Σχολείο Απόλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σχολείο Μοντεσόρι

Αυτό το λήμμα εστιάζει στην αρχιτεκτονική ανάλυση του συγκροτήματος των μοντεσσοριανών Σχολείων Απόλο.

Γενικά Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1983 κτίστηκε το συγκρότημα των σχολείων Απόλο στο Άμστερνταμ (αγγλικά, Apollo School)[1].Σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Χέρμαν Χέρτζμπεργκερ.Αποτελείται από δύο διαφορετικά σχολεία, τα Βίλεμσπαρκ και Μοντεσόρι (αγγλικά,Willemspark και Montessori), τα οποία λειτουργούν με βάση δύο διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα.Λόγω των οικονομικών συνθηκών της περιόδου εκείνης (η χρηματοδότηση των σχολείων είχε περιοριστεί), ο αρχιτέκτονας επέλεξε να δώσει μία συνεκτική οργάνωση στα κτίριά του.Αυτό έχει θετικά αποτελέσματα και για τις διάφορες εθνικότητες μαθητών, μιας και ο καλός σχεδιασμός και η συγκεκριμένη οργάνωση τους επιτρέπει να προσαρμόζονται και να οικειοποιούνται το χώρο ανεξαρτήτως γλώσσας και μαθησιακού επιπέδου[1].

Μορφολογία κτιρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο κτίριο χωροθετείται σε οικόπεδο με επίπεδη μορφολογία εδάφους και βρίσκεται σε στροφή 90 μοιρών από το γειτονικό του.Έχει σχεδόν κυβική δομή από την οποία εξέχουν μακρόστενα ανοίγματα, ενώ δύο βατά δώματα-χώροι εκτόνωσης αφαιρούν ένα κομμάτι του όγκου.Ο επισκέπτης οδηγείται από το δημόσιο χώρο σε έναν περίκλειστο μικρόκοσμο.

Δομικό Σύστημα

Συστήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κτίριο έχει συμμετρία τόσο ως προς τον άξονα x όσο και ως προς τον y.Aποτελείται από δύο βασικά συστήματα.Το μετρικό σύστημα και το δομικό.

Το μετρικό σύστημα μεταφράζεται στον κάναβο ο οποίος δίνει ρυθμό στην κάτοψη και τη διαιρεί σε τμήματα.Αντιπροσωπεύει κάποιες πρώτες συνθετικές χαράξεις.Πάνω στον κάναβο και στις περασιές του έρχεται και τοποθετείται το δομικό σύστημα, ένα σύνολο από υποστηλώματα,τοίχους πλήρωσης και πλάκες.Αντιπροσωπεύει μια μερική υλοποίηση της σύνθεσης.

Μετρικό Σύστημα

Οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια είσοδος στο κτίριο γίνεται από το επίπεδο 1*, μέσω μίας σκάλας καμπύλου σχήματος η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ορθοκανονικότητα του κτιρίου.Είναι στραμμένη προς τη βασική είσοδο του συγκροτήματος, στοιχείο υποδοχής για τους επισκέπτες και τους χρήστες του σχολείου.Υπάρχει ωστόσο και είσοδος στο ισόγειο η οποία εξυπηρετεί τις μικρότερες τάξεις, ώστε να έχουν απευθείας πρόσβαση στο χώρο διεξαγωγής των μαθημάτων τους (επίπεδο 0).Οι τάξεις βρίσκονται όπως μπαίνουμε, στη δεξιά πλευρά (δυτικά).Απέναντι από τις αίθουσες αυτές (ανατολικά), (επίσης στο επίπεδο 0) βρίσκονται εργαστήρια καλλιτεχνικών.Χώροι εργαστηρίων βρίσκονται και στο επίπεδο 1 στο οποίο μας ανεβάζει μία μικρή εσωτερική σκάλα από το επιπέδο 0.Στη νότια και βόρεια πλευρά της κάτοψης υπάρχουν οι κατακόρυφες κινήσεις που εξυπηρετούν και συνδεέουν όλους τους χώρους.Τα επίπεδα 3 και 2 φιλοξενούν αίθουσες διδασκαλίας και στις τέσσερις πλευρές, οι οποίες πλαισιώνουν τον κεντρικό αμφιθεατρικό χώρο.Ανεβαίνοντας στο επίπεδο 4, βρίσκονται τα γραφεία των δασκάλων, ενώ στο επίπεδο 5 υπάρχουν, στην ανατολική πλευρά του κτιρίου, δώματα που λειτουργούν σαν χώροι εκτόνωσης.

*Για τα επίπεδα, βλέπε διάγραμμα τομής και τομή.Η περιγραφή πραγματοποιείται μέσω επιπέδων μιας και σε αυτό το κτίριο δεν υπάρχει η συμβατική έννοια των ορόφων.

Διάγραμμα τομής
Διάγραμμα χωρικών σχέσεων

Διάδραση χώρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι λοιπόν οι αίθουσες διδασκαλίας οργανώνονται γύρω από έναν κοινόχρηστο αμφιθεατρικό χώρο, ο οποίος αποτελεί την καρδιά του κτιρίου.Τα παιδιά έτσι έχουν την τάση να συγκεντρώνονται προς το κέντρο, έχοντας περισσότερες ευκαιρίες για επαφή,παιχνίδι και διάδραση με παιδιά από άλλες τάξεις.Επιπλέον ο πυρήνας αυτός προσφέρει την ευκαιρία της δημιουργίας ενός μεγάλου ανοίγματος στο χώρο και κατά συνέπεια την αύξηση του οπτικού εύρους, το οποίο δεν θα μπορούσε να υπάρξει εαν το κτίριο ήταν σχεδιασμένο με βάση τη λογική της διαίρεσης σε επάλληλα επίπεδα.Ο σχεδιασμός ενός τέτοιου κέντρου δημιουργεί μία θεατρική κατάσταση και σχέσεις ηθοποιών-κοινού μεταξύ μαθητών-καθηγητών.Τα επίπεδα πάνω από το ‘’θεατρικό’’ αυτό χώρο μπορούν να παρομοιαστούν με ‘’θεωρία’’.[2]

Ο αρχιτέκτονας αναφέρει ότι οι χώροι στο κτίριο προσφέρουν ποικίλες προοπτικές εκμετάλλευσης και μεταβλητότητας: ‘’Kρέμασε μερικές κουρτίνες και θα δημιουργήσεις ένα θέατρο, κρέμασε ένα δίχτυ με πεταλούδες και το περιβάλλον αλλάζει ξανά’’.[3]

Έτσι πολλά τυποποιημένα δομικά στοιχεία, που αρχικά φαίνεται να έχουν δευτερεύουσα χρήση, σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να οικειοποιούνται από το χρήστη και να αποκτούν ζωή. Ως αποτέλεσμα, τα περβάζια των παραθύρων επεκτείνονται και δημιουργούνται εσοχές και προεξοχές στους τοίχους όπου οι μαθητές εκθέτουν εργασίες χειροτεχνίας και τοποθετούν προσωπικά τους αντικείμενα.Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα, κάτι τέτοιο έχει την τάση να κάνει ένα παιδί όταν του δώσεις την ευκαιρία να νιώσει άνετα σε ένα χώρο.Επίσης στη βάση των υποστηλωμάτων του εξωτερικού χώρου δημιουργείται ένα μπετονένιο πλάτωμα που μπορεί να λειτουργήσει σαν κάθισμα.Τέτοιου είδους χώροι στάσης σχεδιάζονται και κάτω από την εξωτερική σκάλα, ώστε να μην υπάρχουν αχρησιμοποίητα και σκοτεινά σημεία που πιθανόν θα δημιουργούσαν αίσθημα ανασφάλειας στα παιδιά.Επίσης έξω από την κύρια είσοδο βρίσκεται ένα ξύλινο ημικυκλικό κάθισμα, στη βάση της λογικής ότι οι μαθητές έχουν παντού ανάγκη από ένα χώρο στάσης και οι γονείς έχουν ανάγκη από ένα σημείο αναμονής των παιδιών.Ο κενός χώρος κάτω από τις εσωτερικές σκάλες χρησιμοποιείται με την τοποθέτηση μικρών βιβλιοθηκών.[2]

Κεντρική Ιδέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνεπώς με βάση την κατοψική οργάνωση των χώρων, γίνεται εύκολα αντιληπτή η κεντρική ιδέα: ένας κεντρικός κοινόχρηστος χώρος, σαν εσωτερικό προαύλιο, γύρω από τον οποίο αρθρώνονται επιμέρους αίθουσες διδασκαλίας και γραφεία.Οι χρήστες των περιμετρικών αιθουσών έχουν την τάση να συγκεντρώνονται προς το κέντρο, αναπτύσσοντας σχέσεις κοινωνικοποιήσης και αλληλεπίδρασης.Ο αρχιτέκτονας λοιπόν, προτείνει ένα διαφορετικό και καινοτόμο τρόπος χειρισμού του σχολικού περιβάλλοντος.Παράλληλα επαναπροσδιορίζει την έννοια του εκπαιδευτικού συστήματος ως κάτι ευρύ,συλλογικό, το οποίο μπορεί να λάβει χώρα και εκτός των τάξεων και φιλοξενείται σε έναν ένα χώρο με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά.[4]

Τομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τομή του κτιρίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.Ο διαχωρισμός των πλακών, η δημιουργία επιπέδων και o κενός ενδιάμεσος χώρος, δημιουργούν διαγώνιες σχέσεις με συνθήκες επαφής και επικοινωνίας όλων των στάθμεων. Οπότε δύο άτομα που βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα έχουν τη δυνατότητα οπτικής και ακουστικής επικοινωνίας.Μία τέτοια δυνατότητα διάδρασης μεταξύ των χρηστών στους διάφορους χώρους του κτιρίου, διευκολύνει και ενισχύει κοινωνικές σχέσεις σε κτίρια όπως σχολεία και κοινωνικοεπαγγελματικές σχέσεις σε κτίρια γραφείων και εταιρείες.O Χέρτζμπεργκερ εφαρμόζει αυτή τη λογική σε κτίρια μικρής κλίμακας, όπως το συγκεκριμένο, αλλά και σε κτίρια μεγαλύτερης κλίμακας όπως για παράδειγμα το κτίριο γραφείων Centraal Beheer στην πόλη Άπελντουρν της Ολλανδίας.Mε βάση την αλλαγή κλίμακας, υπάρχει η πιθανότητα οι οπτικοακουστικές επαφές να εξασθενούν ανά περίπτωση κτιρίου.

Σε πιο λειτουργικό επίπεδο, ο κεντρικός χώρος που διατρέχει το κτίριο από πάνω ως κάτω,καταλήγει σε ένα μεγάλο άνοιγμα στην οροφή επιτρέποντας μεγαλύτερη ροή φωτός και αέρα στους επιμέρους χώρους.Παράλληλα λειτουργεί και σαν στοιχείο προσανατολισμού μέσα στο κτίριο.

Όρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα όρια των χώρων έχουν εξεταστεί προσεκτικά από τον αρχιτέκτονα στο συγκεκριμένο κτίριο.Ανάμεσα στις αίθουσες υπάρχει ένας ‘’θάλαμος’’ με μικρά γραφεία και αυτόνομο φωτισμό στα οποία μπορεί να μελετήσει μόνος ένας μαθητής ή σε ομάδα.[2] Αποτελεί μία ενδιάμεση λύση, καθώς ο μαθητής δεν είναι ούτε μέσα στην τάξη, ούτε σε πλήρη απομόνωση από αυτή.Τα γραφεία των δασκάλων και του διευθυντή βρίσκονται στα πατάρια και συνεπώς δίνουν μία αίσθηση ανοιχτή και φιλόξενη και τη βεβαιότητα στους μαθητές ότι μπορούν να τα επισκεφτούν ανά πάσα στιγμή.Με την τομή που γίνεται στο κέντρο του χώρου και την αφαίρεση πλακών, καταλύονται οπτικά και ακουστικά όρια μεταξύ των διάφορων ορόφων, όταν βρίσκεσαι στον κοινόχρηστο χώρο, ενώ στις αίθουσες και τα γραφεία τα όρια αυτά προστατεύονται από επιμέρους χωρίσματα.Με βάση αυτό εντοπίζεται και μία πρώτη διαβάθμιση ιδιωτικότητας στο εσωτερικό του κτιρίου.

Μία επιπλέον διάκριση κοινόχρηστων χώρων και ιδιωτικών επιτυγχάνεται με τη χρήση του φωτός.Ο βασικός κοινόχρηστος χώρος του αμφιθεάτρου τονίζεται και παίρνει άπλετο φυσικό φως από τον μεγάλο φεγγίτη που υπάρχει στην οροφή.Οι αίθουσες διδασκαλίας φωτίζονται με φαρδιά ανοίγματα αλλά και με τεχνητό φωτισμό.Τα γραφεία στα πατάρια και οι πιο ιδιωτικοί χώροι, διαθέτουν γυάλινους στρογγυλούς φεγγίτες οι οποίοι επιτρέπουν το φυσικό φωτισμό και την οπτική επαφή με το έξω.Τέλος οι πλήρως ιδιωτικές γωνιές μελέτης διαθέτουν πάνω από τους πάγκους κρυμμένους λαμπτήρες φθορισμού με κίτρινο φως που διαχέεται μαλακά πάνω στην επιφάνεια του ξύλου.

Όπως τονίζει και ο αρχιτέκτονας :’’H επιλογή αρχιτεκτονικών στοιχείων, η διάρθρωσή τους, η μορφή και το υλικό καθορίζονται, εν μέρει, από το βαθμό προσπελασιμότητας που απαιτείται σε ένα συγκεκριμένο χώρο.''[5]

Υλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο σύνολο του κτιριακού όγκου γίνεται χρήση τσιμεντόλιθων και μπετονένιων υποστηλωμάτων.

Το μέταλλο χρησιμοποιείται στις σκάλες και σε λεπτομέρειες όπως οι κρεμάστρες.Συγκεκριμένα στην σκάλα εισόδου στο κτίριο ο αρχιτέκτονας επιλέγει να χρησιμοποιήσει δύο υλικά :η σκάλα κατασκευάζεται εν μέρει από σκυρόδεμα, εν μέρει από μέταλλο.Δημιουργούνται έτσι αντιθέσεις αδρού-στιβαρού/λείου-ελαφρού.Οι επίσης μεταλλικές σκάλες που βρίσκονται στο εσωτερικό, έχουν τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια ώστε να επιτρέπει στο φως που μπαίνει από την οροφή να διεισδύσει σε όλους τους χώρους.[2]

Η επιλογή του ξύλου ως ένα ζεστό υλικό που προκαλεί το αίσθημα της οικειότητας, είναι σημείο-κλειδί για τις κερκίδες του αμφιθεάτρου, αφού το ίδιο το υλικό προσκαλεί τα παιδιά να χρησιμοποιήσουν το χώρο, να ξαπλώσουν κάτω.Χρήση ξύλου γίνεται επίσης και σε γωνιές ξεκούρασης, σε έπιπλα και ράφια.[3]

Τα γυάλινα ανοίγματα προσφέρουν διαφάνεια, φως και οπτική επαφή με τον προαύλιο χώρο.

Στο προαύλιο τοποθετούνται τσιμεντοπλακάκια στην μεγαλύτερη επιφάνεια, ενώ παρεμβάλλονται συχνά χρωματιστά κεραμικά πλακίδια, δίνοντας μία παιχνιδιάρικη νότα.

Το γκρίζο και η φαινομενική γύμνια του εσωτερικού που προέρχεται από τα λιτά και αυστηρώς επιλεγμένα υλικά, αποτελεί μία πρόκληση για το χρήστη να βάλει την προσωπική του σφραγίδα στο χώρο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 http://www.mimoa.eu, MIMOA //. «Apolloschool, Herman Hertzberger | Amsterdam | Netherlands | MIMOA». Mimoa. Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2017. [νεκρός σύνδεσμος]
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 «Apollo Schools - Montessori School and Willemspark School, Amsterdam». hertzbergertca.blogspot.gr. Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2017. 
  3. 3,0 3,1 «Apollo Montessori School, Amsterdam - Herman Hertzberger». pc.blogspot.gr. Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2017. 
  4. Hertzberger, Herman (2002). Μαθήματα για σπουδαστές της αρχιτεκτονικής. Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π. σελ. 213. ISBN 960-254-603-4. 
  5. Hertzberger, Herman (2002). Μαθήματα για σπουδαστές της αρχιτεκτονικής. Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π. σελ. 19. ISBN 960-254-603-4.