Τζοβάννι Σεγκαντίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τζοβάννι Σεγκαντίνι
Segantini 1878.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Giovanni Segantini (Ιταλικά)
Γέννηση15  Ιανουαρίου 1858[1][2][3][4][5][6][7]
Άρκο[8][9]
Θάνατος28  Σεπτεμβρίου 1899[1][2][3][4][5][6][7]
Pontresina
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Ιταλίας (1861–1899)
Αυστροουγγαρία
Εκπαίδευση και γλώσσες
ΣπουδέςΑκαδημία καλών τεχνών της Μπρέρα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταζωγράφος
Αξιοσημείωτο έργοA Goat with her Kid
The Evil Mothers
Οικογένεια
ΤέκναGottardo Guido Segantini
Μάριο Σεγκαντίνι
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Τζοβάννι Σεγκαντίνι (Giovanni Segantini, 15 Ιανουαρίου 185828 Σεπτεμβρίου 1899) ήταν Ιταλός ζωγράφος, γνωστός για τις μεγάλες ποιμενικές του τοπιογραφίες των Άλπεων. Υπήρξε ένας από τους γνωστότερους ζωγράφους στην Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα[10] και τα έργα του συλλέγονταν από μεγάλα μουσεία. Στην ύστερη περίοδό του έργου του συνδύασε την τεχνοτροπία του ντιβιζιονισμού με συμβολιστικές εικόνες από τη φύση. Εργάσθηκε στην Ελβετία κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζοβάννι Μπαττίστα Εμανουέλε Μαρία Σεγκατίνι (Segatini, όπως ήταν αρχικώς το επώνυμό του) γεννήθηκε στο Άρκο του Τρεντίνο, που ανήκε τότε στην Κομητεία του Τυρόλου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Αργότερα άλλαξε το επώνυμό του προσθέτοντας ένα «n» μετά το «a».[11] Γονείς του ήταν ο Αγκοστίνο Σεγκατίνι (1802-1866) και η Μαργαρίτα Ντε Τζιράρντι (1828-1865). Πριν τον Τζοβάννι είχαν αποκτήσει άλλο ένα παιδί, τον Λοντοβίκο, που πέθανε σε μία πυρκαγιά τη χρονιά που γεννήθηκε ο Τζοβάννι. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Τζοβάννι, ο πατέρας του ταξίδευε πολύ ως έμπορος και το παιδί περνούσε τη ζωή του με τη μητέρα του, η οποία είχε βαριά κατάθλιψη εξαιτίας του θανάτου του Λοντοβίκο.[12] Αυτά τα χρόνια πέρασαν μέσα στη φτώχια και την πείνα, εξαιτίας της αδυναμίας της μητέρας του να αντιμετωπίσει τη ζωή.

Την άνοιξη του 1865 η μητέρα του Τζοβάννι πέθανε μετά από επιδείνωση της υγείας της τα τελευταία της χρόνια. Ο πατέρας του άφησε το επτάχρονο ορφανό στη φροντίδα της Ιρένε, κόρης του από άλλον γάμο, και έφυγε πάλι αναζητώντας εργασία. Πέθανε κι εκείνος ένα έτος αργότερα χωρίς επιστρέψει πια. Χωρίς περιουσία και χρήματα από τον πατέρα της, η Ιρένε ζούσε σε ακραία φτώχια.

Η Ιρένε έλπιζε να βελτιώσει τη ζωή τους μεταναστεύοντας στο Μιλάνο και είχε κάνει αίτηση να αλλάξουν υπηκοότητα. Από λάθος όμως ή έλλειψη χρόνου να ασχοληθεί, έχασαν την αυστριακή υπηκοότητα χωρίς να πάρουν την ιταλική, οπότε έμειναν απάτριδες.[13] Μόνο αφού είχε πλέον γίνει διάσημος ο Τζοβάννι, η Ελβετία του προσέφερε υπηκοότητα αρκετές φορές, αλλά εκείνος αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η Ιταλία ήταν η αληθινή πατρίδα του.[14] Μετά τον θάνατό του πάντως η ελβετική κυβέρνηση του απένειμε την ελβετική υπηκοότητα.

Ο μικρός Τζοβάννι έφυγε από την επίβλεψη της αδελφής του και βρέθηκε αργότερα να ζει στους δρόμους του Μιλάνου. Η αστυνομία τον έβαλε σε ίδρυμα, όπου έμαθε τσαγκάρης. Μπόρεσε όμως να μάθει να διαβάζει και να γράφει μετά τα 30 του. Ευτυχώς, ένας ιερέας στο ίδρυμα πρόσεξε ότι μπορούσε να σχεδιάζει αρκετά καλά, και ενεθάρρυνε αυτό το ταλέντο προκειμένου να τονώσει την αυτοεκτίμηση του παιδιού.

Ωστόσο, ο Τζοβάννι είχε και άρρενα ετεροθαλή αδελφό, τον Ναπολεόν, που το 1873 ήρθε και τον ανέλαβε από το ίδρυμα. Το επόμενο έτος έζησαν μαζί στο Τρεντίνο, όπου ο Ναπολεόν είχε τη δική του δουλειά, ένα φωτογραφικό στούντιο, οπότε ο Τζοβάννι έμαθε τα βασικά αυτής της νέας τέχνης. Αργότερα θα την εφάρμοζε προκειμένου να καταγράφει σκηνές που ενσωμάτωνε στους πίνακές του.[15]

Σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σεγκαντίνι το 1890

Το 1874 ο Τζοβάννι Σεγκαντίνι επέστρεψε στο Μιλάνο και παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στην Ακαδημία της Μπρέρα. Εκεί έγινε φίλος με μέλη ενός κινήματος γνωστού ως Scapigliatura, εικαστικούς, λογοτέχνες και μουσικούς που επεδίωκαν να σβήσουν τις διαφορές ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή. Από τους καλύτερους φίλους του εκείνη την εποχή ήταν ο σχεδιαστής Κάρλο Μπουγκάττι και ο ζωγράφος Εμίλιο Λονγκόνι, που επέδρασαν αμφότεροι βαθιά στο έργο και στα ενδιαφέροντά του.[16]

Ο πρώτος σημαντικός πίνακας του Σεγκαντίνι, «Το Ιερό Βήμα του Αγίου Αντωνίου», προσέχθηκε για τη δύναμη της ποιότητάς του και το 1879 αγοράσθηκε από τη Società per le Belle Arti του Μιλάνου. Αυτό το έργο προσέλκυσε την προσοχή του γκαλερίστα (και ζωγράφου) Βιττόρε Γκρουμπίτσυ ντε Ντράγκον (Vittore Grubicy de Dragon), ο οποίος έγινε ο σύμβουλός του, ο ατζέντης του και ο οικονομικός υποστηρικτής του για όλη του τη ζωή. Ο Γκρουμπίτσυ και ο αδελφός του Αλμπέρτο, συνιδιοκτήτης της γκαλερί, γνώρισαν στον Σεγκαντίνι τα έργα των Άντον Μάουβε και Ζαν Φρανσουά Μιγέ, που επηρέασαν το έργο του Σεγκαντίνι για πολλά χρόνια.[17]

Ο Σεγκαντίνι γνώρισε και την αδελφή του Μπουγκάττι, τη Λουιτζία Πιερίνα Μπουγκάττι (1862-1938), γνωστή ως «Bice», και άρχισε ένας ισόβιος έρωτας μεταξύ τους. Αν και προσπάθησαν να παντρευτούν το επόμενο έτος, ο Σεγκαντίνι ως άπατρις δεν μπορούσε να προσκομίσει τα απαραίτητα έγγραφα. Απεφάσισαν έτσι να ζήσουν μαζί ως ανύπαντρο ζευγάρι. Αυτό τους οδήγησε σε συχνές συγκρούσεις με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, που κυριαρχούσε εκεί εκείνη την εποχή, οπότε υποχρεώθηκαν να μετεγκαθίστανται σε άλλο μέρος κάθε λίγα έτη ώστε να αποφύγουν την τοπική καταδίκη.[18]

Το 1880 μετακόμισαν στο χωριό Πουζιάνο της Επαρχίας του Κόμο και λίγο αργότερα στο Καρέλλα, όπου μοιράζονταν ένα σπίτι με τον φίλο τους Λονγκόνι.[19] Σε αυτό το ορεινό τοπίο ο Σεγκαντίνι άρχισε να ζωγραφίζει στο ύπαιθρο. Τότε ζωγράφισε την πρώτη εκδοχή του «Ave Maria», έργο που κέρδισε χρυσό μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση του 1883 στο Άμστερνταμ. Καθώς γινόταν όλο και πιο γνωστός, ο Σεγκαντίνι συνήψε επίσημη συμφωνία με τους Γκρουμπίτσυ να είναι οι μοναδικοί αντιπρόσωποι των έργων του. Παρότι αυτό επέτρεψε μεγαλύτερη ελευθερία στον ζωγράφο να αφοσιωθεί στην τέχνη του, οι αγοραστές αργούσαν συστηματικά να πληρώνουν. Η πάλη με τη σχετική ανέχεια συνεχίσθηκε έτσι για χρόνια ακόμα, καθώς η Bice γέννησε τέσσερα παιδιά: τον Γκοττάρντο (1882-1974), τον Αλμπέρτο (1883-1904), τον Μάριο (1885-1916) και την Μπιάνκα (1886-1980). Χρειάσθηκε να προσλάβουν μια νεαρή νταντά, την Μπαρμπάρα («Μπάμπα») Ούφφερ, που έγινε και το καλύτερο μοντέλο του ζωγράφου[20], σε σημαντικά έργα, όπως το «Μητέρες», το «Μετά από θύελλα στις Άλπεις» κ.ά..

Το 1886 ο Σεγκαντίνι αναζήτησε ένα φθηνότερο μέρος για να ζήσουν και, γοητευμένος από το τοπίο, αποφάσισε και μετακόμισαν στο Σαβονέν της νότιας Ελβετίας. Από τον Νοέμβριο του 1886 ως τον Μάρτιο του 1887, ο Β. Γκρουμπίτσυ έμεινε μαζί τους στο νέο τους σπιτικό. Συναρπασμένος από τα πρόσφατα έργα του Άντον Μάουβε και άλλων, ο Β. Γκρουμπίτσυ πρότεινε στον Σεγκαντίνι να διαχωρίσει τα χρώματά του για να αυξήσει τη φωτεινότητα στα έργα του.[21] Ο ζωγράφος εφάρμοσε αυτή τη συμβουλή σε μία δεύτερη εκδοχή του «Ave Maria», όπου εφάρμοσε για πρώτη φορά την τεχνοτροπία του ντιβιζιονισμού.[22] Η τόλμη αυτή επιδοκιμάστηκε αμέσως από τους φιλότεχνους, και ο Σεγκαντίνι τιμήθηκε με χρυσά μετάλλια στο Μόναχο (για το «Μεσημέρι στις Άλπεις») και στο Τορίνο (για το «Όργωμα»). Το 1893 η Walker Art Gallery στο Λίβερπουλ αγόρασε το έργο του «Η τιμωρία της λαγνείας».

«Μεσημέρι στις Άλπεις», 1891, Μουσείο Σεγκαντίνι, Σαιν Μόριτς

Πιστεύεται ότι ο Γκρουμπίτσυ γνώρισε τότε στον ζωγράφο και την έννοια του συμβολισμού.[23]

Στην έκθεση «Salon des XX» το 1890 στις Βρυξέλλες, δόθηκε στον Σεγκαντίνι μία ολόκληρη αίθουσα για τα έργα του, μια τιμή που γινόταν μόνο σε μεγάλους ζωγράφους, όπως στους Σεζάν και Γκωγκέν. Παρά το ότι η φήμη του είχε αυξηθεί σε όλη την Ευρώπη, δεν μπόρεσε ποτέ να επισκεφθεί εκθέσεις σε άλλες χώρες, καθώς δεν είχε διαβατήριο καμιάς χώρας ως άπατρις. Μετακόμισε μόνο, με την οικογένειά του, στην κοιλάδα Ενγκαντίν (υψόμετρο 1.815 μέτρα), σε άλλο μέρος της Ελβετίας.[24] Εκεί οι υψηλές ορεινές διαβάσεις και το καθάριο φως έγιναν το βασικό του θέμα για τα επόμενα πέντε έτη.

Επίσης, αφότου μετακόμισε ψηλότερα στα βουνά άρχισε να μελετά φιλοσοφία, επικεντρωνόμενος σε συγγραφείς που αναζητούσαν το νόημα της ζωής και τη θέση του ανθρώπου στον φυσικό κόσμο. Μελέτησε τους Μωρίς Μαίτερλινκ, Ντ' Ανούντσιο, Γκαίτε και ιδίως τον Νίτσε: συναρπάστηκε τόσο με τον τελευταίο, ώστε σχεδίασε μια εικονογράφηση για την πρώτη ιταλική μετάφραση του `Ετσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.[25]

Σύντομα μετά την άφιξή του, γνώρισε και τον Τζοβάννι Τζακομέττι, τον πατέρα του Αλμπέρτο Τζακομέττι και επίσης καλλιτέχνη. Ο Τζοβάννι Τζακομέττι θα ζωγράφιζε αργότερα ένα πορτρέτο του θνήσκοντος Σεγκαντίνι και θα ολοκληρωνε μερικά από τα ημιτελή έργα του Σεγκαντίνι μετά τον θάνατο του τελευταίου.[26] Ο Σεγκαντίνι συνάντησε επίσης και αλληλογράφησε πολύ με τον Τζουζέπε Πελίτσα, του οποίου θαύμαζε τις χρωματικές τεχνικές.[27]

«Οι κακές μάνες», 1894, Kunsthaus Ζυρίχης

Ο Σεγκαντίνι συνέχισε να κερδίζει σε φήμη στην Ιταλία και το 1894 το Castello Sforzesco στο Μιλάνο οργάνωσε αναδρομική έκθεση με ενενήντα έργα του. Στην πρώτη στην ιστορία Μπιενάλε της Βενετίας το 1895, ο Σεγκαντίνι τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιταλικού Κράτους για τον πίνακά του «Επιστροφή στην πατρίδα». Μια ολόκληρη αίθουσα τού αφιερώθηκε στην έκθεση Secession του Μονάχου το 1896.

Το 1897 ανατέθηκε στον Σεγκαντίνι από μία ομάδα τοπικών ξενοδοχείων να φιλοτεχνήσει ένα πελώριο πανόραμα της κοιλάδας Ενγκαντίν, που θα το εγκαθιστούσαν σε μία ειδικά κατασκευασμένη κυκλική αίθουσα στην Παγκόσμια έκθεση των Παρισίων το 1900.[28] Για αυτόν τον σκοπό, ο καλλιτέχνης εργάσθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο ύπαιθρο, πάνω σε μεγάλους καμβάδες. Ωστόσο, προτού ολοκληρωθεί, η κλίμακά του έπρεπε να περιορισθεί για οικονομικούς λόγους. Ο Σεγκαντίνι αναθεώρησε τότε το «κόνσεπτ» σε ένα μεγάλο τρίπτυχο, με τίτλους «Ζωή», «Φύση» και «Θάνατος», που σήμερα είναι το διασημότερο έργο του και το οποίο συνέχισε να δουλεύει μέχρι τον θάνατό του.

Η σημασία του Σεγκαντίνι ως διεθνούς ζωγράφου εδραιώθηκε περαιτέρω το ίδιο έτος, όταν το αυστριακό κράτος χρηματοδότησε μία πολυτελή μονογραφία με θέμα το έργο του.[29] Μουσεία σε όλη την Ευρώπη ανταγωνίζονταν για να αγοράσουν έργα του, όπως το «Η παρηγορία της Πίστεως» (αγοράσθηκε από την Αίθουσα Τέχνης Αμβούργου) και το «Οι κακές μάνες» (που πήγε στη στη Βιέννη).

Ανυπομονώντας να τελειώσει το τρίτο μέρος του τριπτύχου του, τη «Φύση», ο Σεγκαντίνι επέστρεψε στο μεγάλο υψόμετρο των βουνών κοντά στο Σάφμπεργκ. Ο έντονος ρυθμός του έργου του μαζί με το μεγάλο υψόμετρο επηρέασαν όμως την υγεία του και στα μέσα Σεπτεμβρίου αρρώστησε με οξεία περιτονίτιδα. Δύο εβδομάδες αργότερα πέθανε, σε ηλικία 41 ετών. Η συντρόφισσά του Bice και ο γιος του Μάριο ήταν μαζί του στις τελευταίες του στιγμές.

Στα τέλη Νοεμβρίου του 1899 μία έκθεση των έργων του έγινε στη μνήμη του στο Μιλάνο, ενώ δύο χρόνια αργότερα η μεγαλύτερη αναδρομική έκθεση έργων του μέχρι και σήμερα έλαβε χώρα στη Βιέννη. Το 1908 ιδρύθηκε το Μουσείο Σεγκαντίνι στο Σαιν Μόριτς της Ελβετίας, με αρχιτεκτονικό σχέδιο εμπνευσμένο από ένα από τα σκίτσα για το περίπτερο του Πανοράματος του Ενγκαντίν.[30]

Η θεματική του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Σεγκαντίνι αντιπροσωπεύει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την πεμπτουσία της μεταβάσεως από την παραδοσιακή τέχνη του 19ου αιώνα στις μεταβαλλόμενες τεχνοτροπίες και ενδιαφέροντα του 20ού αιώνα. Αρχίζοντας με απλές σκηνές των ανθρώπων της γης (γεωργών και βοσκών), μετακινήθηκε προς τον συμβολισμό συνεχίζοντας να ενσωματώνει στο έργο του τα τοπία γύρω του.[31] Στην πορεία του βίου του μετατοπίσθηκε από το φυσικό και συναισθηματικό εσωτερικό στις μεγαλόπρεπες απεικονίσεις του τοπίου των βουνών, όπου επέλεξε να ζει.

Η φύση και ο σύνδεσμος των ανθρώπων με τη φύση αποτελούν τα κεντρικά θέματα της τέχνης του Σεγκαντίνι. Μετά την εγκατάστασή του στα βουνά, έγραψε: «Εργάζομαι τώρα με πάθος προκειμένου να αποσπάσω βίαια το μυστικό του πνεύματος της Φύσεως από εκείνη. Η Φύση εκφέρει τον αιώνιο λόγο προς τον καλλιτέχνη: έρωτας, έρωτας. Και η γη τραγουδά τη ζωή κάθε άνοιξη, και η ψυχή των πραγμάτων ξαναξυπνάει».[32]

Ο πίνακάς του «Έρωτας στην πηγή της ζωής» (1896, σήμερα στην Galleria Civica d'Arte Moderna του Μιλάνου) υποδεικνύει τη φιλοσοφική προσέγγιση του Σεγκαντίνι στην τέχνη του: σε ένα ορεινό τοπίο κοντά στο σπίτι του, το έργο αυτό απεικονίζει έναν άγγελο με μεγάλες φτερούγες απλωμένες πάνω από έναν μικρό καταρράκτη. Κάπου μακριά δύο εραστές, ντυμένοι με λευκούς χιτώνες, περπατούν σε ένα μονοπάτι προς τα εκεί. Γύρω τους υπάρχουν άνθη που θα θεωρούνταν από το κοινό της εποχής ως σύμβολα του έρωτα και της ζωής.[33]

Ο ίδιος ο καλλιτέχνης είχε χαρακτηρίσει το έργο του ως «νατουραλιστικό συμβολισμό».[34]

Εικονοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 28  Απριλίου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 «Giovanni Segantini». RKDartists. 71781.
  3. 3,0 3,1 3,2 «Giovanni Battista Emmanuele Maria Segantini». SIKART. 4000079.
  4. 4,0 4,1 4,2 (Αγγλικά) Benezit Dictionary of Artists. 2006. B00166967. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017. ISBN-13 978-0-19-977378-7.
  5. 5,0 5,1 5,2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Giovanni-Segantini. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  6. 6,0 6,1 6,2 (Αγγλικά) SNAC. w6v41q3c. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  7. 7,0 7,1 7,2 (Γερμανικά) Brockhaus Enzyklopädie. segantini-giovanni. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  8. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 24  Ιουνίου 2015.
  9. «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) Great Russian Entsiklopedia, JSC. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 28  Σεπτεμβρίου 2015.
  10. Rapetti, σελ. 236
  11. Stutzer, σελ. 13
  12. Bachmann, σελ. 16
  13. Stutzer, σελ. 13
  14. Bachmann, σελ. 144
  15. Bachmann, σελ. 22
  16. Bachmann, σελ. 197
  17. Fraquelli, σελ. 22
  18. Fraquelli, σελ. 24
  19. Fraquelli, σελ. 163
  20. Bachmann, σελ. 27
  21. Fraquelli, σελ. 14
  22. Bachman, σελ. 160
  23. Montreal, σελ. 37
  24. Bachmann, σελ. 160
  25. Gibson, σελ. 198
  26. Bachmann, σελ. 160
  27. Gibson, σελ. 198
  28. Fraquelli, σελ. 163
  29. Ritter, 1897
  30. Stutzer (1999), σελ. 204
  31. Bachmann, σελ. 35
  32. Leykauf-Segantini, σελ. 180
  33. Gibson, σελ. 198
  34. Quinsac, σελ. 40

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bachmann, Dieter, Guido Magnaguagno, Sam Keller, Ulf Küster: Segantini, Hatje Cantz Verlag, Otsfildern 2011
  • Belli, G. & Annie-Paule Quinsac: Segantini. La vita, la natura, la morte. Disegni e dipint, Skira, Μιλάνο 1999
  • Fondation Beyeler: Segantini: Mountain Worlds, Fondation Beyeler, 2011, ISBN 978-3-7757-2765-5
  • Fraquelli, Simonetta κ.ά.: Radical Light: Italy's Divisionist Painters, 1891-1910, National Gallery, Λονδίνο 2008
  • Gibson, Michael: Symbolism, Taschen, Κολωνία 1995
  • ‘‘Dizionario degli Artisti Italiani Viventi: pittori, scultori, e Architetti’’, του Angelo de Gubernatis. Tipe dei Successori Le Monnier, 1889, σσ. 465-468.
  • Heslewood, Juliet: Lover: Portraits by 40 great artists, Frances Lincoln, Λονδίνο 2011, ISBN 978-0-7112-3108-5
  • Leykauf-Segantini, Gioconda: Giovanni Segantini, 1858-1899: Aus Schriften und Briefen / Da scritti e lettere, Innquell Verlag, 2000
  • Montreal Museum of Fine Arts: Lost Paradise: Symbolist Europe, 1995
  • Quinsac, Annie-Paule: Giovanni Segantini 1858-1899, Kunsthaus, Ζυρίχη 1990
  • Quinsac, Annie-Paule and Robert Rosenblum: Giovanni Segantini: Luce & Simbolo / Light & Symbol 1884-1899, Skira, Μιλάνο 2001
  • Rapetti, Rodolphe: Symbolism, Flammarion, Παρίσι 2005
  • Ritter, William: Giovanni Segantini, Verlag der Gesellschaft für vervielfältigende Kunst, Βιέννη 1897
  • Stutzer, Beat κ.ά.: Giovanni Segantini, Hatje Cantz Verlag, Otsfildern 1999
  • Stutzer, Beat: Das Segantini Museum, Scheidegger & Spiess, Ζυρίχη 2008
  • Villari, Luigi: Giovanni Segantini, BiblioLife, 2009 (ανατύπωση της εκδ. του 1901)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Giovanni Segantini της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).