Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τετρακυκλίνες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Συντακτικός τύπος του «σκελετού» της τετρακυκλίνης με τα άτομα και τους 4 δακτυλίους σημασμένους με αριθμούς και γράμματα
* Αυτό το λήμμα αναφέρεται στην ομάδα αντιβιοτικών. Για τη συγκεκριμένη ουσία δείτε τετρακυκλίνη.


Οι τετρακυκλίνες είναι μια ομάδα αντιβιοτικών φαρμάκων, που ανήκουν στα λεγόμενα «αντιβιοτικά ευρέος φάσματος» και έχουν κοινή μοριακή δομή. Οι τετρακυκλίνες είτε λαμβάνονται από είδη ακτινοβακτηρίων του γένους στρεπτομύκης, είτε παράγονται ημισυνθετικώς από τις πρωτογενείς αυτές ουσίες.[1] Τα μόρια των τετρακυκλινών αποτελούνται από ένα γραμμικό κεντρικό μέρος τεσσάρων συγχωνευμένων δακτυλίων (που συμβολίζονται με τα γράμματα A, B, C και D) — από όπου και η ονομασία τους — στα οποία συνενώνονται διάφορες χαρακτηριστικές ομάδες.[2] Ορίζονται χημικώς ως μία υποκατηγορία των πολυκετιδίων, έχοντας έναν σκελετό οκταϋδροτετρακενιο-2-καρβοξαμιδίου και θεωρούμενα ως παράγωγα του πολυκυκλικού ναφθακενίου.[3] Οι τετρακυκλίνες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την παρουσία χλωρίου, μεθυλομάδων, υδροξυλίων και άλλων. Αυτές οι διαφορές δεν μεταβάλλουν την ευρεία αντιμικροβιακή δράση τους, αλλά επηρεάζουν φαρμακολογικές ιδιότητές τους, όπως η δέσμευση πρωτεϊνών στον ορρό του αίματος.[1]

Οι τετρακυκλίνες ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του 1940 και αποδείχθηκε ότι ήταν αποτελεσματικά φάρμακα εναντίον μεγάλης ποικιλίας από μικροοργανισμούς: βακτήρια θετικά κατά Γκραμ, βακτήρια θετικά κατά Γκραμ, χλαμυδιωτά, μυκοπλασμωτά, ρικετσίες και πρωτοζωικά παράσιτα.[2] Η συγκεκριμένη ομώνυμη ουσία τετρακυκλίνη ανακαλύφθηκε μεταγενέστερα από τη χλωροτετρακυκλίνη και την οξυτετρακυκλίνη, αλλά θεωρείται μέχρι σήμερα ως η «μητρική» χημική ένωση για σκοπούς ονοματολογίας.[4] Οι τετρακυκλίνες ως κατηγορία είναι από τα φθηνότερα διαθέσιμα αντιβιοτικά και έχουν χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στην προφύλαξη και τη θεραπεία νόσων του ανθρώπου και των ζωονόσων, αλλά και σε υποθεραπευτικές δόσεις μέσα σε ζωοτροφές ως αυξητικοί παράγοντες.[2]

Οι τετρακυκλίνες είναι αναστολείς της αναπτύξεως (βακτηριοστατικά) και όχι «φονιάδες» των μικροοργανισμών (βακτηριοκτόνα), οπότε είναι αποτελεσματικές μόνο εναντίον μικροοργανισμών που πολλαπλασιάζονται.[1] Η δράση τους είναι βραχεία και διαχέονται παθητικά μέσω διαύλων πορίνης εντός της κυτταροπλασματικής μεμβράνης των βακτηρίων. Αναστέλλουν την πρωτεϊνοσύνθεση επειδή τα μόριά τους προσδένονται αντιστρεπτά στην προκαρυωτική μικρή ριβοσωμική υπομονάδα (30S) και αποτρέπουν την πρόσδεση του αμινοακυλικού tRNA στη θέση A του ριβοσώματος. Προσδένονται επίσης σε κάποιο βαθμό στην προκαρυωτική μεγάλη ριβοσωμική υπομονάδα (την 50S) και ίσως τροποποιούν την κυτταροπλασματική μεμβράνη, προκαλώντας διαρροές συστατικών από το βακτηριακό κύτταρο.

Οι τετρακυκλίνες έχουν όλες το ίδιο αντιβακτηριακό φάσμα, με κάποιες διαφορές ως προς την ευαισθησία των βακτηριακών ειδών στο κάθε φάρμακο. Οι τετρακυκλίνες θα παρεμπόδιζαν εξίσου την πρωτεϊνοσύνθεση τόσο στα βακτηριακά, όσο και στα ανθρώπινα κύτταρα, απλώς η μεμβράνη των βακτηριακών κυττάρων επιτρέπει στις τετρακυκλίνες να εισδύουν στο εσωτερικό τους, ενώ η μεμβράνη των ανθρώπινων κυττάρων όχι. Ως αποτέλεσμα τα ανθρώπινα κύτταρα δεν υφίστανται την επίδραση των τετρακυκλινών στην πρωτεϊνοσύνθεση.[1]

Ο σημαντικός ρόλος των τετρακυκλινών στην ιατρική διατηρείται και σήμερα, με τη χρησιμότητά τους να έχει πάντως μειωθεί εξαιτίας της αναπτύξεως ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά.[2] Επειδή δεν απορροφάται όλη η ποσότητα του φαρμάκου που χορηγείται από το στόμα και εισέρχεται στη γαστρεντερική οδό, ακόμα και ο κανονικός βακτηριακός πληθυσμός του ανθρώπινου εντέρου μπορεί να καταστεί ανθεκτικός στις τετρακυκλίνες. Η εξάπλωση της χρήσεως αυτών των φαρμάκων πιστεύεται ότι αύξησε τον αριθμό των ανθεκτικών στις τετρακυκλίνες οργανισμών, γεγονός που με τη σειρά του καθιστά ορισμένες μολυσματικές νόσους δυσκολότερο να καταπολεμηθούν.[1] Η ανθεκτικότητα στις τετρακυκλίνες οφείλεται συχνά στην πρόσκτηση νέων γονιδίων εξαιτίας οριζόντιας μεταφοράς γονιδίων, τα οποία κωδικοποιούν την ενεργοεξαρτώμενη αποβολή των τετρακυκλινών, ή μια πρωτεΐνη που προστατεύει τα βακτηριακά ριβοσώματα από τη δράση των τετρακυκλινών. Επιπλέον ένας περιορισμένος αριθμός βακτηρίων αναπτύσσει αντίσταση στις τετρακυκλίνες εξαιτίας μεταλλάξεων.[2][5]

Οι τετρακυκλίνες χορηγούνται συνήθως για τη θεραπεία μολύνσεων της ουροφόρου οδού, της αναπνευστικής οδού και των εντέρων. Επίσης χρησιμεύουν στην καταπολέμηση των μολύνσεων από χλαμύδια, ιδίως σε ασθενείς αλλεργικούς στις β-λακτάμες και στα μακρολίδια, ωστόσο αυτή η χρήση έχει μειωθεί εξαιτίας της εξαπλώσεως της ανθεκτικότητας των χλαμυδίων στις τετρακυκλίνες.[6][7]

Οι τετρακυκλίνες (συγκεκριμένα η τετρακυκλίνη, η οξυτετρακυκλίνη, η δοξυκυκλίνη ή η μινοκυκλίνη) χρησιμοποιούνται ευρύτατα για την αντιμετώπιση της μετρίως έντονης ακμής και ροδάνθης.[8] Τα αναερόβια βακτήρια δεν είναι τόσο ευαίσθητα στις τετρακυκλίνες όσο τα αερόβια βακτήρια.[9] Η δοξυκυκλίνη χρησιμεύει επίσης για την πρόληψη της μολύνσεως από τον βάκιλλο του άνθρακα, ενώ είναι αποτελεσματική κατά της Yersinia pestis (του μολυσματικού παράγοντα της βουβωνικής πανώλους), της ελονοσίας και της φιλαριάσεως.[10] Οι τετρακυκλίνες παραμένουν τα φάρμακα πρώτης επιλογής για μολύνσεις και νόσους που προκαλούνται από χλαμύδια (τράχωμα, ψιττάκωση, σαλπιγγίτιδα και ουρηθρίτιδα) και ρικετσία (τύφος), για τη βρουκέλλωση («μελιταίο πυρετό») και για νόσους από σπειροχαίτες (βορρελίωση και σύφιλη).[2] Χρησιμοποιούνται επίσης και στην κτηνιατρική.[2] Ακόμα έχουν ρόλο στη μείωση της διάρκειας και της δριμύτητας της χολέρα, παρά το ότι η ανθεκτικότητά της στα φάρμακα συσσωρεύεται[11] και η επίδραση στη συνολική θνησιμότητα από τη νόσο αμφισβητείται.[12]

  1. 1 2 3 4 5 «Tetracycline». Encyclopedia Britannica. Ανακτήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 2018.
  2. 1 2 3 4 5 6 7 Chopra I., Roberts M. (Ιούνιος 2001). «Tetracycline antibiotics: mode of action, applications, molecular biology, and epidemiology of bacterial resistance». Microbiology and Molecular Biology Reviews 65 (2): 232-260. doi:10.1128/MMBR.65.2.232-260.2001. PMID 11381101. PMC 99026. https://archive.org/details/sim_microbiology-and-molecular-biology-reviews_2001-06_65_2/page/232.
  3. «Tetracyclines». IUPAC Compendium of Chemical Terminology. International Union of Pure and Applied Chemistry (IUPAC). 2009. doi:10.1351/goldbook.T06287. ISBN 978-0-9678550-9-7.
  4. Blackwood R.K., English A.R. (1970). «Structure–Activity Relationships in the Tetracycline Series». Advances in Applied Microbiology 13: 237-266. doi:10.1016/S0065-2164(08)70405-2. ISBN 978-0-12-002613-5.
  5. «Tetracycline-Inactivating Enzymes». Frontiers in Microbiology 9: 1058. 30 May 2018. doi:10.3389/fmicb.2018.01058. PMID 29899733.
  6. Sloan B., Scheinfeld N. (Σεπτέμβριος 2008). «The use and safety of doxycycline hyclate and other second-generation tetracyclines». Expert Opinion on Drug Safety 7 (5): 571-577. doi:10.1517/14740338.7.5.571. PMID 18759709.
  7. WHO Advisory Group on Integrated Surveillance of Antimicrobial Resistance (2017). Critically important antimicrobials for human medicine: ranking of antimicrobial agents for risk management of antimicrobial resistance due to non-human use (5η αναθεώρηση, 2016 έκδοση). Γενεύη: World Health Organization. ISBN 978-92-4-151222-0. OCLC 982301334.
  8. Simonart T., Dramaix M., De Maertelaer V. (Φεβρουάριος 2008). «Efficacy of tetracyclines in the treatment of acne vulgaris: a review». The British Journal of Dermatology 158 (2): 208-216. doi:10.1111/j.1365-2133.2007.08286.x. PMID 17986300.
  9. Chow A.W., Patten V., Guze L.B. (Ιανουάριος 1975). «Comparative susceptibility of anaerobic bacteria to minocycline, doxycycline, and tetracycline». Antimicrobial Agents and Chemotherapy 7 (1): 46-49. doi:10.1128/aac.7.1.46. PMID 1137358. PMC 429070. https://archive.org/details/sim_antimicrobial-agents-and-chemotherapy_1975-01_7_1/page/46.
  10. Taylor, M.J.; Makunde, W.H.; McGarry, H.F.; Turner, J.D.; Mand, S.; Hoerauf, A. (Ιούνιος 2005). «Macrofilaricidal activity after doxycycline treatment Wuchereria bancrofti: a double-blind, randomised placebo-controlled trial». Lancet 365 (9477): 2116-2121. doi:10.1016/S0140-6736(05)66591-9. PMID 15964448.
  11. Bhattacharya S.K. (Φεβρουάριος 2003). «An evaluation of current cholera treatment». Expert Opinion on Pharmacotherapy 4 (2): 141-146. doi:10.1517/14656566.4.2.141. PMID 12562304.
  12. Parsi V.K. (Μάιος 2001). «Cholera». Primary Care Update for Ob/Gyns 8 (3): 106-109. doi:10.1016/S1068-607X(00)00086-X. PMID 11378428.