Σύστημα Martingale

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το σύστημα Martingale είναι μια από τις κατηγορίες στρατηγικών σε τυχερά παιχνίδια που προέρχονταν και ήταν δημοφιλείς στη Γαλλία του 18ου αιώνα. Η αρχική του εφαρμογή αφορούσε το παιχνίδι κορώνα ή γράμματα στο οποίο ο παίκτης διαλέγει μια πλευρά ενός νομίσματος, το οποίο ρίχνεται στον αέρα και ο παίκτης κερδίζει το στοίχημα όταν το κέρμα πεσει στο έδαφος με εμφανή την επιλογή του, ενώ το χάνει εάν το κέρμα εμφανίζει την άλλη όψη. Συμφωνα με το σύστημα Martingale o παίκτης θα πρέπει να διπλασιάζει το στοίχημα μετά από κάθε ήττα, έτσι ώστε με τη πρώτη νίκη να ανακτήσει όλες τις προηγούμενες απώλειες και να κερδίσει και κέρδος ίσο με το αρχικό ποντάρισμα. Η στρατηγική martingale έχει εφαρμοστεί και στη ρουλέτα, όπου η πιθανότητα να πετύχει κανείς είτε κόκκινο είτε μαύρο είναι και πάλι κοντά στο 50%.

Η στρατηγική Martingale σε οποιοδήποτε τυχερό παιχνίδι πιθανοτήτων 50-50 λειτουργεί ως εξής:

  • Ένας παίκτης τοποθετεί ένα αρχικό ποντάρισμα σε κάποιο παιχνίδι προβλέψεων 50-50 (κόκκινο/μαύρο, μονά/ζυγά, υψηλοί/χαμηλοί αριθμοί).
  • Αν ο παίκτης κερδίσει, επιστρέφει στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε και ποντάρει ξανά το ίδιο ποσό. Αν ο παίκτης χάσει, διπλασιάζει το ποντάρισμα. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι ο παίκτης να κερδίσει. Τότε, ο παίκτης επιστρέφει στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε και ποντάρει ξανά το αρχιό του ποντάρισμα.
  • Η στρατηγική Martingale δουλεύει σε κύκλους. Η διάρκεια κάθε μεμονωμένου κύκλου διαφέρει, αλλά κάθε κύκλος τελειώνει με τον παίκτη να κερδίζει το αρχικό του ποντάρισμα ή να χάνει όλο το κεφάλαιο του.

Πιθανότητες πρόβλεψης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασικός λόγος για τον οποίο αποτυγχάνουν τα συστήματα στοιχημάτων τύπου martingale είναι ότι καμία ποσότητα πληροφοριών σχετικά με τα αποτελέσματα προηγούμενων πονταρισμάτων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την πρόβλεψη των αποτελεσμάτων ενός μελλοντικού πονταρίσματος. Στη μαθηματική ορολογία, αυτό σημαίνει ότι κάθε ποντάρισμα είναι ανεξάρτητο και δεν επηρεάζεται από τα αποτελέσματα των προηγούμενων πονταρισμάτων. Έτσι προκύπτει ότι η αναμενόμενη αξία μιας σειράς στοιχημάτων είναι ίση με το άθροισμα, σε όλα τα στοιχήματα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να συμβούν στη σειρά, της αναμενόμενης αξίας ενός δυνητικού στοιχήματος επί την πιθανότητα ότι ο παίκτης θα κάνει αυτό το στοίχημα. Στα περισσότερα παιχνίδια καζίνο, η αναμενόμενη αξία οποιουδήποτε μεμονωμένου στοιχήματος είναι αρνητική, οπότε το άθροισμα πολλών αρνητικών αριθμών θα είναι πάντα αρνητικό.

Περιορισμοί και μαθηματική ανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Περιορισμένο κεφάλαιο
    Δεν υπάρχει παίκτης που να μην έχει περιορισμένο κεφάλαιο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν ένας παίκτης εξακολουθεί να εφαρμόζει τη στρατηγική Martingale σε βάθος χρόνου, κάποια στιγμή θα ξεμείνει από χρήματα. Άρα, δεν θα μπορεί να τοποθετήσει το επόμενο ποντάρισμα για να ολοκληρώσει έναν νικηφόρο κύκλο. Εάν για παράδειγμα κάποιος έχει κεφάλαιο 1000 φορές το αρχικό του ποντάρισμα του αρκούν 9 συνεχόμενες ήττες για να μην μπορεί πλέον να διπλασιάσει το ποντάρισμα του ώστε να προσπαθήσει να ολοκληρώσει τον κύκλο με νίκη.
    Στην ευρωπαϊκή ρουλέτα, η πιθανότητα να χάσει κάποιος 9 φορές στη σειρά ένα ποντάρισμα 50-50 είναι: (19/37)^9 = 0,0025 = 0,25%.
    Αυτή η πιθανότητα σημαίνει ότι, στατιστικά, περίπου 1 στους 402 κύκλους Martingale θα τελειώσει χάνοντας 9 πονταρίσματα στη σειρά, άρα ο παίκτης δεν θα μπορεί να κάνει το επόμενο ποντάρισμα. Όσο πιο μικρό είναι το αρχικό ποντάρισμα σε σχέση με το διαθέσιμο κεφάλαιο, η πιθανότητα να χάσει κάποιος έναν κύκλο γίνεται μικρότερη. Ωστόσο, για να κερδίσει κάποιος συστηματικά ένα σημαντικό ποσό χρησιμοποιώντας τη στρατηγική Martingale και ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα το ρίσκο, θα πρέπει να επαναλάβει ολόκληρη τη διαδικασία περισσότερες φορές, κάτι που σημαίνει ότι κάποια στιμγή θα χασει και πάλι όλο το κεφάλαιο του.
  • Περιορισμοί στο μέγεθος πονταρίσματος
    Εκτός από το πρόβλημα του κεφαλαίου, η στρατηγική Martingale περιορίζεται και από το μέγεθος των πονταρισμάτων που επιτρέπουν συνήθως τα καζίνο. Παρότι τα ελάχιστα και μέγιστα όρια των τραπεζιών διαφέρουν σε κάθε καζίνο και κάθε παιχνίδι, σε γενικές γραμμές, το μέγιστο επιτρεπόμενο ποντάρισμα είναι μόλις μερικές εκατοντάδες φορές υψηλότερο από το ελάχιστο ποντάρισμα.

Στρατηγική Anti-martingale (Reverse Martingale)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασική αρχή της στρατηγικής Martingale είναι να αυξάνεται το μέγεθος του πονταρίσματός μετά από κάθε χαμένο ποντάρισμα. Η στρατηγική Reverse Martingale είναι ακριβώς το αντίθετο. Αντί να αυξάνεται το μέγεθος του πονταρίσματος σε κάθε χαμένο ποντάρισμα, αυτό αυξάνεται σε κάθε κερδισμένο. Ο στόχος είναι να μετατραπεί ένα πιθανό μικρό σερί διαδοχικών νικών σε ένα σημαντικότερο κέρδος.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]