Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ταρρακινή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 41°17′0″N 13°15′0″E / 41.28333°N 13.25000°E / 41.28333; 13.25000

Ταρρακινή

Έμβλημα
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Ταρρακινή
41°17′0″N 13°15′0″E
ΧώραΙταλία
Διοικητική υπαγωγήΕπαρχία της Λατίνα
ΠροστάτηςΚαισάριος ο διάκονος
Έκταση136,59 km²
Υψόμετρο22 μέτρα
Πληθυσμός44.720 (1  Ιανουαρίου 2023)
Ταχ. κωδ.04019
Τηλ. κωδ.0773
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Ταρρακινή, γνωστή σήμερα ως Τερρατσίνα (ιταλικά: Terracina), είναι ιταλική πόλη και δήμος της Επαρχίας της Λατίνας, που βρίσκεται στην ακτή 56 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Ρώμης στην Αππία Οδό (76 χλμ. σιδηροδρομικώς). Η περιοχή κατοικείται αδιάλειπτα από την αρχαιότητα.

Από την 1η Μαΐου 2018, έχει πληθυσμό 46.245 κατοίκους.[1]

Η Ταρρακινή εμφανίζεται στην αρχαιότητα με δύο ονόματα: "Λατινική Τερρατσίνα" και "Βόλσκικη Άνξουρ".[2] Ο Γιούπιτερ καταγράφεται στην νεότητα του ως "Ιούπιτερ Άνξουρ", ήταν ο πολιούχος της πόλης και η λατρεία του γινόταν στο Μονς Νεπτούνιους, ο ναός υπάρχει και σήμερα. Το όνομα "Τερρατσίνα" χαρακτηρίζεται ως προ-Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, οι Ετρούσκοι το προφέρουν "Ταρτσούνα" από όπου προήλθε το όνομα της βασιλικής οικογένειας των Ταρκυνίων, αυτό δείχνει ότι υπήρχε πριν από την κατάκτηση των Βόλσκων. Η Τερρατσίνα βρισκόταν σε στρατηγική θέση στο σημείο στο οποίο τα Όρη των Βόλσκων έφταναν στην ακτή, δεν άφηναν στον εχθρό περιθώρια για διέλευση επειδή βρίσκονταν τα Έλη των Ποντίνε και κατείχε ένα μικρό λιμάνι. Την δεκαετία του 600 π.Χ. η Ταρρακική εντάχθηκε στην "Ετρουσκική Συμμαχία των 12 πόλεων".[3][4] Λίγο αργότερα (509 π.Χ.) η Αρχαία Ρώμη κατείχε την πόλη σύμφωνα με την συνθήκη την οποία είχε επισυνάψει με την Αρχαία Καρχηδόνα.[5] Οι Βόλσκοι την ανακατέλαβαν αφού δεν υπήρχε στον κατάλογο των Ρωμαϊκών πόλεων (499 π.Χ.), την κράτησαν περίπου έναν αιώνα μέχρι την χρονιά που την ανακατέλαβαν οι Ρωμαίοι (406 π.Χ.).[6] Οι Βόλσκοι την κατέλαβαν ξανά (402 π.Χ.) αλλά αυτή την φορά ανακτήθηκε σύντομα από τους Ρωμαίους (400 π.Χ.), δέχτηκε νέα ανεπιτυχή επίθεση από τους Βόλσκους (397 π.Χ.), το πρόβλημα λύθηκε οριστικά για τους Ρωμαίους όταν ίδρυσαν την αποικία τους "Κολόνια Άνξουρνας".[7][8]

Η πόλη έγινε σημαντική ως "θαλασσινή αποικία", η Αππία Οδός (312 π.Χ.) περνούσε υποχρεωτικά από έναν λόφο ακριβώς απέναντι από το ακρωτήριο με απότομη ανάβαση και κατάβαση. Ο Ύπατος Λεύκιος Βαλέριος Φλάκκος προσπάθησε ανεπιτυχώς να λύσει το πρόβλημα με την κατασκευή ενός αναχώματος στην θάλασσα, ο αυτοκράτορας Τραϊανός το έλυσε επιτυχώς με την κατασκευή μιας τομής στον βράχο που βρισκόταν στους πρόποδες του ακρωτηρίου. Το βάθος της τομής είναι εμφανές από σημάδια που φαίνονται στον κάθετο τοίχο, το χαμηλότερο βρίσκεται περίπου 1 μέτρο πάνω από τον σημερινό αυτοκινητόδρομο, σε υψόμετρο 36 μέτρων.[9] Μετά την νέα χάραξη ακολούθησαν σημαντικά έργα και όλα τα κτίρια της αυτοκρατορικής περιόδου, το σημαντικότερο από αυτά ήταν η Βία Σερενιάνα η οποία ξεκινούσε από την Τερρατσίνα και κατέληγε στην Όστια. Η διασταύρωση της Βία Τερρατσίνα και της Βία Αππία βρισκόταν λίγο ανατολικά της Τερρατσίνα, η Βία Αππία διέσχιζε κατόπιν το "πέρασμα των Λαυτουλαίων" που βρισκόταν ανάμεσα στον λόφο και την λίμνη Φόντι, εκεί οι Σαμνίτες είχαν νικήσει τους Ρωμαίους με απώλειες (315 π.Χ.). Το φυσικό περιβάλλον και τοπίο του ακρωτηρίου με την πλούσια χλωρίδα και θέα είχε σαν αποτέλεσμα τις συχνές επισκέψεις των Ρωμαίων από την αρχαιότητα (200 π.Χ.).[10] Η Ταρρακινή έγινε κατόπιν σημαντικό κέντρο για την ανάπτυξη της εύφορης κοιλάδας που βρισκόταν στα δυτικά, αναπτύχτηκαν στους πρόποδες του λόφου νέοι οικισμοί, ο αυτοκράτορας Γάλβας γεννήθηκε στην Ταρρακινή, ο Γάλβας και ο Δομιτιανός κατείχαν Επαύλεις.[11] Η Ταρρακινή έγινε κατόπιν σημαντικό εμπορικό κέντρο, αναπτύχθηκαν νέοι οικισμοί στους πρόποδες του λόφου, ο Τραϊανός και ο Αντωνίνος ο Ευσεβής κατασκεύασαν το νέο λιμάνι, το τελευταίο Ρωμαϊκό τείχος χρονολογείται τον 5ο αιώνα μ.Χ. Οι διπλανές ιαματικές πηγές χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα με εξαίρεση μία που ανιχνεύτηκε με Αρσενικό και απαγορεύτηκε τόσο στην αρχαιότητα όσο και στα νεότερα χρόνια (1839).[12]

Η Τερρατσίνα καταγράφεται την εποχή που ξέσπασε ο Γοτθικός Πόλεμος (535-554), ο Θεοδώριχος ο Μέγας κατείχε στην πόλη ένα ανάκτορο, κατόπιν λεηλατήθηκε (409, 595).[13] Την εποχή που κατέκτησαν στα τέλη του 6ου αιώνα οι Λομβαρδοί την Ιταλική χερσόνησο η Τερρατσίνα παρέμεινε ένα σημαντικό οχυρό για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ανήκε στο Δουκάτο της Νεαπόλεως. Η Τερρατσίνα ήταν ένα από τα βορειότερα οχυρά των Βυζαντινών στον Ιταλικό νότιο, ένα μνημείο του Βυζαντινού δούκα Γεωργίου της Νεαπόλεως ήταν ορατό στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Πάπας Ιωάννης Η΄ την έφερε υπό την κυριαρχία της Αγίας Έδρας (872), με την κρίση ωστόσο που ξέσπασε τον επόμενο αιώνα κυβερνήθηκε κυβερνήθηκε από τοπικούς οίκους όπως η Οικογένεια Φραντζιπάνι που την κατείχε επίσης την περίοδο 1153-1202. Αργότερα (1082) η Τερρατσίνα έγινε η έδρα του πρώτου Παπικού Κονκλαβίου που συνεδρίασε εκτός της Ρώμης, τον 11ο και τον 12ο αιώνα γνώρισε σημαντική ανάπτυξη με δύο νέα προάστια έξω από τα τείχη. Με τα "Αιγυπτιακά Συντάγματα" (1357) η παπική εξουσία αυξήθηκε ωστόσο το Βασίλειο της Νεαπόλεως εξακολουθούσε να έχει ισχυρή επίδραση.

Τον 16ο αιώνα η Τερρατσίνα γνώρισε μεγάλη παρακμή λόγω επιθέσεων των πειρατών από την βόρεια Αφρική και της επιδημίας Ελονοσίας, την ίδια εποχή ωστόσο οι μεγάλες οικογένειες της πόλης οικοδόμησαν τις πρώτες βίλες της Αναγέννησης. Τον 17ο αιώνα οι Πάπες ξεκίνησαν ένα πρόγραμμα ανάκαμψης με μεταφορά κατοίκων από τις γύρω περιοχές και με φορολογικές απαλλαγές, την ίδια εποχή οικοδομήθηκαν η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη και η Μαντόνα ντελα Γκράτζια. Τους επόμενους δύο αιώνες η Τερρατσίνα απέκτησε την σημερινή μορφή της, ο Πάπας Πίος ΣΤ΄ ξεκίνησε την αποξήρανση των ελών και πρόσθεσε μια νέα συνοικία δίπλα από το λιμάνι. Την εποχή της Ναπολεόντειας κατοχής η Τερρατσίνα προσαρτήθηκε στο διαμέρισμα Τσιρτσέο, οι κάτοικοι επαναστάτησαν (1798) αλλά κατεστάλησαν με Γαλλικά και Πολωνικά στρατεύματα υπό την ηγεσία του Αλεξάντερ Μακντόναλντ. Με την λήξη των Ναπολεόντιων Πολέμων η Τερρατσίνα τοποθετήθηκε στα σύνορα του Βασιλείου της Νεαπόλεως με τα Παπικά Κράτη, την συνθήκη υπέγραψαν ο Πάπας Πίος Ζ΄ και ο Φερδινάνδος Α΄ των Δύο Σικελιών (1818). Ο Πάπας Γρηγόριος ΙΣΤ΄ επισκέφτηκε δύο φορές την πόλη (1839, 1843), ξεκίνησε έργα για το νέο λιμάνι. Τα τελευταία χρόνια (1934) αφαιρέθηκε από την Επαρχία της Ρώμης και προσαρτήθηκε στην Επαρχία της Λατίνα.


  1. «Popolazione residente al 31 maggio 2018». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιουνίου 2019. Ανακτήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2019.
  2. https://penelope.uchicago.edu/Thayer/L/Roman/Texts/Pliny_the_Elder/3*.html#59
  3. Wikisource One or more of the preceding sentences incorporates text from a publication now in the public domain: Ashby, Thomas (1911). "Terracina". In Chisholm, Hugh (ed.). Encyclopædia Britannica, Τομ. 26 (11th ed.). Cambridge University Press, σ. 653
  4. https://www.mysteriousetruscans.com/cities.html
  5. https://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Plb.+3.22&redirect=true
  6. Τίτος Λίβιος, IV, 4, 58
  7. Wikisource One or more of the preceding sentences incorporates text from a publication now in the public domain: Ashby, Thomas (1911). "Terracina". In Chisholm, Hugh (ed.). Encyclopædia Britannica, Τομ. 26 (11th ed.). Cambridge University Press, σ. 653
  8. Τίτος Λίβιος, V, 2, 13
  9. Wikisource One or more of the preceding sentences incorporates text from a publication now in the public domain: Ashby, Thomas (1911). "Terracina". In Chisholm, Hugh (ed.). Encyclopædia Britannica, Τομ. 26 (11th ed.). Cambridge University Press, σ. 653
  10. Wikisource One or more of the preceding sentences incorporates text from a publication now in the public domain: Ashby, Thomas (1911). "Terracina". In Chisholm, Hugh (ed.). Encyclopædia Britannica, Τομ. 26 (11th ed.). Cambridge University Press, σ. 653
  11. Martial epigrams V 1
  12. Wikisource One or more of the preceding sentences incorporates text from a publication now in the public domain: Ashby, Thomas (1911). "Terracina". In Chisholm, Hugh (ed.). Encyclopædia Britannica, Τομ. 26 (11th ed.). Cambridge University Press, σ. 653
  13. Wikisource One or more of the preceding sentences incorporates text from a publication now in the public domain: Ashby, Thomas (1911). "Terracina". In Chisholm, Hugh (ed.). Encyclopædia Britannica, Τομ. 26 (11th ed.). Cambridge University Press, σ. 653