Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τενρεκίδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τενρεκίδες
Το είδος τένρεκ το άνουρο
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Αφρομυγαλοειδή (Afrosoricida)
Υποτάξη: Τενρεκόμορφα (Tenrecomorpha)
Οικογένεια: Τενρεκίδες (Tenrecidae)
Gray, 1821

Τα τένρεκ είναι μικρά θηλαστικά ζώα, που κατηγοριοποιούνται σε ξεχωριστή, δική τους οικογένεια, τις τενρεκίδες (λατινική-επιστημονική ονομασία Tenrecidae). Είναι ενδημικά της Μαδαγασκάρης[1], δηλαδή ζουν στη φύση μόνο στο μεγάλο αυτό νησί και πουθενά αλλού στη Γη. Επίσης μοιάζουν με μυγαλές, για τούτο και εντάσσονται στην ευρύτερη ομάδα (τάξη) αφρομυγαλοειδή. Εξελίχθηκαν ταχέως σε αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους ως προς τη μορφή γένη, που καταλαμβάνουν ποικιλία ενδιαιτημάτων: περιλαμβάνουν υδρόφιλα, δενδρόβια, εδαφόβια, ακόμα και ζώα που ζουν κυρίως υπόγεια, σε λαγούμια που σκάβουν μόνα τους. Πιστεύεται ότι κατάγονται όλα από έναν κοινό πρόγονο που έζησε πριν από 29-37 εκατομμύρια χρόνια και πέρασε με ωκεάνια διασπορά από την ηπειρωτική Αφρική [2][3] Η λέξη "tenrec" προήλθε μέσω της γαλλικής γλώσσας[4] από τη λέξη της μαλγασικής γλώσσας tandraka (παραλλαγή του trandraka)[5]), που σημαίνει το είδος της οικογένειας Tenrec ecaudatus. Πιθανώς η μαλγασική ρίζα είναι η ίδια με της λέξεως landak = σκαντζόχοιρος.[6]

Τα μικρότερα είδη της οικογένειας έχουν το μέγεθος μυγαλών, με μήκος σώματος περίπου 4,5 cm και μάζα μόλις 5 γραμμάρια, ενώ το μεγαλύτερο, το κοινό τένρεκ ή τένρεκ το άνουρο (Tenrec ecaudatus) έχει μήκος 25 έως 39 cm και μάζα έως και πάνω από ένα χιλιόγραμμο.[7] Παρά το ότι μπορεί να μοιάζουν με μυγαλές, σκαντζόχοιρους ή οπόσουμ, δεν έχουν κάποια στενή συγγένεια με τις οικογένειες αυτών των ζώων, με τους στενότερους συγγενείς τους να είναι οι ποταμογαλίδες και αμέσως μετά άλλα αφρικανικά εντομοφάγα θηλαστικά, όπως οι οικογένειες χρυσοχλωρίδες και μακροσκελιδίδες. Η κοινή καταγωγή των ζώων αυτών, που πλέον ταξινομούνται στην υπέρταξη αφροθήρια, αναγνωρίσθηκε μόλις στα τελευταία έτη του 20ού αιώνα.[8] Συνεχιζόμενες έρευνες επί της μοριακής[9][10] και μορφολογικής[11] ποικιλομορφίας των αφροθηρίων παρέχουν αυξανόμενη υποστήριξη για την κοινή καταγωγή τους.

Οι τενρεκίδες είναι από τα ελάχιστα εδαφόβια θηλαστικά που ηχοεντοπίζουν.[12] Επίσης εξαίρεση μεταξύ των πλακουντοφόρων θηλαστικών αποτελεί η κοινή έξοδος του εντερικού σωλήνα και της ουρογεννητικής οδού (αμάρα), όπως δηλαδή στα πτηνά, τα ερπετά και τα αμφίβια. Οι τενρεκίδες έχουν χαμηλή σωματική θερμοκρασία.[7][13]

Όλα τα είδη των τενρεκιδών φαίνεται να είναι τουλάχιστον ως έναν βαθμό παμφάγα, τρεφόμενα κυρίως με ασπόνδυλα. Υπάρχει ένα είδος, το Microgale mergulus, που είναι ημιυδρόβιο (παρόμοια με τη στενότερα συγγενική οικογένεια, τις ποταμογαλίδες).[14] Και όλες οι τενρεκίδες φαίνεται ότι εξελίχθηκαν από έναν κοινό πρόγονο με τις ποταμογαλίδες.[15] Τα απολιθώματα τενρεκιδών είναι σπάνια, αλλά τουλάχιστον κάποια δείγματα από την Κένυα, που χρονολογούνται στο πρώιμο Μειόκαινο, εμφανίζουν στενή ομοιότητα με υπάρχοντα ζώα της Μαδαγασκάρης[16], όπως με το Geogale aurita.

Τα περισσότερα είδη τενρεκιδών είναι νυκτόβια και έχουν κακή όραση. Οι άλλες αισθήσεις τους είναι καλά ανεπτυγμένες και φέρουν πολύ ευαίσθητα «μουστάκια». Καθώς συμβαίνει και με τα άλλα χαρακτηριστικά τους, η οδοντοστοιχία των τενρεκιδών ποικίλλει πολύ από είδος σε είδος. Ο συνολικός αριθμός δοντιών μπορεί να είναι από 32 μέχρι 42, ενώ, πράγμα ασυνήθιστο για θηλαστικά, η μόνιμη οδοντοφυΐα στις τενρεκιδών δεν ολοκληρώνεται τελείως μέχρι και πολύ μετά την ολοκλήρωση της αναπτύξεως του σώματος.[17]

Η διάρκεια της κυοφορίας ποικίλλει από 50 έως 64 ημέρες και γεννιούνται αρκετά, σχετικώς ατελώς ανεπτυγμένα νεογνά. Το κοινό τένρεκ μπορεί να γεννήσει έως και 32 μικρά ανά γέννα, με τα θηλυκά να έχουν μέχρι και 29 θηλές, περισσότερες από οποιοδήποτε άλλο θηλαστικό.[7] Μερικά είδη είναι κοινωνικά, ζώντας σε μεγάλες οικογενειακές ομάδες με τρεις και πλέον γενεές να συνυπάρχουν σε μια ομάδα 10-12 ζώων.

Σχέση με τους ανθρώπους και ευαίσθητα είδη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Γδαρμένο κοινό τένρεκ (είδος Tenrec ecaudatus) έτοιμο για μαγείρεμα σε κουζίνα της Μαδαγασκάρης

Στον Μαυρίκιο και στη νήσο Μαγιότ μερικοί κάτοικοι τρώνε το κρέας των τένρεκ, ασφαλώς όχι σε μεγάλες ποσότητες, καθώς δεν πωλείται σε κρεοπωλεία ή άλλα καταστήματα και εκτός αυτού το μαγείρευμά του είναι δύσκολο.

Το είδος Echinops telfairi, που μοιάζει με μικρό σκαντζόχοιρο, επιλέχθηκε ως ένα από τα 16 είδη των οποίων θα προσδιορισθεί η ακολουθία του DNA στα πλαίσια του Προγράμματος Γονιδιώματος Θηλαστικών (Mammalian Genome Project). Υπάρχει μια ανερχόμενη ζήτηση του είδους αυτού στο εμπόριο ζώων συντροφιάς, ενώ στο μέλλον ίσως να αποτελέσει σημαντικό πειραματόζωο στη βιοϊατρική, καθώς δεν είναι στενά συγγενικό είδος με τα ποντίκια, τους αρουραίους, τα ινδικά χοιρίδια και τους πιθήκους που συναποτελούν τα συνηθέστερα ερευνητικά ζώα.

Το 77% των ειδών της οικογένειας κατατάσσονται στον Κόκκινο κατάλογο της IUCN ως ελάχιστης ανησυχίας, το 13% ως ευάλωτα και μόνο δύο είδη ως κινδυνεύοντα με αφανισμό.[18]

Οι κυριότερες απειλές για πολλά είδη τενρεκιδών είναι η απώλεια ενδιαιτήματος εξαιτίας αποδασώσεως και υποβαθμίσεως, η θήρα, οι τυχαίες συλλήψεις ή θανατώσεις και η κλιματική αλλαγή. Οι καταστροφικές γεωργικές πρακτικές, η εμπορική υλοτομία και οι εξορύξεις επιδρούν αρνητικά στα δασόβια είδη. Τα 5 από τα 6 απειλούμενα είδη εξαρτώνται από δασικά ενδιαιτήματα.[18]

Σήμερα η οικογένεια Tenrecidae υποδιαιρείται σε τρεις υποοικογένειες, με οκτώ γένη και 31 ζώντα είδη, ως εξής[19]:


  1. ↑ Olson, Link E. (2013). «Tenrecs». Current Biology 23 (1): R5-R8. doi:10.1016/j.cub.2012.11.015. PMID 23305671. Bibcode: 2013CBio...23...R5O.
  2. ↑ Kinver, M. (20 Ιανουαρίου 2010). «Mammals 'floated to Madagascar'». BBC News web site. BBC. Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2010.
  3. ↑ Ali, J.R.; Huber, M. (2010-01-20). «Mammalian biodiversity on Madagascar controlled by ocean currents». Nature 463 (4 Feb. 2010): 653-656. doi:10.1038/nature08706. PMID 20090678. Bibcode: 2010Natur.463..653A.
  4. ↑ «tenrec». Merriam-Webster Dictionary. Merriam-Webster. 2021. Ανακτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2021.
  5. ↑ «Rakibolana malagasy sy Rakipahalalana momba an' i Madagasikara : trandraka». mg.mondemalgache.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Οκτωβρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 12 Ιουνίου 2022.
  6. ↑ Blench, Roger; Walsh, Martin (2011), «Faunal names in Malagasy: their etymologies and implications for the prehistory of the East African coast», 11th International Conference on Austronesian Linguistics, Aussois, France
  7. 1 2 3 Nicholl, Martin (1984). Macdonald, D., επιμ. The Encyclopedia of MammalsΑπαιτείται δωρεάν εγγραφή. Νέα Υόρκη: Facts on File. σελίδες 744–747. ISBN 978-0-87196-871-5.
  8. ↑ Stanhope, M.J.; Waddell, V.G.; Madsen, O. και άλλοι. (1998). «Molecular evidence for multiple origins of Insectivora and for a new order of endemic African insectivore mammals». PNAS 95 (17): 9967-9972. doi:10.1073/pnas.95.17.9967. PMID 9707584. PMC 21445. Bibcode: 1998PNAS...95.9967S. https://archive.org/details/sim_proceedings-of-the-national-academy-of-sciences-usa_1998-08-18_95_17/page/9967.
  9. ↑ Springer, M.S., Stanhope, M.J., Madsen, O., de Jong, W.W. (2004). «Molecules consolidate the placental mammal tree». Trends Ecol Evol 19 (8): 430-438. doi:10.1016/j.tree.2004.05.006. PMID 16701301.
  10. ↑ Robinson, T.J., Fu, B., Ferguson-Smith, M.A., Yang, F. (2004). «Cross-species chromosome painting in the golden mole and elephant-shrew: support for the mammalian clades Afrotheria and Afroinsectiphillia but not Afroinsectivora». Proceedings of the Royal Society B 271 (1547): 1477-1484. doi:10.1098/rspb.2004.2754. PMID 15306319.
  11. ↑ Asher, R.J.; Bennet, N.; Lehmann, T. (2009). «The new framework for understanding placental mammal evolution». BioEssays 31 (8): 853-864. doi:10.1002/bies.200900053. PMID 19582725.
  12. ↑ Gould, Edwin (1965). «Evidence for echolocation in the Tenrecidae of Madagascar». Proceedings of the American Philosophical Society 109 (6): 352-360. https://archive.org/details/sim_proceedings-of-the-american-philosophical-society_1965-12-10_109_6/page/352.
  13. ↑ Yin, Steph (29 Ιουνίου 2018). «The Evolutionary Origin of Descending Testicles». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουλίου 2018.
  14. ↑ Benstead, J.P.· Olson, L.E. (2003). «Limnogale mergulus, web-footed tenrec or aquatic tenrec». Στο: S.M. Goodman· J.P. Benstead, επιμ. The natural history of Madagascar. Σικάγο: University of Chicago Press. σελίδες 1267–1273. ISBN 978-0-226-30307-9.
  15. ↑ Olson, L.E.· Goodman, S.M. (2003). «Phylogeny and biogeography of tenrecs». Στο: Goodman, S.M.· Benstead J.P., επιμ. The Natural History of Madagascar. Σικάγο: Chicago University Press. σελίδες 1235–1242. ISBN 978-0-226-30307-9.
  16. ↑ Asher, R.J.; Hofreiter, M. (2006). «Tenrec phylogeny and the noninvasive extraction of nuclear DNA». Systematic Biology 55 (2): 181-194. doi:10.1080/10635150500433649. PMID 16522569. https://archive.org/details/sim_systematic-biology_2006-04_55_2/page/180.
  17. ↑ Asher, R.J.; Lehmann, T. (2008). «Dental eruption in afrotherian mammals». BMC Biology 6. doi:10.1186/1741-7007-6-14. PMID 18366669.
  18. 1 2 Stephenson, P.J.; Soarimalala, Voahangy; Goodman, Steven M. και άλλοι. (Ιανουάριος 2021). «Review of the status and conservation of tenrecs (Mammalia: Afrotheria: Tenrecidae)». Oryx 55 (1): 13-22. doi:10.1017/S0030605318001205. ISSN 0030-6053.
  19. ↑ Bronner, G.N., και Jenkins, P.D.: «Order Afrosoricida» στο έργο Mammal Species of the World: A Taxonomic and Geographic Reference, επιμ. Wilson, D.E. και Reeder, D.M., 3η έκδ., Johns Hopkins University Press, 2005, σσ. 72-77, ISBN 978-0-8018-8221-0