Σχολή του Φονταινεμπλώ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άρτεμις κυνηγέτις, (1550–60) αγνώστου καλλιτέχνη της Σχολής του Φονταινεμπλώ, Λούβρο

Η Σχολή του Φονταινεμπλώ (γαλλικά: L'École de Fontainebleau) αναφέρεται σε δύο περιόδους καλλιτεχνικής παραγωγής στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Αναγέννησης. [1]Επικεντρώθηκε στο ανάκτορο του Φονταινεμπλώ από ζωγράφους που ασχολήθηκαν κυρίως με τη διακόσμηση του ανακτόρου κατά παραγγελία των βασιλέων της Γαλλίας, χαρακτηρίζεται από μια μετρημένη γαλλική εφαρμογή του Μανιερισμού και κυριάρχησε στη γαλλική καλλιτεχνική δημιουργία τον 16ο και 17ο αιώνα. Ήταν από τα πιο επιτυχημένα κέντρα αναγεννησιακής τέχνης στη Γαλλία και αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο ακμαία του ευρωπαϊκού Μανιερισμού.

Κατ 'επέκταση, αυτός ο όρος έχει εφαρμοστεί σε όλες τις μορφές τέχνης που άνθισαν στο Φονταινεμπλώ, και λίγο αργότερα, με την ίδια τεχνοτροπία, στο Παρίσι.

Το όνομα που δόθηκε σ' αυτό το καλλιτεχνικό κίνημα χρονολογείται από τον 19ο αιώνα, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1818 από τον ιστορικό Άνταμ Μπαρτς (1757-1821) στο έργο του Περί χαρακτικής (1803-1821), για να προσδιορίσει τις εκτυπώσεις που έκανε μια ομάδα καλλιτεχνών τη δεκαετία του 1540, υπό τη διεύθυνση δύο Ιταλών καλλιτεχνών που εργάζονταν στο ανάκτορο του Φονταινεμπλώ: του Ρόσσο Φιορεντίνο και του Φραντσέσκο Πριματίτσο, που θεωρούνται οι πρωτεργάτες της Σχολής.[2]

Πρώτη Σχολή του Φονταινεμπλώ (1531 - περίπου 1570)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Στοά του Φραγκίσκου Α’ στο ανάκτορο του Φονταινεμπλώ
Η Αφροδίτη στην τουαλέτα της, αγνώστου καλλιτέχνη της Σχολής του Φονταινεμπλώ (μέσα 16ου αιώνα, Μουσείο του Λούβρου).

Το 1531, ο Ιταλός καλλιτέχνης Ρόσσο Φιορεντίνο, έχοντας χάσει τα περισσότερα από τα υπάρχοντά του στη λεηλασία της Ρώμης το 1527, κλήθηκε από τον Φραγκίσκο Α' να έρθει στη Γαλλία, όπου ξεκίνησε ένα εκτεταμένο διακοσμητικό πρόγραμμα για το ανάκτορο του Φονταινεμπλώ και υπήρξε ο πρωτεργάτης του καλλιτεχνικού κινήματος. Το 1532 έφθασε και ένας άλλος Ιταλός καλλιτέχνης, ο Φραντσέσκο Πριματίτσο (από τη Μπολόνια). Ο Ρόσσο πέθανε στη Γαλλία το 1540. Με σύσταση του Πριματίτσο, το 1552 ο γιος του Φραγκίσκου Α', Ερρίκος Β' προσκάλεσε τον Νικολό ντελ’Αμπάτε (από τη Μόντενα). Αυτοί οι τρεις Ιταλοί καλλιτέχνες, γνωστοί για το έργο τους στο Φονταινεμπλώ, κλήθηκαν επίσης να δημιουργήσουν έργα τέχνης και για άλλες οικογένειες αριστοκρατών της περιόδου, έχαιραν μεγάλης φήμης και ήταν ιδιαίτερα καλοπληρωμένοι.[3]

Τα έργα αυτής της «πρώτης Σχολής του Φονταινεμπλώ» χαρακτηρίζονται από την εκτεταμένη χρήση γύψινων διακοσμητικών και τοιχογραφιών και από περίτεχνες (και συχνά μυστηριώδες) συνθέσεις αλληγοριών και μυθολογικής εικονογραφίας. Οι καλλιτέχνες δημιούργησαν έναν μνημειακό διάκοσμο ηδονιστικό, πνευματικό και εκλεπτυσμένο με πολλά μυθολογικά στοιχεία και αναγεννησιακά διακοσμητικά μοτίβα. Οι μορφές είναι κομψές και δείχνουν την επιρροή των τεχνικών του ιταλικού μανιερισμού, του Μιχαήλ Άγγελου, του Ραφαήλ και ιδιαίτερα του Παρμιτζανίνο. Ο Πριματίτσο ανέλαβε επίσης το έργο της δημιουργίας αντιγράφων παλαιών ρωμαϊκών αγαλμάτων για τη διακόσμηση των κήπων, διαδίδοντας έτσι την επιρροή των κλασικών αγαλμάτων.[4]

Κυρία στο λουτρό (1571), Φρανσουά Κλουέ

Πολλά από τα έργα των Ρόσσο, Πριματίτσο και Νικολό ντελ’Αμπάτε δεν έχουν επιβιώσει καθώς τμήματα του ανακτόρου ανακαινίστηκαν σε μεταγενέστερες εποχές. Οι πίνακες όμως των καλλιτεχνών είχαν αναπαραχθεί σε έντυπα, κυρίως χαρακτικά, τα οποία προφανώς δημιουργήθηκαν αρχικά στο ίδιο το Φονταινεμπλώ και αργότερα στο Παρίσι από πολλούς χαράκτες όπως οι Ρενέ Μπουαβέν, Ντελών, Αντόνιο Φαντούτσι, Ζαν Μινιόν, Πιέρ Μιλάν, Ζακ Αντρουέ ντυ Σερσώ κλ. Μέσω αυτών διαδόθηκε η τεχνοτροπία σε όλη την Γαλλία και πέραν αυτής, και διαιωνίστηκαν οι δημιουργίες που δεν έχουν σωθεί.

Καλλιτέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την ομάδα των Ρόσσο Φιορεντίνο, Πριματίτσο και Νικολό ντελ’Αμπάτε πλαισίωναν Ιταλοί καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων οι Νταμιάνο ντελ Μπαρμπιέρε, Φραντσέσκο Σιμπέκ ντα Κάπρι, Λούκα Πένι και Ρουτζέρο ντε Ρουτζέρι.

Ανάμεσα στους Φλαμανδούς και Γάλλους καλλιτέχνες που συνδέονται με την Πρώτη σχολή του Φονταινεμπλώ και εργάστηκαν με τους Ιταλούς, οι πιο γνωστοί είναι ο ζωγράφος Ζαν Κουζέν, οι γλύπτες Ζαν Γκουζόν και Ζερμαίν Πιλόν, ο ζωγράφος Λεονάρ Τιρύ, ο Ζωφρουά Ντυμονστιέ, ο Νοέλ Ζαλιέ, ο ζωγράφος με το όνομα «Ζωγράφος της Φλώρας» και ο ζωγράφος Φρανσουά Κλουέ, γιος του Ζαν Κλουέ.

Καθώς πολλά έργα είναι ανυπόγραφα και αχρονολόγητα, παραμένουν αγνώστου καλλιτέχνη της Σχολής του Φονταινεμπλώ.[5]

Δεύτερη Σχολή του Φονταινεμπλώ (1594-1617)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γκαμπριέλ ντ'Εστρέ και η αδελφή της (1594), αγνώστου καλλιτέχνη της Σχολής του Φονταινεμπλώ

Από το 1584 έως το 1594, κατά τη διάρκεια των Θρησκευτικών πολέμων, το κάστρο του Φονταινεμπλώ εγκαταλείφθηκε. Με την ανάρρησή του στο θρόνο, ο Ερρίκος Δ' ανέλαβε την ανακαίνιση των κτηρίων του ανακτόρου χρησιμοποιώντας μια νέα ομάδα καλλιτεχνών με κυριότερους: τον Φλαμανδό Αμπρουάζ Ντυμπουά (από την Αμβέρσα) και τους Παρισινούς Τουσαίν Ντυμπρέιγ και Μαρτέν Φρεμινέ.[6]

Η καλλιτεχνική ομάδα αυτής της περιόδου αναφέρεται ως Δεύτερη σχολή του Φονταινεμπλώ. Τα έργα τους, πολλά από τα οποία έχουν χαθεί, με επιρροές από γαλλο-φλαμανδικά στοιχεία, συνεχίζουν στη χρήση επιμήκων μορφών και πολυπρόσωπων συνθέσεων. Πολλά από τα θέματα τους περιλαμβάνουν μυθολογικές σκηνές και σκηνές από έργα μυθοπλασίας του Ιταλού ποιητή Τορκουάτο Τάσσο και του αρχαίου Έλληνα μυθιστοριογράφου Ηλιοδώρου του Εμεσηνού.

Το ύφος τους, λιγότερο εκλεπτυσμένο από την πρώτη περίοδο, διατηρεί ένα μανιεριστικό ρεύμα έως και το 1617 περίπου και συνέχισε να ασκεί επιρροή στους καλλιτέχνες τις πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]