης.[2] Υπήρξε πρωτοπόρος και συστηματικός ερευνητής του ελληνικού θεάτρου σκιών, του Καραγκιόζη.[3]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικογενειακό περιβάλλον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Τζούλιο Καΐμη γεννήθηκε στην πόλη της Κέρκυρας το 1897, από γονείς Ρωμανιώτες, σε ένα αρχοντικό σπίτι δίπλα από την εβραϊκή συναγωγή «Γκρέκα». Πατέρας του ήταν ο διαπρεπής εβραιολόγος και δάσκαλος Μωυσής Χαΐμης (1864-1929) και μητέρα του η Φανή Γιασουλά (†1951), απόγονος εμπορικής οικογένειας από τα Ιωάννινα. Ο Τζούλιο ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας, που είχε άλλα δυο, τον Αιμίλιο, και τη Ραχήλ.[4] [1]

Το οικογενειακό περιβάλλον του Καΐμη, από το οποίο επηρεάστηκε σημαντικά, ήταν άνετο από οικονομική άποψη και με πολλά πνευματικά ερεθίσματα. Ο Μωυσής Χαΐμης, που είχε συναναστροφή με σπουδαίους ανθρώπων των γραμμάτων (όπως οι Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Λορέντζος Μαβίλης, Αλέξανδρος Πάλλης, Βλάσης Γαβριηλίδης, Ανδρέας Καρκαβίτσας και Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), εξέδιδε στην Κέρκυρα το περιοδικό Ο Ισραηλίτης Χρονογράφος και αργότερα στη Αθήνα, έπειτα από την εγκατάσταση της οικογένειας στην πρωτεύουσα (το 1906), το περιοδικό Ισραηλιτική Επιθεώρησις (1912-1916), έντυπα τα οποία είχαν ως συνεργάτες και ορθόδοξους και καθολικούς χριστιανούς. Ως ακραιφνής δημοτικιστής συνεργαζόταν με το περιοδικό Ο Νουμάς, ενώ ενδέχεται να είχε εμπλοκή και στα Ευαγγελικά, τα αιματηρά επεισόδια της Αθήνας (1901) με αφορμή την απόδοση των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα από τον Αλ. Πάλλη.[5] Πολιτικά, ο Μωυσής Χαΐμης είχε συνταχθεί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ξεκόβοντας από τη συντηρητική παράδοση των ομοθρήσκων του αστών.[4]

Σπουδές, καλλιτεχνική και ερευνητική δραστηριότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζούλιο Καΐμη σπούδασε ζωγραφική στο Σχολείον των Τεχνών (προκάτοχος της ΑΣΚΤ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με καθηγητές τους Δημήτρη Γερανιώτη, Γεώργιο Ιακωβίδη και Σπύρο Βικάτο.[6] Από το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920 και μετά, καταγράφεται ως ανταποκριτής της Ιταλικής εφημερίδας La Tribuna στη Ρώμη, ως συνδαιτυμόνας του Άγγελου Σικελιανού στις πρώτες Δελφικές Γιορτές (1927), ως καλλιτεχνική δύναμη στο "Άσυλο Τέχνης" του Νίκου Βέλμου, στο περιοδικό "Φραγκέλιο" του οποίου το 1928 πρωτοδημοσιεύεται η μετάφραση του Καΐμη κατευθείαν από τα Σανσκριτικά: "Οι έξη κανόνες της ινδικής ζωγραφικής" του Ινδού καλλιτέχνη Abanidranath Tagore. Στο "Άσυλο Τέχνης" γνωρίζεται με το ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Στα χρόνια της Σ.Κ.Τ. συνδέεται με τον Φώτη Κόντογλου ο οποίος στα 1929 τον εισάγει στο χώρο των γραμμάτων αλλά και των "μυεί" στην κοινωνία του Άθω. Μέσα από το περιοδικό το "3ο Μάτι" του Στρατή Δούκα αναπτύσει προσωπική σχέση με το ζωγράφο και χαράκτη Νίκο Χατζηκυριάκο - Γκίκα και μέσω του Δούκα στα 1932 γνωρίζει τον Γερμανό ζωγράφο Klaus Vrieslander (1909-1944) με τον οποίον θα δημιουργήσουν τρία βιβλία: Το "αραβικό διήγημα" Ο Άτυχος Γάμος, Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα και το βασικό έργο του Καΐμη τη μελέτη του δηλαδή πάνω στο Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Το 1934 περιπλανήθηκε πεζός στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο. Οι εντυπώσεις των περιπλανήσεων αυτών καταγράφονται σε άρθρα του που δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά της εποχής κατά τα έτη 1938-1939. Από το 1954 έως το 1957 φαίνεται να υπήρξε ευκαιριακός συνεργάτης διάφορων περιοδικών όπως το ιταλικό περιοδικό Olympio και λογοτεχνικό περιοδικό Cinzia της Φλωρεντίας. Επίσης δημοσιεύει μεταφρασμένη ποίηση του Φοίβου Δέλφη από τα Ελληνικά στα Ιταλικά και μεταφράζει ξένη ποίηση από τα Ιταλικά, γλώσσα η οποία υπήρξε και η μητρική του, στα Ελληνικά. Η κύρια μέριμνα του Καΐμη και αυτό που τον απασχόλησε μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν το Ελληνικό Θέατρο Σκιών.

Ο Τζούλιο Καΐμη πέθανε στις 30 Ιανουαρίου 1982 σε μικρή απόσταση από το σπίτι του στη Ριζούπολη από καρδιακό επεισόδιο.

Εικαστικός καλλιτέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καιμής Paint1.jpg

Ο Καΐμη φιλοτέχνησε πολλούς ζωγραφικούς πίνακες τους οποίους χάριζε και σπάνια πουλούσε, χρησιμοποιώντας ευτελή υλικά και ζωγραφίζοντας σε καφενεία και ταβέρνες. Το 1995, εβδομήντα συνολικά έργα του, λάδια και ακουαρέλες, εκτέθηκαν σε μια αναδρομική έκθεση στο Εβραϊκό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Τα έργα της έκθεσης στη συνέχεια συμπεριλήφθηκαν σε λεύκωμα των εκδόσεων Caratzas με εισαγωγή του Μισέλ Φάις. Η τοπιογραφία του Καίμη τοποθετείται στο πλαίσιο της υπαιθριστικής ζωγραφικής δημιουργώντας έντονη αίσθηση του ανοιχτού χώρου και με έμφαση στην εκφραστικότητα του χρώματος, υπάγοντας την με αυτό τον τρόπο στον "εξπρεσιονιστικό υπαιθρισμό".

Ο τρόπος απεικόνισης των πορτρέτων του Καΐμη είναι ρεαλιστικός. Η πιστότητα στην απεικόνιση του εικονιζόμενου συνδυάζεται με τη μελέτη του χαρακτήρα και της ψυχικής του διάθεσης. Η ζωγραφική του Καΐμη ουδέποτε διαμορφώθηκε από τις ορίζουσες κάποιου ιδεολογικού και αισθητικού πλαισίου, δεν υπαγορεύτηκε από κοινωνικές αναγκαιότητες ούτε απευθυνόταν σε κάποια κοινωνική ομάδα.

Ο Ελληνικός Καραγκιόζης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1935 δημοσιεύτηκε από τις "Ελληνικές Τέχνες" η μελέτη του Καΐμη για τον Καραγκιόζη -γραμμένη στα γαλλικά ως συνήθιζε να γράφει η τότε ελίτ- η οποία αποτελεί το βασικότερο ερευνητικό του εγχείρημα. Ερευνά την καταγωγή του θεάτρου σκιών και την εξέλιξη του, συνομιλεί με τους δασκάλους αυτής της τέχνης, επισυνάπτει έναν κατάλογο με τα ονόματα των πιο φημισμένων καλλιτεχνών του Ελληνικού Καραγκιόζη, από την εποχή της εμφάνισης του στην Ελλάδα το 1860 έως το 1935. Ο Ηλίας Πετρόπουλος αναφέρει στο βιβλίο του "Υπόκοσμος και Καραγκιόζης" ότι ο Καΐμης ήταν ο μελετητής που έγραψε για τον Καραγκιόζη τα πιο όμορφα πράγματα. Η πίστη του Καΐμη για αυτήν του τη μελέτη, τον οδήγησε σε επιτόπια λαογραφική έρευνα, μέσω της οποίας συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε πρωτογενές υλικό, περιπλανώμενος σε χωριά της Αττικής και της Πελοποννήσου. Ήρθε σε επαφή με καραγκιοζοπαίχτες, κατέγραψε μαρτυρίες, συνέλεξε πληροφορίες για τη ζωή τους, κατανοώντας έτσι τον τρόπο που χρησιμοποιούν τη σάτιρα για να διακωμωδήσουν την πραγματικότητα της εποχής τους.Έτσι, ο Καΐμης μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος Έλληνας μελετητής που ασχολήθηκε συστηματικά με την ιστορία και την εξέλιξη του ελληνικού θεάτρου σκιών, συλλαμβάνοντας το ως ένα πολύπλευρο πολιτιστικό φαινόμενο, με διαστάσεις ιστορικές, κοινωνιολογικές και αισθητικές.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (1934) Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα. Με τον Klaus Vrieslander. Αθήνα. Επανέκδοση: Ακρίτας, Αθήνα 1997. (Πρόλογος: Άρης Κωνσταντινίδης. Επιμέλεια: Μισέλ Φάις). ISBN 978-9603280682.
  • (1948) Βασικές θεωρίες γύρω από τις αρχές της τέχνης, εμπνευσμένες από δέκα σονέτα του Μιχαήλ Αγγέλου. Αθήνα.
  • (1954) Βιβλικές ιστορίες. Αθήνα: Εργαστήριο Γραφικών Τεχνών Στέφανου Ταρουσόπουλου
  • (1975) Παραδόσεις. Εικονογράφηση: Τζ. Καΐμη, Φώτης Κόντογλου, Γιώργος Γλιάτας, Γιάννης Παπαδέλλης, Σπύρος Βασιλείου, Μ. Κοφινάς. Αθήνα. (Εμπλουτισμένη επανέκδοση των Βιβλικών ιστοριών).
  • (1979) Μύθοι. Αθήνα: Τυπογραφείο Κώστα Κουλουφάκου. (Με εικονογράφηση από διάφορους καλλιτέχνες).
  • (2005) Γύρω στο αίσθημα του ωραίου. Εισαγωγή: Σάββας Μιχαήλ. Επίμετρο: Μισέλ Φάις. Αθήνα: Γαβριηλίδης. ISBN 960-336-122-4.  Γράφτηκε το 1944-46.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσθετη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]