Σχολείο δεύτερης ευκαιρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας είναι ένα καινοτόμο δημόσιο Σχολείο Εκπαίδευσης Ενηλίκων για άτομα ηλικίας άνω των 18 ετών που δεν έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, με συνολική διάρκεια 2 εκπαιδευτικά έτη. Μετά την επιτυχή φοίτηση παρέχεται τίτλος ισότιμος του Γυμνασίου.[1][2][3]

Περιγραφή προγράμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρόγραμμα σπουδών διαφέρει από το αντίστοιχο της τυπικής εκπαίδευσης ως προς το περιεχόμενο, τη διδακτική μεθοδολογία και την αξιολόγηση των εκπαιδευομένων. Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας θεσμοθετήθηκαν στην Ελλάδα με το νόμο 2525/97[4] στο πλαίσιο που έχουν προδιαγράψει οι διακηρυγμένες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόγραμμα των Σ.Δ.Ε. συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (Ε.Κ.Τ.) και από το Ελληνικό Δημόσιο.[1][2][3]

Στοιχεία προγράμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρόγραμμα των ΣΔΕ ξεκίνησε στην Ελλάδα το 2000 με τη λειτουργία του πρώτου ΣΔΕ στο Περιστέρι, και στηρίχτηκε σε τρεις βασικές αρχές:

  • ευέλικτο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που προσαρμόζεται στις ικανότητες και στις ανάγκες των εκπαιδευομένων εξασφαλίζοντας έτσι την ενεργό συμμετοχή τους
  • υποστήριξή τους σε όλους τους τομείς όπου αντιμετωπίζουν δυσκολίες
  • εκπαιδευτικό προσωπικό και συμβουλευτικές υπηρεσίες που είναι σε θέση να ανταποκρίνονται στην πολυπλοκότητα των καθηκόντων τα οποία αναλαμβάνουν

Από το 2000 μέχρι σήμερα ιδρύθηκαν 58 ΣΔΕ σε όλη τη χώρα όπως και αρκετά παραρτήματα (τμήματα εκτός έδρας). Οκτώ Σχολεία λειτουργούν μέσα σε σωφρονιστικά καταστήματα.[1][2][3]

Μία από τις καινοτομίες που περιλαμβάνονται στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας είναι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες από έναν Σύμβουλο Σταδιοδρομίας και έναν Σύμβουλο Ψυχολόγο σε κάθε σχολείο. Μαζί με την απόκτηση βασικών προσόντων και την ανάπτυξη προσωπικών δεξιοτήτων, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση των νέων τεχνολογιών, την εκμάθηση ξένης γλώσσας και τη συμβουλευτική σε θέματα επαγγελματικού προσανατολισμού, που βελτιώνουν σημαντικά τις δυνατότητες πρόσβασης στην αγορά εργασίας.[1][2][3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]