Τζαν Τσιάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τζαν Τσιάν
ZhangQianTravels.jpg
Ο Τζαν Τσιάν αποχωρόντας από την αυλή του αυτοκράτορα Γου των Χαν, για την εξερευνητική του αποστολή στην Κεντρική Ασία από 138 έως 126 π.Χ. Τοιχογραφία από τα σπήλαια Μογκάο 618-712.
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 28  Σεπτεμβρίου 200 π.Χ.
Χάνζονγκ
Θάνατος 18  Ιουλίου 114 π.Χ.
Κίνα
Εθνικότητα Κινέζοι Χαν
Υπηκοότητα Δυναστεία Χαν
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα εξερευνητής
διπλωμάτης
πολιτικός

Ο Τζαν Τσιάν (Κινέζικα: 張騫, Zhang Qian)[1] ήταν ένας Κινέζος αξιωματούχος και διπλωμάτης που διετέλεσε αυτοκρατορικός απεσταλμένος στον κόσμο έξω από την Κίνα στα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. κατά την περίοδο της δυναστείας των Χαν. Ήταν ο πρώτος επίσημος διπλωμάτης που έφερε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την Κεντρική Ασία στην Κινεζική αυτοκρατορική αυλή, τότε υπό τον Αυτοκράτορα Γου Χαν, και διαδραμάτισε σημαντικό πρωτοποριακό ρόλο στην Κινεζική αποικιοκρατία και την κατάκτηση της περιοχής που σήμερα είναι γνωστή ως Σιντσιάνγκ.

Το όνομα Τζαν Τσιάν (πινγίν: Zhāng Qiān) γραμμένο με Παραδοσιακούς (πάνω) και Απλοποιημένους Κινέζικους χαρακτήρες.

Σήμερα τα ταξίδια του Τζαν Τσιάν συσχετίζονται με τη διηπειρωτική εμπορική διαδρομή, το Δρόμο του Μεταξιού. Στην ουσία, με τις αποστολές του ανοίχτηκαν στην Κίνα πολλά βασίλεια και προϊόντα από ένα μέρος του κόσμου που ήταν τότε άγνωστο στους Κινέζους. Οι απολογισμοί του Τζαν Τσιάν για τις εξερευνήσεις του στην Κεντρική Ασία περιγράφονται λεπτομερώς στα πρώιμα ιστορικά χρονικά των Χαν, Εκθέσεις του Μεγάλου Ιστορικού, με επιμέλεια του Σίμα Τσιεν τον 1ο αιώνα π.Χ. Τα Κεντρικασιατικά τμήματα των διαδρομών του Δρόμου του Μεταξιού επεκτάθηκαν περί το 114 π.Χ. σε μεγάλο βαθμό μέσα από τις αποστολές και τις εξερευνήσεις του Τζαν Τσιάν.[2] Σήμερα ο Τσιάν θεωρείται εθνικός ήρωας και χαίρει θαυμασμού για το βασικό ρόλο που έπαιξε στο άνοιγμα της Κίνας προς τον κόσμο των εμπορικών συναλλαγών.

Οι Αποστολές του Τζαν Τσιάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Τζαν Τσιάν στο Ιστορικό Μουσείο Σαανσί, Σιάν

Ο Τζαν Τσιάν γεννήθηκε στην περιοχή Τσένγκου ανατολικά του Χάνζονγκ στην βόρεια-κεντρική επαρχία Σαανσί, Κίνα.[3] Εισήλθε στην πρωτεύουσα, Τσανγκάν, το σημερινό Σιάν, μεταξύ 140 π.Χ-134 π. Χ. ως Ευγενής (郎), που υπηρετεί τον Αυτοκράτορα Γου της Δυναστείας των Χαν. Εκείνη την περίοδο οι νομαδικές φυλές Σιόνγκνου κατείχαν ότι είναι τώρα η Εσωτερική Μογγολία και κυβερνούσαν τις Δυτικές Περιοχές, Σιγιού (西域), που ήταν γειτονικές στην επικράτεια της Δυναστείας των Χαν. Ο αυτοκράτορας των Χαν ενδιαφερόταν για τη δημιουργία εμπορικών δεσμών με μακρινές χώρες αλλά οι εξωτερικές επαφές παρεμποδίζονταν από τους εχθρικούς Σιόνγκνου.

Η αυλή των Χαν απέστειλε τον Τζαν Τσιάν, έναν αξιωματικό του στρατού που ήταν εξοικειωμένος με τους Σιόνγκνου, στις Δυτικές Περιοχές το 138 π.Χ. με μια ομάδα από ενενήντα εννέα άντρες για να κάνει επαφή και να οικοδομήσει μια συμμαχία με τους Γιουεζί κατά των Σιόνγκνου. Συνοδευόταν από έναν οδηγό με το όνομα Γκανφού (甘父), έναν Σιόνγκνου που αιχμαλωτίστηκε στον πόλεμο.[4] Ο στόχος της πρώτης αποστολής του Τζαν Τσιάν ήταν να επιδιώξει στρατιωτική συμμαχία με τους Γιουεζί,[5] στο σημερινό Τατζικιστάν. Ωστόσο, για να φτάσει στην επικράτεια των Γιουεζί έπρεπε να περάσει μέσα από περιοχές που ελέγχονταν από τους Σιόνγκνου, οι οποίοι τον συνέλαβαν (και τον Γκανφού) και τον κράτησαν για δέκα χρόνια.[6] Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου παντρεύτηκε μια γυναίκα των Σιόνγκνου, με την οποία απέκτησε ένα γιο, και κέρδισε την εμπιστοσύνη του αρχηγού των Σιόνγκνου.[7][8][9][10][11][12][13]

Ο Τζαν (μαζί με τη γυναίκα του και το γιό του) και ο Γκανφού κατάφεραν τελικά να ξεφύγουν και, περνώντας από το Λοπ Νορ και μετά από το βόρειο άκρο της Λεκάνης Ταρίμ, γύρω από τα Όρη Κουνλούν και μέσα από μικρές οχυρωμένες περιοχές μεταξύ των οάσεων όπου βρίσκεται τώρα το Σιντσιάνγκ, μέχρι που έφτασαν στο Νταγιουάν και, τελικά, στη γη των Γιουεζί. Οι Γιουεζί ήταν αγρότες που είχαν αναπτύξει δυνατά άλογα και πολλές άγνωστες καλλιέργειες όπως τη μηδική για ζωοτροφή. Ωστόσο, οι Γιουεζί ήταν πολύ προκατειλημμένοι σε φιλοπόλεμη διάθεση για τους Σιόνγκνου. Ο Τζαν πέρασε ένα χρόνο στο Γιουεζί και στην γειτονική Βακτριανή περιοχή, καταγράφοντας τον πολιτισμό, τον τρόπο ζωής και την οικονομία τους, προτού ξεκινήσει το ταξίδι επιστροφής του στην Κίνα, αυτή τη φορά μέσα από το νότιο άκρο της Λεκάνης Ταρίμ.[14] Στο δρόμο τον έπιασαν και πάλι οι Σιόνγκνου, οι οποίοι και πάλι του χάρισαν τη ζωή, επειδή εκτίμησαν σε αυτόν την αίσθηση του καθήκοντος και την ηρεμία στο πρόσωπο του θανάτου. Δύο χρόνια αργότερα, ο αρχηγός των Σιόνγκνου πέθανε και εν μέσω του χάους και ων εσωτερικών ερίδων ο Τζαν Τσιάν δραπέτευσε. Από την αρχική αποστολή των περισσότερων από εκατό αντρών, μόνο ο Τζαν Τσιάν και ο Γκανφού κατάφεραβ να επιστρέψουν στην Κίνα.

Ο Τζαν Τσιάν επέστρεψε το 125 π.Χ. με λεπτομερείς ειδήσεις για τον Αυτοκράτορα, δείχνοντας ότι υπάρχουν εξελιγμένοι πολιτισμοί στα Δυτικά, με τους οποίους η Κίνα θα μπορούσε να αναπτύξει επωφελείς σχέσεις. Το Σιτζί αναφέρει ότι «ο Αυτοκράτορας έμαθε για τους Νταγιουάν (大宛), τους Ντάσια (大夏), τους Ανσί (安息), και άλλους, όλες τις μεγάλες πολιτείες πλούσιες σε ασυνήθιστα προϊόντα των οποίων οι άνθρωποι καλλιεργούσαν τη γη και ζούσαν με τον ίδιο τρόπο όπως και οι Κινέζοι. Όλες αυτές οι πολιτείες, όπως του ήπαν, ήταν στρατιωτικά αδύναμες και εκτιμούσαν τα αγαθά και την ευημερία των Χαν».[15] Με την επιστροφή του στην Κίνα ο Τζαν Τσιάν τιμήθηκε με μία θέση ως σύμβουλος του παλατιού.[16] Αν και δεν μπόρεσε να αναπτύξει εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Κίνας και αυτών των μακρινών περιοχών, οι προσπάθειές του τελικά κατέληξαν σε εμπορική αποστολή προς τους ανθρώπους του Γουσουν το 119 π.Χ. που οδήγησε στο εμπόριο μεταξύ της Κίνας και της Περσίας.

Στην αποστολή του ο Τζαν Τσιάν είχε προσέξει τα προϊόντα από μια περιοχή που είναι τώρα γνωστή ως βόρεια Ινδία. Ωστόσο, η δουλειά του ήταν να βρει μια εμπορική διαδρομή προς την Ινδία που να μην παρεμποδίζεται από τους Σιόνγκνου. Ο Τζαν Τσιάν ξεκίνησε μια δεύτερη αποστολή για να ανοίξει μια διαδρομή από την Κίνα προς την Ινδία μέσω του Σιτσουάν, αλλά παρά τις πολλές προσπάθειες απέτυχε. Το 119-115 π.Χ. ο Τζαν Τσιάν στάλθηκε σε μια τρίτη αποστολή από τον αυτοκράτορα, για να αναπτύξει δεσμούς με τους ανθρώπους του Γουσουν (烏孫).[17]

Οι αναφορές του Τζαν Τσιάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tαξίδια προς τη δύση

Οι εκθέσεις από τα ταξίδια του Τζαν Τσιάν αναφέρονται εκτενώς στα 1ου αιώνα π.Χ. Κινέζικα ιστορικά χρονικά "Εκθέσεις του Μεγάλου Ιστορικού" (Σιτζι) από τον Σίμα Τσιεν. Ο Τζαν Τσιάν επισκέφθηκε απευθείας το βασίλειο των Νταγιουάν (大宛) στη Φεργκάνα, την επικράτεια των Γιουεζί (月氏) στην Υπερωξιανή, τη Βακτριανή χώρα των Ντασια (大夏) με τα απομεινάρια της Ελληνο-βακτριανής βασιλείας, και τους Κανγκτζου. Επίσης ανέφερε ορισμένες γειτονικές χώρες που δεν επισκέφθηκε, όπως τους Ανσί (安息) (Αρσακίδεια επικράτεια), τους Τιαοζί (條支/条支) (Αυτοκρατορία των Σελευκιδών στη Μεσοποταμία), τους Σεντού (身毒) (Πακιστάν) και τους Γουσούν (烏孫).

Νταγιουάν (大宛) (Φεργκάνα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χώρες που περιγράφονται στις εκθέσεις του Τζαν Τσιάν. Οι χώρες που επισκέφθηκε επισημαίνονται με μπλε.

Όταν απελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία των Σιόνγκνου, ο Τζαν Τσιάν επισκέφθηκε το Νταγιουάν, που βρίσκεται στην περιοχή Φεργκάνα δυτικά της Λεκάνης Ταρίμ. Οι άνθρωποι των Νταγιουάν περιγράφονταν ως εκλεπτυσμένοι κάτοικοι αστικών περιοχών όπως οι Παρθιανοί και οι Βακτριανοί. Η ονομασία Νταγιουάν θεωρείται μεταγραφή της λέξης Γιόνα, τους απογόνους των Ελλήνων που κατείχαν την περιοχή την περίοδο 4ος - 2ος αιώνας π.Χ. Πιο αληθές είναι ότι πρόκειται για μεταγραφή της λέξης "νταχάε", αφού τα άλογα του παραδείσου ήταν είδος που χρησιμοποιούσε ο Ιρανικός λαός και η ομοσπονδία ήταν καλά γνωστή, συγκριτικά με τη μυθική ελληνική παρουσία. Ήταν κατά τη διάρκεια της παραμονής του που ο Τζαν ανέφερε το περίφημο ψηλό και δυνατό άλογο της Φεργκάνα «Αίμα και ιδρώτας». Η άρνηση των Νταγιουάν να προσφέρουν αυτά τα άλογα στον Αυτοκράτορα Γου των Χαν είχε ως αποτέλεσμα δύο τιμωρητικές εκστρατείες που εξαπέλυσε η Δυναστεία των Χαν για να αποκτήσουν αυτά τα άλογα με τη βία.

«Το Νταγιουάν βρίσκεται νοτιοδυτικά από την επικράτεια των Σιόνγκνου, περίπου 10.000 Λι (5.000 χλμ) κατευθείαν δυτικά της Κίνας. Υπάρχουν άνθρωποι εγκατεστημένοι στη γη, που οργώνουν τα χωράφια και καλλιεργούν ρύζι και σιτάρι. Επίσης μπορούν να φτιάξουν κρασί από σταφύλια. Οι άνθρωποι ζουν σε σπίτια σε οχυρωμένες πόλεις, και υπάρχουν τουλάχιστο εβδομήντα ή περισσότερες πόλεις διαφόρων μεγεθών στην περιοχή. Ο πληθυσμός τους ανέρχεται σε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες» (Σιτζι, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Ρουζι (月氏) (Γιουεζί)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού εξασφάλισε τη βοήθεια του βασιλιά των Νταγιουάν, ο Τζαν Τσιάν κινήθηκε νοτιοδυτικά προς την επικράτεια των Γιουεζί, με τους οποίους επιδίωκε να συνάψει στρατιωτική συμμαχία κατά των Σιόνγκνου.

«Οι Μεγάλοι Γιουεζί ζουν περίπου 2.000 - 3.000 λι (1.000 - 1.500 χλμ.) δυτικά του Νταγιουάν, στα βόρεια του ποταμού Γκουί (Ώξος). Συνορεύουν στα νότια με τους Ντάσια (Βακτριανή), στα δυτικά με τους Ανσί, και στα βόρεια με τους Κανγκτζου . Είναι ένα έθνος νομάδων που κινούνται από μέρος σε μέρος με τα κοπάδια τους και τα έθιμά τους μοιάζουν με των Σιόνγκνου. Έχουν περίπου 100.000 ή 200.000 τοξότες πολεμιστές.» (από το Σιτζί, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Ο Τζαν Τσιάν περιγράφει επίσης την προέλευση των Γιουεζί, εξηγώντας ότι ήρθαν από την ανατολική πλευρά της Λεκάνης Ταρίμ. Αυτό ενθάρρυνε ορισμένους ιστορικούς να τους συνδέσουν με τις Καυκασιανές μούμιες του Ταρίμ. (Το ζήτημα των δεσμών μεταξύ των Γιουζί και των Τόχαρων του Ταριμ είναι πιο αμφιλεγόμενο.)

«Οι Γιουεζί αρχικά ζούσαν στην περιοχή μεταξύ του Τσιλιάν ή Παραδείσια Βουνά (Τιεν Σαν) και του Ντουνχουάνγκ, αλλά όταν ηττήθηκαν από τους Σιόνγκνου μετακινήθηκαν μακριά προς τα δυτικά, πέρα από τους Νταγιουάν (Φεργκάνα), όπου επιτέθηκαν στους κατοίκους της Ντασια (Βακτρια) και εγκατέστησαν την αυλή του βασιλιά τους στη βόρεια όχθη του ποταμού Γκουί (Ώξος) ». (Σιτζί, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Μια μικρότερη ομάδα των Γιουεζί, οι «Μικροί Γιουεζί», δεν κατάφεραν να ακολουθήσουν στην έξοδο και σύμφωνα με πληροφορίες βρήκαν καταφύγιο ανάμεσα στους «βάρβαρους Τσιάνγκ».

Ο Τζαν ήταν ο πρώτος Κινέζος που έγραψε για τις δρομάδες καμήλες με μία καμπούρα που παρατήρησε στην περιοχή.[18]

Ντασια (大夏) (Βακτριανή)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζάν Τσιάν πιθανότατα ήταν μάρτυρας της τελευταίας περιόδου του Ελληνο-βακτριανού Βασιλείου, καθώς υποτάχθηκε από τους νομαδικούς Γιουεζί. Παρέμειναν μόνο μικροί ανίσχυροι αρχηγοί, που ήταν προφανώς υποτελείς στην ορδή των Γιουεζί. Ο πολιτισμός τους ήταν αστικός, σχεδόν ίδιος με τους πολιτισμούς των Ανσί και Νταγιουάν, και ο πληθυσμός τους ήταν πολυάριθμος.

«Το Ντασια βρίσκεται πάνω από 2.000 λι (1.000 χλμ.) νοτιοδυτικά του Νταγιουάν (Φεργκάνα), νότια του ποταμού Γκουί (Ώξος). Οι άνθρωποι καλλιεργούν τη γη, και έχουν πόλεις και σπίτια. Τα έθιμά τους είναι όπως αυτά των Νταγιουάν. Δεν έχουν έναν μεγάλο ηγεμόνα αλλά μόνο έναν αριθμό από μικρούς αρχηγούς που διοικούν τις διάφορες πόλεις. Οι άνθρωποι υστερούν στη χρήση των όπλων και φοβούνται τη μάχη, αλλά είναι έξυπνοι στο εμπόριο. Όταν οι Μεγάλοι Γιουεζί κινήθηκαν δυτικά και επιτέθηκαν και κατέκτησαν τη Ντασια, ολόκληρη η χώρα περιήλθε στην επικράτειά τους. Ο πληθυσμός της χώρας είναι μεγάλος, αριθμούνται σχεδόν 1.000.000 ή περισσότερα άτομα. Η πρωτεύουσα είναι το Λάνσι (Βάκτρα), όπου όλα τα είδη αγαθών αγοράζονται και πωλούνται." (Σιτζί, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Ύφασμα από το Σου (Σιτσουάν) βρέθηκε εκεί.[19]

Σεντου (身毒) (Ινδία)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζαν Τσιάν επίσης αναφέρει την ύπαρξη της Ινδίας νοτιοανατολικά της Βακτριανής. Η ονομασία Σεντου (身毒) προέρχεται από τη Σανσκριτική λέξη "Σινδου", που αναφέρεται στον ποταμό Ινδούς στο Πακιστάν. Το Σινδ ήταν μια από τις πλουσιότερες περιοχές της Ινδίας εκείνη την εποχή, υπό την κυριαρχία των Ινδοελληνικών Βασιλείων, γεγονός που εξηγεί την αναφερόμενη πολιτιστική ομοιότητα μεταξύ της Βακτριανής και της Ινδίας:

«Νοτιοανατολικά του Ντασια βρίσκεται το βασίλειο του Σεντου (Σινδ)... Το Σεντου, μου είπαν, βρίσκεται αρκετές χιλιάδες λι νοτιοανατολικά του Ντασια (Βακτριανή). Οι άνθρωποι καλλιεργούν τη γη και ζουν πολύ όπως οι άνθρωποι του Ντάσια. Η περιοχή λέγεται ότι είναι ζεστή και υγρή. Οι κάτοικοι οδηγούν ελέφαντες όταν πηγαίνουν στη μάχη. Το βασίλειο βρίσκεται σε ένα μεγάλο ποτάμι (Ινδός)» (Σιτζί, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Ανσί (安息) (Παρθία)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζαν Τσιάν προσδιορίζει τους «Ανσί» ως έναν προηγμένο αστικό πολιτισμό, όπως οι Νταγιουάν (Φεργκάνα) και Ντασια (Βακτριανή). Η ονομασία «Ανσί» είναι μια μεταγραφή του «Αρσάκης»,[20] το όνομα του ιδρυτή της Δυναστείας των Αρσακιδών και της Παρθικής Αυτοκρατορίας που κυβερνούσε τις περιοχές κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού μεταξύ του Ποταμού Τεντζέν στα ανατολικά και του Τίγρη στα δυτικά, και διασχίζει την Αρία, την Παρθία, και τη Μηδία.

«Το Ανσί βρίσκεται αρκετές χιλιάδες λι δυτικά της περιοχής των Μεγάλων Γιουεζί. Οι άνθρωποι είναι εγκατεστημένοι στη γη, καλλιεργούν τα χωράφια και παράγουν ρύζι και σιτάρι. Μπορούν επίσης να φτιάξουν κρασί από σταφύλια. Έχουν περιτοιχισμένες πόλεις όπως και οι άνθρωποι του Νταγιουάν (Φεργκάνα), η περιοχή περιέχει αρκετές εκατοντάδες πόλεις σε διάφορα μεγέθη. Τα νομίσματα της χώρας είναι κατασκευασμένα από ασήμι και απεικονίζουν το πρόσωπο του βασιλιά. Όταν ο βασιλιάς πεθαίνει, το νόμισμα αλλάζεται αμέσως και εκδίδονται νέα κέρματα με το πρόσωπο του διαδόχου του. Οι άνθρωποι τηρούν αρχεία γράφοντας σε οριζόντιες λωρίδες από δέρμα. Στα δυτικά βρίσκεται το Τιαοζί (Μεσοποταμία) και προς τα βόρεια τα ΓΙανκάι και Λισουάν (Υρκανία).» (Σιτζί, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Τιαοζί (条支) (Αυτοκρατορία των Σελευκίδων στη Μεσοποταμία)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αναφορές του Τζαν Τσιάν σχετικά με τη Μεσοποταμία και την Αυτοκρατορία των Σελευκιδών, ή τους Τιαοζί (条支) είναι ελάχιστες. Δεν επισκέφθηκε ο ίδιος την περιοχή, και μπόρεσε να αναφέρει μόνο ότι του είπαν άλλοι.

«Το Τιαοζί (Μεσοποταμία) βρίσκεται αρκετές χιλιάδες λι δυτικά του Ανσί (επικράτεια των Αρσακιδών) και συνορεύει με τη Δυτική Θάλασσα (Περσικός Κόλπος/Μεσόγειος;). Η χώρα είναι ζεστή και υγρή, και οι άνθρωποι ζουν καλλιεργώντας τα χωράφια και φυτεύοντας ρύζι... Οι άνθρωποι είναι πολύ πολυάριθμοι και διοικούνται από πολλούς μικρούς αρχηγούς. Ο κυβερνήτης των Ανσί (οι Αρσακίδες) δίνουν τις διαταγές σε αυτούς τους αρχηγούς και τους θεωρούν υποτελείς.» (προσαρμοσμένο από Σιτζί, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Κανγκτζου (康居) βορειοδυτικά της Σογδιανής (粟特)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζαν Τσιάν επισκέφθηκε επίσης ο ίδιος την Σογδιανή (Κανγκτζου), τη γη των Σογδιανών νομάδων:

«Το Κανγκτζου βρίσκεται περίπου 2.000 λι (1.000 χλμ.) βορειοδυτικά του Νταγιουάν (Βακτριανή). Οι άνθρωποι του είναι νομάδες και μοιάζουν με τους Γιουεζί στα έθιμά τους. Έχουν 80,000 ή 90.000 δεξιοτέχνες τοξότες μαχητές. Η χώρα είναι μικρή, και συνορεύει με το Νταγιουάν. Αναγνωρίζει την κυριαρχία των Γιουεζί στα Νότια και των Σιόνγκνου στα Ανατολικά.» (Σιτζί, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Γιανκάι 奄蔡 (Μεγάλη Στέπα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Το Γιανκάι βρίσκεται περίπου 2.000 λι (832 χλμ.) βορειοδυτικά του Κανγκτζού (με επίκεντρο το Τουρκιστάν). Οι άνθρωποι είναι νομάδες και τα έθιμά τους είναι γενικά παρόμοια με των ανθρώπων του Κανγκτζού. Η χώρα έχει πάνω από 100.000 τοξότες πολεμιστές, και συνορεύει με μια μεγάλη λίμνη χωρίς όχθες, ίσως ότι είναι τώρα γνωστό ως Βόρεια Θάλασσα (Θάλασσα της Αράλης, η απόσταση μεταξύ Τασκένδης και Αράλ είναι περίπου 866 χλμ.)» (Σιτζί, 123, γνωμικό του Τζαν Τσιάν, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Ανάπτυξη επαφών Ανατολής-Δύσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την πρεσβεία και την έκθεση του Τζαν Τσιάν ακολούθησε άνθιση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της Κίνας και της Κεντρικής, καθώς και της Δυτικής Ασίας, καθώς πολλές Κινεζικές αποστολές αποστάλθηκαν κατά τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. και τον 1ο αιώνα π.Χ., ξεκινώντας την ανάπτυξη του Δρόμου του Μεταξιού:

«Η μεγαλύτερη από αυτές τις πρεσβείες σε ξένα κράτη αριθμούσε αρκετές εκατοντάδες άτομα, ενώ ακόμη και τα μικρότερα μέρη περιλάμβαναν πάνω από 100 μέλη... Κατά τη διάρκεια ενός έτους οπουδήποτε από πέντε με έξι έως πάνω από δέκα ομάδες θα αποστέλλονταν." (Σιτζί, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Πολλά αντικείμενα σύντομα ανταλλάχθηκαν, και ταξίδεψε μακριά ως το Κουανγκτσόου στην Ανατολή, όπως υποδεικνύει η ανακάλυψη ενός περσικού κιβωτίου και ευρημάτων από την Κεντρική Ασία του 122 π.Χ. στον τύμβο του Βασιλιά Ζαο Μο του Νανγιούε.

Σπήλαια Μογκάο: τοιχογραφία του 8ου αιώνα που απεικονίζει τον ψευδοϊστορικό θρύλο του Αυτοκράτορα Γου των Χαν να λατρεύει τον «χρυσό άνθρωπο» από τα αγάλματα του Βούδα από κατακτήσεις το 121 π.Χ.

Οι τοιχογραφίες στα Σπήλαια Μογκάο στο Ντουνχουάνγκ περιγράφουν τον Αυτοκράτορα Γου των Χαν (156-87 π.Χ.) να λατρεύει Βουδιστικά αγάλματα, εξηγώντας τα ως «χρυσούς άνδρες που έφερε το 120 π.Χ. ένας μεγάλος στρατηγός των Χαν στις εκστρατείες του εναντίον των νομάδων», μολονότι δεν υπάρχει καμία άλλη αναφορά για τον Γου των Χαν να λατρεύει τον Βούδα στην Κινεζική ιστορική βιβλιογραφία.

Η Κίνα επίσης έστειλε μια αποστολή στους Ανσί, την οποία ακολούθησαν ανταποδοτικές αποστολές από Παρθιανούς απεσταλμένους περί το 100 π.Χ.:

«Όταν οι απεσταλμένοι των Χαν επισκέφθηκαν για πρώτη φορά το βασίλειο των Ανσί, ο βασιλιάς τους (αρχηγός των Αρσακίδων) απέστειλε μια ομάδα από 20.000 ιππείς για να τους συναντήσει στα ανατολικά σύνορα του βασιλείου... Όταν οι απεσταλμένοι των Χαν ξεκίνησαν ξανά για να επιστρέψουν στην Κίνα, ο βασιλιάς των Ανσί απέστειλε ομάδες από τις προσωπικές του για να τους συνοδεύσουν... Ο αυτοκράτορας χάρηκε για αυτό.» (προσαρμοσμένο από Σιτζι, 123, μετάφραση του Μπάρτον Ουάτσον).

Ο Ρωμαίος ιστορικός Φλώρος περιγράφει την επίσκεψη πολλών απεσταλμένων, με συμπεριλαμβανομένους των Σήρων (Κινέζοι ή κεντρασιάτες), στον 1ο Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αύγουστο, ο οποίος βασίλευσε την περίοδο 27 -14 π. Χ.:

«Ακόμα και τα υπόλοιπα έθνη του κόσμου που δεν υπόκεινται στην αυτοκρατορική κυριαρχία αισθάνονταν το μεγαλείο του, και κοίταζαν με ευλάβεια το Ρωμαϊκό λαό, τους μεγάλους κατακτητές των εθνών. Ώστε ακόμη και οι Σκύθες και οι Σαρμάτες έστειλαν απεσταλμένους που ζητούν τη φιλία της Ρώμης. Πράγματι, οι Σηρικοί ήρθαν παρομοίως, και οι Ινδοί που κατοικούσαν κάτω από τον κατακόρυφο ήλιο, φέροντες δώρα από πολύτιμες πέτρες και μαργαριτάρια και ελέφαντες, αλλά σκεφτόμενοι την απεραντοσύνη του ταξιδιού που είχαν αναλάβει, και λέγεται ότι τους είχε απασχολήσει τέσσερα χρόνια. Ειλικρινά δεν χρειαζόταν παρά να κοιτάξεις την όψη τους για να δεις ότι ήταν άνθρωποι άλλου κόσμου από τον δικό μας.» («Κίνα και ο δρόμος προς τα εκεί», Χένρυ Γιούλ).

Το 97 ο Κινέζος στρατηγός Μπαν Τσαο απέστειλε πρεσβεία στη Ρώμη με εκπρόσωπο τον Γκαν Γίνγκ.

Από το 166 υπήρξαν αρκετές Ρωμαϊκές πρεσβείες στην Κίνα, και είναι επίσημα καταγεγραμμένες στα Κινεζικά ιστορικά χρονικά.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σιτζι αναφέρει ότι ο Τζαν Τσιάν επέστρεψε από την τελική αποστολή του στο Γουσούν το 115 π.Χ. Κατόπιν της επιστροφής του «τιμήθηκε με τη θέση του μεγάλου αγγελιοφόρου, που τον έκανε έναν από τους εννέα ανώτατους υπουργούς της κυβέρνησης. Ένα χρόνο αργότερα πέθανε.»[21]

Άλλα επιτεύγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις αποστολές του έφερε πίσω πολλά σημαντικά πράγματα, με τα πιο σημαντικά να είναι οι σπόροι μηδικής (για την καλλιέργεια σανού για τα άλογα), δυνατά άλογα με σκληρές οπλές, και γνώσεις για την εκτεταμένη ύπαρξη νέων προϊόντων, των ανθρώπων και της τεχνολογίας του εξωτερικού κόσμου. Πέθανε το 114 π.Χ. αφού πέρασε είκοσι πέντε χρόνια ταξιδεύοντας σε αυτές τις επικίνδυνες και στρατηγικές αποστολές. Μολονότι μια φορά στη ζωή του θεωρήθηκε με ντροπή για την ήττα του από τους Σιόνγκνου, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του είχαν απονεμηθεί μεγάλες τιμές από τον αυτοκράτορα.[22][23][24]

Τα ταξίδια του Τζαν Τσιάν είχαν προωθήσει μια μεγάλη ποικιλία οικονομικών και πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ της Δυναστείας των Χαν και των Δυτικών Περιοχών. Επειδή το μετάξι έγινε το κύριο προϊόν που εμπορευόταν η Κίνα, αυτή η μεγάλη εμπορική διαδρομή αργότερα έγινε γνωστή ως Ο Δρόμος του Μεταξιού.[25]

Αναφροές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Michael., Loewe, (2000). A biographical dictionary of the Qin, former Han and Xin periods, 221 BC - AD 24. Leiden: Brill, σελ. 688. 43641381. ISBN 9004103643. https://www.worldcat.org/oclc/43641381. 
  2. Boulnois, Luce (2005). Silk Road: Monks, Warriors & Merchants. Hong Kong: Odyssey Books, σελ. 66. ISBN 962-217-721-2. 
  3. Δρόμος του μεταξιού: οι Μοναχοί, οι Πολεμιστές και οι Έμποροι του Δρόμου του Μεταξιού, σελ. 61. (2004) Luce Boulnois. Μετάφραση από την Ελένη Loveday. Οδύσσεια Βιβλία & Οδηγοί.
  4. Watson (1993), σελ. 231.
  5. Φράνσις Ξύλο, "Ο Δρόμος του Μεταξιού: από Δύο Χιλιάδες Χρόνια, στην Καρδιά της Ασίας", 2002, University of California Press, 270 σελίδες
  6. James A. Millward (2007). Eurasian crossroads: a history of Xinjiang. Columbia University Press, σελ. 20. ISBN 0-231-13924-1. https://books.google.com/books?id=8FVsWq31MtMC&pg=PA20&dq=zhang+qian+wife#v=onepage&q=zhang%20qian%20wife&f=false. Ανακτήθηκε στις 2011-04-17. 
  7. Julia Lovell (2007). The Great Wall: China Against the World, 1000 BC – AD 2000. Grove Press, σελ. 73. ISBN 0-8021-4297-4. https://books.google.com/books?id=IWS53cuiuVgC&pg=PA73&dq=zhang+xiongnu+wife+children+managed+to+escape#v=onepage&q=zhang%20xiongnu%20wife%20children%20managed%20to%20escape&f=false. Ανακτήθηκε στις 2011-04-17. 
  8. Alfred J. Andrea. James H. Overfield (1998). The Human Record: To 1700. Houghton Mifflin, σελ. 165. ISBN 0-395-87087-9. https://books.google.com/books?id=QJsx7eQ0rwAC&dq=xiongnu+nation+turmoil+zhang+qian+along+with+his+xiongnu+wife+and+slave+kanfu&q=zhang+qian+wife. Ανακτήθηκε στις 2011-04-17. 
  9. Yiping Zhang (2005). Story of the Silk Road. 五洲传播出版社, σελ. 22. ISBN 7-5085-0832-7. https://books.google.com/books?id=35L3Ww72M-YC&pg=PA22&dq=zhang+qian+wife#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 2011-04-17. 
  10. Charles Higham (2004). Encyclopedia of ancient Asian civilizations. Infobase Publishing, σελ. 409. ISBN 0-8160-4640-9. https://books.google.com/books?id=H1c1UIEVH9gC&pg=PA409&dq=zhang+qian+wife#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 2011-04-17. 
  11. Indian Society for Prehistoric. Quaternary Studies (1998). Man and environment, Volume 23, Issue 1. Indian Society for Prehistoric and Quaternary Studies., σελ. 6. https://books.google.com/books?id=3EyBAAAAMAAJ&q=123+BC+with+his+Xiongnu+wife+and+the+slave+Ganfu.&dq=123+BC+with+his+Xiongnu+wife+and+the+slave+Ganfu.. Ανακτήθηκε στις 2011-04-17. 
  12. Adrienne Mayor (22 September 2014). The Amazons: Lives and Legends of Warrior Women across the Ancient World. Princeton University Press, σελ. 422–. ISBN 978-1-4008-6513-0. https://books.google.com/books?id=rboWBAAAQBAJ&pg=PA422#v=onepage&q&f=false. 
  13. Watson (1993), σελ. 232.
  14. Watson (1993), κεφ. 123.
  15. Andrew Dalby, Επικίνδυνο Γεύσεις: Η Ιστορία των Μπαχαρικών, 2000, University of California Press, 184 σελίδες
  16. Εγκυκλοπαίδεια της Κίνας: Την Ουσιαστική Αναφορά στην Κίνα, Την Ιστορία και τον Πολιτισμό, σελ. 615. Dorothy Perkins. (2000). Συζήτηση Στρογγυλής Τραπέζης Πιέστε Το Βιβλίο.
  17. Chinese Recorder. Presbyterian Mission Press. 1875, σελ. 15–. https://books.google.com/books?id=af9OAQAAIAAJ&pg=PA15#v=onepage&q&f=false. 
  18. James M. Hargett (2006). Stairway to Heaven: A Journey to the Summit of Mount Emei. SUNY Press, σελ. 46–. ISBN 978-0-7914-6682-7. https://books.google.com/books?id=m21KGsV8ihgC&pg=PA46&dq=Han+China's+envoy+Zhang+Qian+wrote+about+his+travels+in+the+second+century:+%22When+I+was+in+Bactria&hl=en&ei=nFGsTfqzKJPfgQfY0_jzBQ&sa=X&oi=book_result&ct=result&resnum=8&ved=0CEsQ6AEwBw#v=onepage&q&f=false. 
  19. Watson (1993), σελ. 240.
  20. Watson (1993), σσ. 231-239, 181, 231-241.
  21. Εγκυκλοπαίδεια της Κίνας: Την Ουσιαστική Αναφορά στην Κίνα, Την Ιστορία και τον Πολιτισμό, σσ. 614-615. Dorothy Perkins. (2000). Συζήτηση Στρογγυλής Τραπέζης Πιέστε Το Βιβλίο.
  22. Alemany, Agustí. Sources on the Alans: A Critical Compilation, σελ. 396. https://books.google.com/books?id=8bZ4c5oZpNAC&pg=PA396&dq=%22Zhang+Qian%22. Ανακτήθηκε στις 2008-05-24. 
  23. Asiapac Editorial, Chungjiang Fu, Liping Yang, Chungjiang Fu, Liping Yang. Chinese History: Ancient China to 1911 – Google Book Search, σελ. 84. https://books.google.com/books?id=Fts6n0EMexYC&pg=PA84&dq=%22Zhang+Qian%22. Ανακτήθηκε στις 2008-05-24. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hulsewé, A. F. P. and Loewe, M. A. N., (1979). China in Central Asia: The Early Stage 125 BC – AD 23: an annotated translation of chapters 61 and 96 of the History of the Former Han Dynasty. Leiden: E. J. Brill.
  • Loewe, Michael (2000). «Zhang Qian 張騫». A Biographical Dictionary of the Qin, Former Han, and Xin Periods (220 BC – AD 24). Leiden: Brill, σελ. 687–9. ISBN 90-04-10364-3. 
  • Yü, Ying-shih (1986). «Han Foreign Relations». Στο: Twitchett, επιμ. The Cambridge History of China, Volume 1: The Ch'in and Han Empires, 221 B.C. – A.D. 220. Cambridge: Cambridge University Press, σελ. 377–462.