Σύμβαση Εκμετάλλευσης έργων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο δημιουργός μπορεί να αξιοποιήσει οικονομικά το έργο του παραχωρώντας σε τρίτο τη δυνατότητα εκμετάλλευσής του, χωρίς τη μεταβίβαση σ'αυτόν του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα δικαιώματα παραμένουν στο δημιουργό και μόνο η άσκησή του μεταφέρεται σε τρίτο. Η σύμβαση εκμετάλλευσης είναι καθιερωμένη, ιδίως στο δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας (άρθρο 12 νόμος 1733/1987 για ευρεσιτεχνίες και άρθρο 18, 22 νόμος 2239/19944 “ για σήματα”). Ο νόμος διακρίνει μεταξύ συμβάσεων και αδειών εκμετάλλευσής. Με τη σύμβαση εκμετάλλευσής, ο δημιουργός αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο και αυτός αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει εξουσίες που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα (άρθρο 13 παράγραφος 1). Με την άδεια εκμετάλλευσής ο δημιουργός επιτρέπει σε κάποιον άλλον την άσκηση εξουσιών που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα (άρθρο 13 παράγραφος 2). Η σύμβαση επιβάλλει υποχρέωση, ενώ η άδεια απλώς επιτρέπει χωρίς να επιβάλλει υποχρέωση εκμετάλλευσής του έργου.

Το περιεχόμενο της σύμβασης εκμετάλλευσης ποικίλλει, αλλά δεν μπορεί να είναι διαφορετικό από το περιεχόμενο των αναγνωριζόμενων από το νόμο περιουσιακών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, αφού η άσκηση αυτών των δικαιωμάτων μεταφέρεται σε τρίτο. Ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης εκμετάλλευσης είναι η παραχώρηση στον τρίτο μιας τουλάχιστον εξουσίας περιουσιακής φύσεως για συγκεκριμένο είδος εκμετάλλευσής του έργου. π.χ. Δημόσια εκτέλεση μουσικού έργου σε ζωντανές τηλεοπτικές εκπομπές. Υπό την έννοια αυτή οι συμβάσεις εκμετάλλευσης έχουν “θετικό χαρακτήρα” (ο δημιουργός να παραχωρήσει) και όχι “αρνητικό” (ο δημιουργός να μην καταδιώκει τον αδειούχο).

Οι συμβάσεις εκμετάλλευσής μπορούν να έχουν περιεχόμενο κατ' έκταση – χωρικά (π.χ. για μια πόλη ή ένα κράτος) ή χρονικά (π.χ. για ένα χρόνο) περιορισμένο. Ειδικότερα ως προς την έκταση του περιεχομένου της σύμβασης εκμετάλλευσής, είναι δυνατό: # κάθε περιουσιακής φύσεως εξουσία να παραχωρηθεί σε διαφορετικά πρόσωπα # περισσότερες περιουσιακές εξουσίες να παραχωρηθούν σε ένα πρόσωπο # να επιτραπεί σε διαφορετικά πρόσωπα η περιουσιακή εκμετάλλευση διαφορετικών μορφών εκμετάλλευσης του έργου (π.χ. στον Α η διασκευή του διηγήματος για θεατρική παράσταση, στον Β η κινηματογράφηση του έργου). Οι συμβάσεις εκμετάλλευσης του έργου μπορεί να συναρμολογηθούν ως αποκλειστικές ή μη αποκλειστικές (απλές). Η σύμβαση αποκλειστικής εκμετάλλευσης του έργου επιτρέπει στο δικαιούχο, κατ'αποκλεισμό οποιουδήποτε άλλου, συμπεριλαμβανομένου και του δημιουργού, να το εκμεταλλεύεται κατά το συμφωνηθέντα τρόπο (μορφή) εκμετάλλευσής. Ο δικαιούχος, θετικά, έχει αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου, ενώ αρνητικά, αποκρούει κάθε άλλον (δημιουργό και τρίτο) ως προς την παραχωρηθείσα συγκεκριμένη εκμετάλλευση. Γι αυτό, κατά την επικρατούσα γνώμη, η σύμβαση αποκλειστικής εκμετάλλευσης έχει οιονεί εμπράγματο χαρακτήρα. Η “εμπραγματοποίηση” (αποκλειστικός και απόλυτος χαρακτήρας) αυτή του δικαιώματος από σύμβαση αποκλειστικής εκμετάλλευσης του έργου δικαιολογείται τόσο από την ουσία του δικαιώματος που συνίσταται στην “άσκηση” ενός απόλυτου και αποκλειστικού περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, με το συμφωνηθέν βέβαια περιεχόμενο, όσο και από την ανάγκη συνδρομής του “απόλυτου” ως συσχετικού για την προστασία του συμφωνηθέντος “αποκλειστικού” στοιχείου της σύμβασης.


Συμβάσεις με αντικείμενο μελλοντικά έργα ή μελλοντικούς τρόπους εκμετάλλευσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νόμος ορίζει ότι “η σύμβαση ή η άδεια” δεν μπορεί ποτέ να περιλαμβάνει το σύνολο των μελλοντικών έργων του δημιουργού (άρθρο 13 παράγραφος 5).

Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης, προνοώντας, θέλησε να προστατεύσει το δημιουργό από υπέρμετρες δεσμεύσεις που μπορεί να έχουν και το αρνητικό αποτέλεσμα του περιορισμού ή της παύσης της δημιουργικής δραστηριότητας. Ο νόμος απαγορεύει συμβάσεις ή άδειες που έχουν ως αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης “το σύνολο των έργων” του δημιουργού. Συνεπώς, ως αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, μπορούν να οριστούν είτε “ορισμένα” μελλοντικά έργα, είτε μη ορισμένα που θα παραχθούν όμως σε κάποιο χρονικό διάστημα. Το γεγονός ότι ο νομοθέτης απέκλεισε ρητά το σύνολο των έργων δεν συναποκλείει την εφαρμογή των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί αμφοτεροβαρών συμβάσεων (πιθανή εφαρμογή άρθρο 366 ΑΚ) και κυρίως των διατάξεων των άρθρων 178, 179 ΑΚ περί αθέμιτου χαρακτήρα της δικαιοπραξίας λόγω υπέρμετρης κατ' έκταση δέσμευσης της ελευθερίας του δημιουργού. Συνεπώς, στην απαγόρευση πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει και κάθε σύμβαση ή άδεια που έχει ως αντικείμενο μελλοντικά έργα του δημιουργού τα οποία, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ή άδειας, δεν μπορούν επαρκώς να εξατομικευθούν κατ' είδος και ειδικότερα, κατά περιεχόμενο, κατ' αριθμό, ανάλογα με το είδος του έργου, και κατά χρόνο, δηλαδή ο εύλογος χρόνος εντός του οποίου τα μελλοντικά αυτά έργα μπορούν να δημιουργηθούν. Οδηγό του εύλογου χρόνου δίνει ο ίδιος ο νομοθέτης περιορίζοντας την ανάθεση από το δημιουργό σε οργανισμό συλλογικής διαχείρισης της προστασίας των δικαιωμάτων με ανώτατο όριο 3 χρόνια (άρθρο 54 παράγραφος 3 εδ.2 ν. 2121).

Ο νόμος περαιτέρω στην ίδια διάταξη (άρθρο 13 παράγραφος 5) ορίζει ότι η σύμβαση ή η άδεια “δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται και σε τρόπους εκμετάλλευσης που δεν ήταν γνωστοί κατά το χρόνο της κατάρτισης των σχετικών δικαιοπραξιών”. Με τη ρύθμιση αυτή αποτρέπεται η δέσμευση του δημιουργού για χρήσεις του έργου που είναι άγνωστες και των οποίων δεν μπορεί να σταθμίσει την οικονομική αξιοποίηση, ιδίως λόγω ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας που επιδρά καίρια στην οικονομική εκμετάλλευση των έργων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η ρύθμιση αυτή είναι συνεπής τόσο με τη φύση της πνευματικής ιδιοκτησίας ως έννομης σχέσης, όσο και με τις αρχές του μερισμού των εξουσιών και της θεωρίας του σκοπού της σύμβασης, κατ' εφαρμογή των οποίων εάν έλειπε η διάταξη, θα έφτανε κανείς στην ίδια απαγόρευση. Συμβάσεις ή άδειες που αφορούν μελλοντικά έργα ή μελλοντικές χρήσεις είναι άκυρες έστω και υπό τη μορφή προσυμφώνων ή συμφώνων προαίρεσης.


Το Δίκαιο των συμβάσεων εκμετάλλευσης έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

α) Ο δημιουργός έχει εκ του νόμου το δικαίωμα να μεταβιβάζει ελεύθερα το περιουσιακό του δικαίωμα και να καταρτίζει συμβάσεις ή να παρέχει άδειες εκμετάλλευσης των περιουσιακών δικαιωμάτων του (άρθρο 12 παράγραφος 1, άρθρο 13 παράγραφος 1,2). Το δικαίωμα όμως της πνευματικής του ιδιοκτησίας, η έννομη σχέση δημιουργού-έργου, δεν θίγεται και παραμένει αμεταβίβαστο.

β) Οι συμβάσεις ή άδειες εκμετάλλευσης περιουσιακού δικαιώματος μπορούν να είναι περιορισμένες από άποψη των εξουσιών, του σκοπού, της διάρκειας, της τοπικής ισχύος και της έκτασης των μέσων εκμετάλλευσης (άρθρο 15 παράγραφος 1). Δεν υπάρχει κλειστός αριθμός εξουσιών.

γ) Η μεταβίβαση της κυριότητας του υλικού φορέα, όπου έχει ενσωματωθεί το έργο, σε πρωτότυπο ή αντίγραφο ή αντίτυπο, δεν επιφέρει μεταβίβαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και δεν παρέχει στο νέο κτήτορα εξουσίες εκμετάλλευσης του έργου, εκτός εάν εγγράφως έχει ήδη συμφωνηθεί το αντίθετο με τον αρχικό δικαιούχο του περιουσιακού δικαιώματος (άρθρο 17).

δ) Δεν επιτρέπεται η εν ζωή περαιτέρω μεταβίβαση του δικαιώματος εκμετάλλευσης από τον δικαιούχο, χωρίς την συναίνεση του δημιουργού (άρθρο 13 παράγραφος 6). Η έλλειψη συναίνεσης καθιστά την πράξη ανενεργή. Η άρνηση συναίνεσης δεν πρέπει όμως να είναι καταχρηστική.

ε) Η καλόπιστη κτήση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, κατ' αναλογία άρθρο 1036 ΑΚ αποκλείεται. Στις συμβάσεις εκμετάλλευσης εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι περί εκχωρήσεως διατάξεις. Η ρύθμιση του άρθρου 1036 ΑΚ θεμελιώνεται στην ανάγκη προστασίας των συναλλαγών με βάση το φαινόμενο δικαίου που πηγάζει από τη νομή του μεταβιβάζοντα μη κυρίου, που μέσω αυτής εμφανίζεται σαν κύριος του πράγματος. Ανάλογη κατάσταση δημοσιότητας δεν συντρέχει στην πνευματική ιδιοκτησία.

στ) Σε κάθε περίπτωση μεταβίβασης περιουσιακού δικαιώματος ή παροχής αποκλειστικής άδειας εκμετάλλευσης, εκείνος που αποκτά το δικαίωμα ή την άδεια είναι υποχρεωμένος μέσα σε εύλογο χρόνο να καταστήσει το έργο προσιτό στο κοινό με τον κατάλληλο τρόπο εκμετάλλευσης (άρθρο 15 παράγραφος 5).

ζ) Οι δικαιοπραξίες για μεταβίβαση, ανάθεση ή άδεια εκμετάλλευσης περιουσιακού δικαιώματος είναι τυπικές. Για την εγκυρότητά τους απαιτείται έγγραφο συστατικό.

Το ίδιο ισχύει και για δικαιοπραξίες που αφορούν την άσκηση ηθικού δικαιώματος. Ωστόσο, η ακυρότητα από την έλλειψη του εγγράφου είναι σχετική. Μπορεί να την επικαλεσθεί μόνο ο πνευματικός δημιουργός (άρθρο 14). Μέχρι την επίκληση της ακυρότητας η δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρως την ενέργειά της.

Η καθιέρωση του έγγραφου τύπου επιδιώκει την προστασία του δημιουργού από κινδύνους των διαφόρων συμβάσεων και αδειών εκμετάλλευσης. Για τον έγγραφο τύπο σημασία έχει η διαμόρφωση του περιεχομένου της δικαιοπραξίας και όχι ο τίτλος που προσδίδουν σ'αυτήν οι συμβαλλόμενοι. Ο έγγραφος τύπος επεκτείνεται τόσο στην δικαιοπραξία όσο και σε πρόσθετες ή τροποποιητικές συμφωνίες και προσυμφωνίες.

Ο έγγραφος τύπος επιβάλλεται στις μεταβιβάσεις, στις συμβάσεις και στις άδειες στις οποίες συμβαλλόμενος είναι ο δημιουργός. Αυτό προκύπτει από το δικαίωμα που έχει μόνο ο πνευματικός δημιουργός να επικαλεσθεί την ακυρότητα. Ενόψει της σχετικότητας της ακυρότητας υπέρ του “πνευματικού δημιουργού” θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν απαιτείται η τήρηση του έγγραφου τύπου σε δικαιοπραξίες κατά τεκμήριο δημιουργού ή δικαιούχων ή πλασματικών αρχικών δικαιούχων.

Οι διατάξεις του νόμου περί συστατικού τύπου των συμβάσεων δεν εφαρμόζονται για τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν τη θέση σε ισχύ του νόμου 2121 (4.3.1993).

η) Στις συμβάσεις και στις άδειες εκμετάλλευσης ο νομοθέτης, για να βελτιώσει τα οικονομικά συμφέροντα του δημιουργού, έχει επιβάλει την αρχή της “ποσοστιαίας αμοιβής” του δημιουργού (άρθρο 32). Κανόνας είναι ότι η αμοιβή που οφείλει να καταβάλλει ο αντισυμβαλλόμενος στο δημιουργό για τις δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος ή τη μεταβίβαση εξουσιών από αυτόν πρέπει υποχρεωτικά να συμφωνείται σε ορισμένο ποσοστό, το οποίο καθορίζεται ελεύθερα μεταξύ των μερών. Βάση για τον υπολογισμό είναι όλα ανεξαιρέτως τα ακαθάριστα έσοδα και έξοδα που πραγματοποιούνται από την εκμετάλλευση του έργου.

Εξαιρέσεις στον κανόνα και συνεπώς καθορισμό αμοιβής σε ορισμένο ποσό δέχεται ο νομοθέτης μόνο σε περιπτώσεις:

α) πρακτικής αδυναμίας προσδιορισμού της βάσης υπολογισμού της ποσοστιαίας αμοιβής

β) δυσανάλογης δαπάνης για τον υπολογισμό της ποσοστιαίας αμοιβής

γ) όταν η φύση της εκμετάλλευσης καθιστά αδύνατη την εφαρμογή του ποσοστού, ιδίως όταν η συμβολή του δημιουργού δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συνόλου του πνευματικού δημιουργήματος ή όταν η χρήση του έργου έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με το αντικείμενο της εκμετάλλευσης (άρθρο 32 παράγραφος 1).

Εξαιρέσεις στην υποχρεωτικότητα της συμφωνίας της αμοιβής σε ποσοστό, και συνεπώς η δυνατότητα συμφωνίας για ορισμένο ποσό είναι δυνατή

α) όταν ο νόμος ορίζει διαφορετικά

β) για έργα που δημιουργήθηκαν από μισθωτούς σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας, για προγράμματα Η/Υ και τέλος για κάθε είδους διαφήμιση (άρθρο 32 παράγραφος 2).


Ρυθμίσεις ειδικών συμβάσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νομοθέτης μεταφέρει στο νέο νόμο ρυθμίσεις για ορισμένα είδη συμβάσεων εκμετάλλευσης, όπως το περιεχόμενό τους έχει διαμορφωθεί εν μέρει νομοθετικά, εν μέρει νομολογιακά και από την κρατούσα πρακτική, με επίκεντρο το είδος και το ποσοστό αμοιβής.

Στη βασική διάταξη του άρθρου 39 υπό τον τίτλο “ακυρότητα αντίθετων συμφωνιών” ορίζεται ότι συμφωνίες που προβλέπουν ρυθμίσεις διαφορετικές ή αμοιβές χαμηλότερες απ' τις καθορισμένες (άρθρα 32 - 38), είναι άκυρες κατά το μέτρο που περιέχουν ρήτρες δυσμενέστερες για τους δημιουργούς.

1. Σύμβαση έντυπης έκδοσης (άρθρο 33)

α) Η αρχαιότερη ίσως μορφή οικονομικής εκμετάλλευσης του έργου είναι η σύμβαση έκδοσης, δυνάμει της οποίας ο εκδότης αναλαμβάνει τον πολλαπλασιασμό και τη διάδοση του έργου.

Ο νόμος 2121/1993 δεν θέλησε να ρυθμίσει τη “σύμβαση έκδοσης” γενικά, θεωρώντας ότι μεταφέροντας ορισμένα δεδομένα της νομολογίας σχετικά με την “έντυπη εκδοτική σύμβαση” στο άρθρο 33, άφηνε περιθώρια με μεταγενέστερο νομοθέτημα να ρυθμίσει χωριστά τη σύμβαση έκδοσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 33 παράγραφος 1 διαφαίνονται οι δυο κρίσιμες αλληλένδετες μεταξύ τους εξουσίες της σύμβασης, δηλαδή η αναπαραγωγή και η διανομή του έργου ή αντιτύπων του.

Πρόκειται για μη ρυθμιζόμενη ενοχική αμφοτεροβαρή σύμβαση με έντονο προσωπικό χαρακτήρα, στην οποία, ως περιλαμβανόμενη στο έκτο κεφάλαιο του νόμου 2121 σχετικά με τις ρυθμίσεις για συμβάσεις και άδειες εκμετάλλευσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 13 – 17 του νόμου.

β) Η σύμβαση έντυπης έκδοσης προϋποθέτει ότι ο εκδότης αναλαμβάνει την έκδοση για δικό του λογαριασμό και ότι υποχρεούται στην έκδοση. Συνεπώς δεν εμπίπτει στην εκδοτική σύμβαση, η έκδοση που γίνεται από τον ίδιο το δημιουργό στο όνομά του και για λογαριασμό του, η κατά παραγγελία του δημιουργού απ' τον εκδότη (σύμβαση έργου) ή από τον εκδότη και το συγγραφέα δημιουργό υπό εταιρικό σχήμα.

γ) Η σύμβαση έκδοσης γενικά περιλαμβάνει εκ πρώτης όψεως την έντυπη έκδοση λογοτεχνικών έργων (διηγήματα, ποιήματα, έργα θεατρικά, βιογραφίες, δοκίμια, μυθιστορήματα κ.α.), επεκτείνεται όμως και σε άλλους τομείς, όπως ηχογραφήσεις, επιστημονικές και τεχνικές απεικονίσεις, όχι όμως έργα εικαστικών τεχνών, φωτογραφίες ή οπτικοακουστικά.

δ) Ο τρόπος αμοιβής του δημιουργού στη σύμβαση έντυπης έκδοσης ρυθμίζεται στο άρθρο 33.

Η αμοιβή είναι ποσοστιαία επί της λιανικής πώλησης όλων των πωλούμενων αντιτύπων. Ποσοστιαία είναι και η αμοιβή που οφείλει να καταβάλλει ο εκδότης στο μεταφραστή για την εκδιδόμενη μετάφραση.

Εξαίρεση: η αμοιβή μπορεί να συμφωνηθεί σε ορισμένο ποσό, στις περιπτώσεις συλλογικών έργων, εγκυκλοπαιδειών, λευκωμάτων, σχολιασμών, περιοδικών, εφημερίδων και άλλων έργων που αναφέρονται στο νόμο (άρθρο 33 παράγραφος 2).

Στην περίπτωση συνδρομής περισσότερων δημιουργών, η αμοιβή κατανέμεται σ' αυτούς ανάλογα με την έκταση συμβολής του καθενός.

ε) Η σύμβαση έντυπης έκδοσης απαιτεί έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 14 νόμος 2121.

Οι υποχρεώσεις του δημιουργού συνίστανται κυρίως στην παραχώρηση της εξουσίας αναπαραγωγής και κυκλοφορίας, στην παράδοση του χειρογράφου στον εκδότη, εντός των συμφωνημένων προθεσμιών, στη γνησιότητα του έργου ως πρωτότυπη δημιουργία του συγγραφέα και στην έλλειψη νομικών ελαττωμάτων.

2. Σύμβαση οπτικοακουστικής παραγωγής (άρθρο 34)

α) Αντικείμενο της σύμβασης αυτής είναι η δημιουργία “οπτικοακουστικού έργου” (ακολουθίας δηλαδή εικόνας και ήχου). Η μεταφορά λογοτεχνικού, μουσικού, χορογραφικού κ.α. έργου στον κινηματογράφο αποτελεί μορφή της εξουσίας για επεξεργασία προϋπάρχοντος έργου το οποίο είναι αντικείμενο περιουσιακής φύσεως εξουσίας κινηματογραφικής παραγωγής.

β) Υποκείμενα της σύμβασης είναι ο δημιουργός του έργου και ο παραγωγός.

γ) Πρακτικό ενδιαφέρον έχει η αναζήτηση του παραγωγού στις περιπτώσεις παραγωγής οπτικοακουστικού έργου κατ' εντολή και στις περιπτώσεις ελεύθερων παραγωγών τηλεοπτικών έργων κατ' εντολή όπως π.χ. Τηλεοπτικών σταθμών ή διαφημιστικών επιχειρήσεων.

Στις περιπτώσεις αυτές ο εντολοδόχος είναι παραγωγός του οπτικοακουστικού έργου εφόσον έχει τη γενική οργανωτική διεύθυνση της παραγωγής. Έτσι συνάπτει συμβάσεις στο όνομά του και αποκτά ο ίδιος περιουσιακά δικαιώματα, ανεξάρτητα αν για λόγους εκμετάλλευσης του έργου τα εκχωρεί εν όλω ή εν μέρει στον εντολέα. Αντίθετα, ο εντολέας (π.χ. τηλεοπτικός σταθμός) θεωρείται παραγωγός του οπτικοακουστικού έργου, όταν ο εντολοδόχος ελεύθερος παραγωγός ακολουθεί τις οδηγίες του εντολέα, συνάπτει τις σχετικές συμβάσεις και αποκτά τα δικαιώματα στο όνομα και λογαριασμό του εντολέα αφήνοντας τη χρηματοδότηση και τον επιχειρηματικό κίνδυνο εξ ολοκλήρου σ' αυτόν.

δ) Στις συμβάσεις που συνάπτει ο παραγωγός με τον δημιουργό του έργου και τους δημιουργούς των επί μέρους συμβόλων πρέπει να ορίζονται οι συγκεκριμένες περιουσιακές εξουσίες που μεταβιβάζονται στον παραγωγό. Στην αντίθετη περίπτωση, η σύμβαση μεταξύ του παραγωγού και των δημιουργών – με εξαίρεση τους μουσικοσυνθέτες και τους στιχουργούς – επιφέρει στον παραγωγό τη μεταβίβαση μόνο εκείνων των περιουσιακών εξουσιών που είναι αναγκαίες για την εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου σύμφωνα με το σκοπό της σύμβασης.

Εδώ πρόκειται για συνδυασμό νόμιμης εκχώρησης – όχι απλώς τεκμηρίου – που κατ' έκταση περιεχομένου περιορίζεται από τη θεωρία του σκοπού της σύμβασης. Ωστόσο οι διατάξεις του άρθρου 34 παράγραφος 1, 2 δεν περιέχουν συγκεκριμενοποίηση της αρχής του σκοπού της σύμβασης, η οποία αφήνεται στον εφαρμοστή του δικαίου και στην επιστήμη.

ε) Η νόμιμη εκχώρηση δεν εφαρμόζεται στους μουσικοσυνθέτες και στιχουργούς ως δημιουργούς των επιμέρους συμβολών που ενσωματώνονται σε οπτικοακουστικό έργο (άρθρο 34 παράγραφος 2, εδ. 2). Συνεπώς για τη μεταβίβαση οποιωνδήποτε περιουσιακών εξουσιών από αυτούς στον παραγωγό, στη συμβολή τους απαιτείται συμφωνία που να εξατομικεύει τις μεταβιβαζόμενες ή παραχωρούμενες εξουσίες.

στ) Η αμοιβή των δημιουργών είναι: # χωριστή για κάθε τρόπο εκμετάλλευσης του οπτικοακουστικού έργου # κατά κανόνα ποσοστιαία με καθοριζόμενο ύψος από τα μέρη συμβατικά. Το ποσοστό υπολογίζεται με βάση όλα ανεξαιρέτως τα ακαθάριστα έσοδα ή έξοδα ή και τα δυο, που πραγματοποιούνται απ'την εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου (άρθρο 34 παράγραφος 3) # κατ' εξαίρεση εύλογη στην περίπτωση εκμίσθωσης υλικών φορέων εικόνας, ήχου στους οποίους φορείς έχει ενσωματωθεί το έργο. Για την υλοποίηση του δικαιώματος αμοιβής του δημιουργού, ο νόμος επιβάλλει υποχρέωση στον παραγωγό να παρέχει κάθε χρόνο εγγράφως στο δημιουργό κάθε πληροφορία που αφορά την εκμετάλλευση του έργου και να επιδεικνύει τα σχετικά παραστατικά έγγραφα.

Κατ' εξαίρεση οι περί αμοιβής ρυθμίσεις δεν αφορούν διαφημιστικές ταινίες μικρού μεγέθους. ζ) Τα ηθικά δικαιώματα από το οπτικοακουστικό έργο παραμένουν στους δημιουργούς, στο σκηνοθέτη (άρθρο 9) ως προς το όλο έργο και στους δημιουργούς των επί μέρους συμβόλων ως προς τις συμβολές τους, δηλαδή εκείνους που φέρουν το χαρακτήρα αυτοτελούς πνευματικού έργου.

Ωστόσο ο νομοθέτης, προκειμένου να αποτρέψει την άσκηση των ηθικών εξουσιών κατά το στάδιο δημιουργίας – επεξεργασίας έργου, που υπάρχει κίνδυνος μη αποπεράτωσης του έργου από την άσκηση σχετικών αξιώσεων, θέτει ως κρίσιμο όριο την απόκτηση οριστικής μορφής απ' το οπτικοακουστικό έργο, οπότε το έργο θεωρείται τελειωμένο (άρθρο 34 παράγραφος 1 εδ. 3). # Ως προς το δημιουργό του έργου, ο νόμος ορίζει πως η οριστική μορφή που έχει εγκριθεί απ' τον πνευματικό δημιουργό του έργου δύναται να παραμορφωθεί, περικοπεί ή τροποποιηθεί μόνο μετά από προηγούμενη άδεια του δημιουργού. Η ρύθμιση αφορά την άσκηση του δικαιώματος του δημιουργού για σεβασμό της ακεραιότητας του έργου του (άρθρο 34 παράγραφος 1 εδ. 4) # Ως προς τους δημιουργούς των επιμέρους συμβόλων, ο νόμος ορίζει πως η άσκηση από αυτούς, των ηθικών εξουσιών που απορρέουν απ' την πνευματική ιδιοκτησία τους στις επιμέρους συμβολές τους, δεν είναι δυνατή κατά τη διάρκεια επεξεργασίας του οπτικοακουστικού κινηματογραφικού έργου, παρά μόνο μετά την οριστική μορφή του έργου, όπως θα έχει εγκριθεί απ' το δημιουργό του (άρθρο 34 παράγραφος 1 εδ. 5).

3. Σύμβαση ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης (άρθρο 35)

Ο νομοθέτης δεν εξάντλησε τις ρυθμίσεις ως προς τη σύμβαση αυτή, αλλά επανέλαβε ορισμένες από αυτές που ίσχυαν ή από αυτές που περιλαμβάνονται στο εναρμονιστικό φαινόμενο (Οδηγία 93/83 ΕΟΚ) και λέει:

α) Εάν έχει νόμιμα παραχωρηθεί σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό η περιουσιακή εξουσία μετάδοσης έργου από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση, για την επανάληψη μετάδοσής του δεν απαιτείται νέα συναίνεση του δημιουργού, αλλά ισχύει η αρχική με πρόσθετη αμοιβή, η οποία όμως θα είναι ελάχιστη για κάθε επανάληψη τουλάχιστον κατά 50% του αρχικού ποσού στην πρώτη επανάληψη και κατά 20% για κάθε επόμενη, εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία.

β) Η σύμβαση ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης δεν δίνει στον αντισυμβαλλόμενο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό την εξουσία να επιτρέπει σε τρίτους τη μετάδοση ή την αναμετάδοση του έργου στο κοινό μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή υλικών αγωγών ή δορυφόρων εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία.

γ) Η παρουσίαση έργου στο κοινό μέσω δορυφόρου προϋποθέτει άδεια του δημιουργού που αποκτάται μόνο με συμφωνία.

4. Σύμβαση για θεατρική παράσταση (άρθρο 36)

Οι ρυθμίσεις του νόμου αφορούν αποκλειστικά σε αμοιβές για θεατρικές παραστάσεις.

α) Τα συγγραφικά δικαιώματα των θεατρικών συγγραφέων καθορίζονται σε ποσοστό επί των ακαθάριστων εισπράξεων μετά την αφαίρεση του φόρου δημοσίων θεαμάτων.

β) Τα ελάχιστα όρια των ποσοστών αυτών καθορίζονται σε 22% για τα κρατικά θέατρα και σε 10% για τα ιδιωτικά, συνολικά για ολόκληρο το πρόγραμμα μιας παράστασης με έργα πρωτότυπα ή με μεταφράσεις ή διασκευές κλασικών έργων, αρχαίων ή νεοτέρων. Το ελάχιστο όριο ορίζεται σε 5% για τη μετάφραση έργων του σύγχρονου διεθνούς δραματολογίου. Αν στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται έργα περισσότερων συγγραφέων, η αμοιβή κατανέμεται μεταξύ τους ανάλογα με τη χρονική διάρκεια του έργου του καθενός.

5. Σύμβαση εκτέλεσης μουσικής σε κινηματογράφους (άρθρο 37)

Λιτή ρύθμιση που αφορά μόνον το ελάχιστο όριο αμοιβής των δημιουργών για την εκτέλεση μουσικών συνδέσεων, που περιλαμβάνονται σε κινηματογραφικές ταινίες σε χώρους κινηματογράφων. Καθορίζεται σε 1% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων μετά την αφαίρεση του φόρου δημοσίων θεαμάτων.

6. Ρυθμίσεις για τα δικαιώματα των φωτογράφων (άρθρο 38)

Ο νομοθέτης αναγνωρίζει αποσπασματικά ορισμένα δικαιώματα των φωτογράφων, πνευματικών δημιουργών, σε περίπτωση οικονομικής εκμετάλλευσης των έργων τους. Τέτοια είναι:

α) Το δικαίωμα δημοσίευσης της φωτογραφίας σε συγκεκριμένο έντυπο ή μέσο μαζικής ενημέρωσης, στο οποίο αναφερόταν η σύμβαση οικονομικής εκμετάλλευσης της φωτογραφίας, εκτός αν ρητά έχει συμφωνηθεί το αντίθετο (άρθρο 38 παράγραφος 1 εδ. 1). Στην περίπτωση αυτή, η εφημερίδα, το περιοδικό ή το μέσο μαζικής ενημέρωσης υποχρεούται να τηρεί τη φωτογραφία στο αρχείο του. Αν το αρχείο μεταβιβαστεί, η αναδημοσίευση της φωτογραφίας απαγορεύεται χωρίς αναφορά του τίτλου του εντύπου ή του μέσου μαζικής ενημέρωσης, στο αρχείο των οποίων έχει περιέλθει αρχικά με νόμιμο τρόπο η φωτογραφία (άρθρο 38 παράγραφος 1 εδ. 3). Η αμοιβή για κάθε δημοσίευση της φωτογραφίας μετά την πρώτη μειώνεται στο μισό της τρέχουσας αμοιβής. Τρέχουσα συνεπώς, είναι εκείνη που ισχύει στις σχετικές συναλλαγές κατά το χρόνο της δεύτερης δημοσίευσης και όχι του χρόνου της πρώτης (άρθρο 38 παράγραφος 1 εδ. 2).

β) Δικαίωμα σε επιστροφή του πρωτοτύπου της φωτογραφίας μετά τη χρήση του για την πραγματοποίηση της πρώτης δημοσίευσης, εφόσον είχε παραχωρηθεί γι αυτό το σκοπό, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία (άρθρο 38 παράγραφος 2).

γ) Δικαίωμα αναζήτησης και επιστροφής των φωτογραφιών, εφόσον μετά την παρέλευση τριών μηνών από τη σύναψη της σχετικής σύμβασης ή άδειας εκμετάλλευσης δεν έχουν δημοσιευθεί. Το δικαίωμα αυτό δεν αναγνωρίζεται σε περίπτωση μεταβίβασης του περιουσιακού δικαιώματος στη φωτογραφία (άρθρο 38 παράγραφος 3). Αντίθετη συμφωνία είναι έγκυρη.

δ) Δικαίωμα αναφοράς του ονόματος του φωτογράφου σε κάθε δημοσίευση της φωτογραφίας από αρχείο που μεταβιβάστηκε (άρθρο 38 παράγραφος 4).

ε) Άδεια του μισθωτή φωτογράφου για χρησιμοποίηση φωτογραφιών ως υλικό για έκδοση βιβλίων ή λευκωμάτων ή για έκθεση από ιδιοκτήτες εφημερίδας ή περιοδικού στην οποία απασχολούνται. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση δανεισμού (άρθρο 38 παρ 5).

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λάμπρος Ε. Κοτσίρης, Δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας και Κοινοτικό Κεκτημένο, 6η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011