Τεστ Ρόρσαχ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η πρώτη από τις 10 κάρτες του τεστ

Tο τεστ κηλίδων μελάνης Ρόρσαχ (γερμανικά: Rorschach‎ [ˈʁoːʁʃax]) είναι μία μέθοδος ψυχολογικής διάγνωσης που σχετίζεται με την εικόνα. Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν το τεστ για να προσπαθήσουν να εξετάσουν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και τη συναισθηματική λειτουργία των ασθενών τους.

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τεστ Ρόρσαχ είναι το δεύτερο συνηθέστερα χρησιμοποιούμενο τεστ σε περιπτώσεις δικανικής αξιολόγησης, μετά το MMPI (αγγλικά: Minnesota Multiphasic Personality Inventory‎), και είναι επίσης το δεύτερο ευρύτατα χρησιμοποιούμενο τεστ από τα μέλη της Εταιρείας για την αξιολόγηση της προσωπικότητας. Χρησιμοποιήθηκε για διάγνωση νοητικών διαταραχών και για τη διαφοροποίηση του ψυχωτικού και μη ψυχωτικού τρόπου σκέψης σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ασθενής αρνείται να παραδεχθεί ανοικτά ότι η σκέψη του είναι ψυχωτική[1].

Το τεστ επινόησε αρχικά ο Χέρμαν Ρόρσαχ το 1921, μαθητής του Όιγκεν Μπλέλερ, αλλά το σύστημα βαθμολόγησης βελτιώθηκε μετά από το θάνατό του από αρκετούς ψυχολόγους, ανάμεσα στους οποίους και ο Μπρούνο Κλόπφερ (γερμανικά: Bruno Klopfer‎). Ο Τζον Έξνερ (αγγλικά: John E. Exner‎) συνόψισε τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις σε ένα περιεκτικό σύστημα το σύστημα Έξνερ (Exner System), δίνοντας έμφαση σε ένα αυστηρό στατιστικό σύστημα.

Οι μέθοδοι ερμηνείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μέθοδοι ερμηνείας διαφέρουν. Η ευρύτατα χρησιμοποιημένη μέθοδος στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι βασισμένη στο έργο του Τζον Ε. Έξνερ[2]. Στο σύστημα Έξνερ, οι απαντήσεις σημειώνονται σε σχέση με το επίπεδο ασάφειάς τους ή τη σύνθεση πολλαπλών εικόνων στην κηλίδα, καθώς και τους ποικίλους καθοριστικούς παραγόντες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της απάντησης (π.χ. τι είναι αυτό που κάνει την κηλίδα να μοιάζει με όσα περιγράφει ο ασθενής), η πιστότητα της απάντησης σε σχέση με τη μορφή (σε ποιο σημείο είναι πιστή η απάντηση στο πώς μοιάζει πραγματικά η κηλίδα μελάνης), το περιεχόμενο της απάντησης, ο βαθμός διανοητικής δραστηριότητας που περιλαμβάνεται στην παραγωγή της απάντησης και οποιεσδήποτε παράλογες, ανάρμοστες ή ασυνάρτητες πτυχές των απαντήσεων.

Χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα όλων των κατηγοριών, ο αναλυτής εκτελεί έπειτα μια σειρά μαθηματικών υπολογισμών, παράγοντας μια δομική περίληψη των στοιχείων του τεστ. Τα αποτελέσματα αυτής της δομικής περίληψης ερμηνεύονται χρησιμοποιώντας τα υπάρχοντα εμπειρικά ερευνητικά στοιχεία, όσον αφορά στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που συνδέονται στο συγκεκριμένο τεστ με τα διαφορετικά είδη απαντήσεων. Οι υπολογισμοί των αποτελεσμάτων γίνονται συχνά με ηλεκτρονικό τρόπο.

Κοινότυπη παρερμηνεία του τεστ Ρόρσαχ είναι η άποψη ότι η ερμηνεία του βασίζεται πρώτιστα στο περιεχόμενο της απάντησης – δηλαδή στο τι βλέπει ο ασθενής στην κηλίδα μελάνης. Στην πραγματικότητα, το περιεχόμενο της απάντησης είναι συγκριτικά μόνο ένα μικρό μέρος ενός ευρύτερου συνόλου μεταβλητών που χρησιμοποιούνται για την ερμηνεία των δεδομένων του τεστ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρόρσαχ το 1911 πειραματιζόταν με έναν φίλο δάσκαλο, τον Κ. Γιουνγκ, με τις κηλίδες μελάνης και συνειρμικό τεστ του Γιουνγκ σε μαθητές και ασθενείς του. Περιέγραψε αυτά τα πειράματα το 1911, αν και μη συστηματικά. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον του για την ψυχανάλυση ήταν πιθανώς ο λόγος για τον οποίο έβαλε κατά μέρος τούτο το διαγνωστικό έργο. Επηρεασμένος από τον Γιουνγκ άρχισε να ενδιαφέρεται κυρίως για την ερμηνεία των έργων τέχνης από τους ψυχωτικούς και νευρωτικούς, καθώς και τη δυνατότητά τους να ζωγραφίζουν. Η ικανότητα ζωγραφικής εικόνων (ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται οι μαντάλα) τόσο για τον Γιουνγκ, όσο και για τον Ρόρσαχ, μπορεί να εφαρμοστεί στην ψυχοθεραπεία για τη δημιουργία ενός προστατευμένου ψυχολογικού χώρου, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως διάμεσο και για τη θεραπευτική διαδικασία, εκτός της διάγνωσης.

Προσεγγίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διάφορες προσεγγίσεις στην τεχνική Ρόρσαχ περιγράφονται σήμερα στη βάση ενός κανονοθετικού άξονα, όσο και του αντιληπτικού άξονα. Ωστόσο, προτείνεται ότι είναι το παραγωγικότερο να αντιμετωπίζεται το τεστ Ρόρσαχ κυρίως ως προβολικό εργαλείο. Οι προσπάθειες αντικειμενικοποίησης του τεστ Ρόρσαχ δε θεωρούνται πιθανώς τόσο χρήσιμες, όσο οι προσπάθειες να βελτιωθούν οι προβολικές ιδιότητές του[3].

Σημειώσεις παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Meloy, J. et al. 1994, 56—58
  2. Exner, J. E., 2002
  3. Aronow, Edward et al, 1995, 213—228.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Aronow, Edward Reznikoff, Marvin Moreland, Kevin L. «The Rorschach: Projective Technique or Psychometric Test?», Journal of Personality Assessment, 1995, Vol. 64, No. 2.
  • Exner, J.E. (2002). The Rorschach: Basic Foundations and Principles of Interpretation: Volume 1. Hoboken, NJ: Wiley.
  • Meloy, J. Reid, Gacano, C.B. (1994) Rorschach Assessment of Aggressive and Psychopathic Personalities. Lawrence Erlbaum Associates. Mahwah, New Jersey
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rorschach inkblot test της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).