Σχέσεις μεταξύ Αρμενίων και Σταυροφόρων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι Αρμένιοι είναι χριστιανικός λαός των αρμενικών υψιπέδων και του Καυκάσου, οι οποίοι ακολουθούσαν τελετουργικό διαφορετικό εκείνου των Χριστιανών Ορθοδόξων, λόγω της ιστορίας τους. Η αντίθεσή τους αυτή σε σχέση με τους Βυζαντινούς τους ώθησε στην σύναψη συμμαχίας με τους Σταυροφόρους, όταν οι τελευταίοι προχώρησαν στην κατάληψη των Αγίων Τόπων.

Η συμμαχία μεταξύ Αρμενίων και Σταυροφόρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διαμάχες μεταξύ Αρμενίων και Βυζαντινών ήσαν αρχικά θρησκευτικής φύσεως, έπειτα από μια περίοδο κατά τις αρχές του Μεσαίωνα, οπότε η Αρμενία, ευρισκόμενη υπό την κατοχή των Περσών, έπαψε την οποιαδήποτε επαφή με το Βυζάντιο για διάστημα σχεδόν ενός αιώνα. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ανατολική Εκκλησία πραγματοποίησε σειρά συνόδων οι οποίες τροποποίησαν τα θρησκευτικά τελετουργικά και έθιμα, τροποποιήσεις τις οποίες οι Αρμένιοι δεν υιοθέτησαν, λόγω της απομόνωσής τους[1]. Οι εντάσεις υπήρξαν πολυάριθμες μεταξύ των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων. Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός κλιμακώθηκε μετά την προέλαση του Ισλάμ. Η Αρμενία απέκτησε εκ νέου βασιλείς, οι οποίοι ανέλαβαν την άμυνα της χώρας με επιτυχία. Ωστόσο, οι Βυζαντινοί δεν αποδέχθηκαν την δημιουργία των νέων αυτών βασιλείων, δολοπλόκησαν προκειμένου να τα προσαρτήσουν στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία ενώ, όταν πέτυχαν τον σκοπό τους, ασχολήθηκαν περισσότερο με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό παρά με την άμυνα της χώρας. Τελικά, οι Σελτζούκοι κατέλαβαν την Αρμενία, υποχρεώνοντας αριθμό Αρμενίων να διαφύγουν στην Κιλικία.

Όταν οι Σταυροφόροι κατέφθασαν στο Βυζάντιο, ο αυτοκράτορας τους ζήτησε όρκο πίστης. Στην συνέχεια, οι Σταυροφόροι ξεκίνησαν την πολιορκία της Νίκαιας. Σχεδόν είχαν καταλάβει την πόλη, όταν οι Τούρκοι διαπραγματεύτηκαν την παράδοση της πόλης με τους Βυζαντινούς. Οι Σταυροφόροι είδαν, ως αποτέλεσμα, την βυζαντινή σημαία να κυματίζει, ενώ ετοιμάζονταν να επιτεθούν στην πόλη. Στην συνέχεια, οι Σταυροφόροι υπέστησαν υπέστησαν εκ νέου την δολιότητα των Βυζαντινών.

Ως εκ τούτου, η συμμαχία και η συνεργασία μεταξύ Σταυροφόρων και Αρμενίων βασιζόταν σε δύο αρχές, αλληλεγγύη εμπρός στον κοινό εχθρό και την εκατέρωθεν εκτίμηση μεταξύ των δύο λαών. Μεταξύ των διαφορετικών Χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής, οι Αρμένιοι ήσαν οι μοναδικοί των οποίων οι Σταυροφόροι αναγνώριζαν την πολεμική ανδρεία και τους θεωρούσαν ως ισάξιούς τους[2].

Η στρατιωτική υποστήριξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άφιξη των Σταυροφόρων αποτέλεσε πολύτιμη βοήθεια για τους Αρμένιους ηγεμόνες της Κιλικίας, οι οποίοι είχαν αρχίσει να υποχωρούν εμπρός στην πίεση των Σελτζούκων Τούρκων. Ως συνέπεια, ο Γαβριήλ της Μελιτηνής, ο οποίος ευρισκόταν υπό καθεστώς πολιορκίας, είδε τους επιτιθέμενους να λύνουν την πολιορκία, προκειμένου να εμποδίσουν την προέλαση των Σταυροφόρων. Ενώ οι Σταυροφόροι ευρίσκονταν εμπρός στα τείχη της Αντιόχειας, ο Θόρος, κυβερνήτης της Έδεσσας, απηύθυνε έκκληση στον Βαλδουίνο της Βουλώνης για στρατιωτική βοήθεια. Ο Βαλδουίνος βοήθησε στην απώθηση των Τούρκων, ενώ στην συνέχεια διαδέχτηκε τον Θόρος, μετατρέποντας την χώρα στην Κομητεία της Έδεσσας. Το 1108, ο Βαλδουίνος Β΄, Κόμης της Έδεσσας, πιάστηκε αιχμάλωτος. Περίπου πενήντα Αρμένιοι οργάνωσαν σχέδιο απελευθέρωσής του, το οποίο, παρά τις απώλειες που υπέστησαν, επέτυχε.

Οι οικογενειακές συμμαχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από νωρίς, γάμοι συνήφθησαν μεταξύ των Σταυροφόρων και των Αρμενίων ευγενών. Ως αποτέλεσμα, οι τρεις πρώτοι Κόμητες της Έδεσσας:

Στην συνέχεια οι συγκεκριμένοι γάμοι αυξήθηκαν με, μεταξύ άλλων:

Ωστόσο, ορισμένες διαμάχες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μλεχ, Πρίγκιπας των Ορέων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια της ιστορίας της Αρμένικης Κιλικίας, ο Πρίγκιπας Μλεχ αποτέλεσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, σύναψε συμμαχία με τον Μουσουλμάνο Εμίρη Νουρ αντ-Ντιν με στόχο την κατάληψη της εξουσίας στην Κιλικία. Η μουσουλμανική αυτή υποστήριξη του επέτρεψε να καταλάβει το σύνολο της Κιλικίας και να εκδιώξει οριστικά τους Βυζαντινούς, ωστόσο υποχρεώθηκε στην υιοθέτηση εναντίον των Φράγκων πολιτικής. Δεν δίστασε να επιτεθεί σε στρατεύματα των Σταυροφόρων τα οποία διέσχιζαν την Κιλικία, όπως εκείνο του Στέφανο της Καμπανίας, Κόμη του Σανσέρ. Οι Αρμένιοι ευγενείς έδωσαν από μόνοι τους λύση στο συγκεκριμένο ζήτημα, δολοφονώντας τον Μλεχ και ανεβάζοντας στον θρόνο τον ανιψιό του, Ρουπέν Γ΄, ο οποίος προχώρησε, στην συνέχεια, στην αποκατάσταση των σχέσεων των Αρμενίων με τους Σταυροφόρους.

Αντιπαλότητες μεταξύ Αντιόχειας και Αρμένικης Κιλικίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο Πρίγκιπας Μλεχ είχε καταλάβει το σύνολο της Κιλικίας, το αρμένικο πριγκιπάτο ευρέθηκε να συνορεύει με το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας. Οι συνοριακές διαμάχες δεν άργησαν να ξεσπάσουν μεταξύ των δύο Κρατών. Το 1185, υπό το προκάλυμμα διαπραγματεύσεων, ο Πρίγκιπας Βοϊμόνδος Γ΄ της Αντιόχειας κάλεσε τον Ρουπέν Γ΄ στην Αντιόχεια, όπου και τον έπιασε αιχμάλωτο. Ο Λέων, αδερφός του Ρουπέν, επιτέθηκε στην Αντιόχεια, ωστόσο οι δύο πρίγκιπες υποχρεώθηκαν στην παραχώρηση φρουρίων ως αντίτιμο για την απελευθέρωση του Ρουπέν. Το 1194, ήταν ο Βοϊμόνδος Γ΄ ο οποίος ευρέθηκε ως αιχμάλωτος του Λέοντα. Μέσω συνθήκης, ο Βοϊμόνδος παραχώρησε την Αντιόχεια ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του, ωστόσο ο πρίγκιπας διάδοχος, Ραϊμόνδος Δ΄, και ο Πατριάρχης, Αιμερί ντε Λιμόζ, στηριζόμενοι από τους Λατίνους και Έλληνες κατοίκους της πόλης, αρνήθηκαν την αναγνώριση της συγκεκριμένης συμφωνίας. Τελικώς, η διαμάχη αυτή ολοκληρώθηκε μέσω του γάμου του Ραϊμόνδου με μια ανιψιά του Λέοντα.

Ο Βοϊμόνδος Γ΄ και ο μεγαλύτερος υιός του απεβίωσαν λίγο καιρό αργότερα. Η διαδοχή διεκδικήθηκε από τον Ραϊμόνδο, υιό του Ραϊμόνδου Δ΄ και εγγονό του Βοϊμόνδου Γ΄, και τον Βοϊμόνδο Δ΄, μικρότερο υιό του Βοϊμόνδου Γ΄. Ο Λέων στήριξε τον μικρανεψιό του και τον βοήθησε σε δύο συνωμοσίες, μία το 1208 η οποία απέτυχε, και μία δεύτερη το 1216 η οποία ανέβασε τον Ραϊμόνδο-Ρουπέν στον θρόνο της Αντιόχειας. Ωστόσο, μια εξέγερση του ελληνικού και λατινικού πληθυσμού εκθρόνισε οριστικά τον Ραϊμόνδο-Ρουπέν.

Μετά την σύντομη περίοδο βασιλείας του Φίλιππου της Αντιόχειας, του οποίου η δολοφονία δεν φαίνεται να προκάλεσε κάποιου είδους αντίδραση από την πλευρά της Αντιόχειας, ο Χετούμ Α΄ ανέβηκε στον θρόνο το 1226. Το 1254, πάντρεψε την κόρη του, Σιβύλλα, με τον Πρίγκιπα Βοϊμόνδο ΣΤ΄. Ο γάμος αυτός συνέβαλε στην επίλυση των διαφορών μεταξύ της Αντιόχειας και της Αρμενίας, ενώ ο Βοϊμόνδος ΣΤ΄ ήταν ο μοναδικός Λατίνος ηγεμόνας της Ανατολής ο οποίος ακολούθησε το παράδειγμα του Χετούμ στην πολιτική του της σύναψης συμμαχίας με τους Μογγόλους, ως αντίσταση στους Τούρκους και τους Μαμελούκους.

Οι Φράγκοι πρίγκιπες επικεφαλής της Αρμένικης Κιλικίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον θάνατο του Λέοντα Β΄, η κόρη του Ισαβέλλα νυμφεύθηκε τον Φίλιππο της Αντιόχειας, ο οποίος στέφθηκε βασιλιάς το 1221. Αποδεχόμενος τον θρόνο, ο Φίλιππος είχε δεσμευθεί « πως θα ζούσε με τον αρμένικο τρόπο ζωής, θα ασπαζόταν την πίστη και τα έθιμα των Αρμενίων, ενώ θα σεβόταν τα προνόμια του συνόλου αυτών »[3]. Ωστόσο, ο νεαρός βασιλέας δεν τήρησε τον όρκο του και επιχείρησε να αντικαταστήσει τους πλέον ισχυρούς ευγενείς της αυλής με συμπατριώτες του. Προκάλεσε, ως αποτέλεσμα, την οργή των νέων υπηκόων του, οι οποίοι εξεγέρθηκαν εναντίον του υπό την ηγεσία του Κωνσταντίνου του Βαρβαρόν. Ο Φίλιππος εκθρονίστηκε και δολοφονήθηκε, ωστόσο ο Κωνσταντίνος άφησε την Ισαβέλλα στον θρόνο, νυμφεύοντάς την με τον υιό του, Χετούμ.

Με τον θάνατο του Λέοντα Ε΄, οι Αρμένιοι ευγενείς αποδέχθηκαν τους όρους της διαθήκης του, η οποία όριζε ως διάδοχό του τον ξάδερφό του, Γκι ντε Λουζινιάν, ο οποίος και στέφθηκε βασιλιάς ως Κωνσταντίνος Δ΄. Οι ευγενείς τον είχαν αποδεχθεί καθώς πίστευαν πως ο Γκι θα έφερνε μαζί τους στρατεύματα ενισχύσεων και θα αφοσιωνόταν στην υπεράσπιση του βασιλείου. Ωστόσο, πρώτες ενέργειες του Κωνσταντίνου Δ΄ ήσαν να επιχειρήσει να υποχρεώσει την Εκκλησία της Αρμενίας να αναγνωρίσει της ανωτερότητα της Ρώμης, καθώς και να απαρνηθεί το λατρευτικό τελετουργικό της και τον Μονοφυσιτισμό. Έπειτα από διάστημα τριών ετών, ο βασιλιάς δολοφονήθηκε, ενώ οι ευγενείς έδωσαν το στέμμα σε έναν μακρινό συγγενή από την δυναστεία των Χετουμιδών.

Μετά την βασιλεία του Κωνσταντίνου ΣΤ΄, οι Αρμένιοι, κουρασμένοι από τον πόλεμο, έδωσαν το στέμμα στον Λέοντα ΣΤ΄ των Λουζινιάν. Ο τελευταίος, αντί να υπερασπιστεί το βασίλειο, το οποίο είχε περιοριστεί σε δύο μόλις πόλεις, ξεκίνησε νέο κύκλο θρησκευτικών διαμαχών. Ωστόσο, οι Αρμένιοι δεν είχαν τον χρόνο να εξεγερθούν, καθώς η πόλη Σις κατελήφθη από τους Μαμελούκους, σηματοδοτώντας και τον οριστικό αφανισμό του βασιλείου.

Το θρησκευτικό ζήτημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανρί Ντελαμπόρντ, Οι ιππότες του Αγίου Ιωάννη επαναφέρουν την θρησκεία στην Αρμενία το 1347, 1844.
Στην σύνοδο του Σις, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Ε΄ αποδέχθηκε την προσχώρηση στην Καθολική Εκκλησία.

Το θρησκευτικό τελετουργικό και το δόγμα της Εκκλησίας της Αρμενίας ήσαν αρκετά διαφορετικά από εκείνα της Εκκλησίας της Ρώμης, διαφορετικότερα, ακόμη, κι από εκείνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά τις απαρχές της περιόδου των Σταυροφοριών, Σταυροφόροι και Αρμένιοι ήρθαν σε μεταξύ τους σύγκλιση λόγω της κοινής αντιπαλότητάς τους με τους Βυζαντινούς, σε πολιτικό επίπεδο και δίχως να υπάρξει κάποια ενασχόληση με το θρησκευτικό επίπεδο. Η κατάσταση αυτή διήρκεσε για διάστημα άνω τους ενός αιώνα. Ως αποτέλεσμα, ο Αρμένιος Πατριάρχης Γκριγκόρ Γ΄ Παλχαβούνι (1113-1166) συμμετείχε το 1140 στην Ιερουσαλήμ σε μία σύνοδο μεταξύ Λατίνων, της οποίας προέδρευσε ο Ρωμαίος Λεγάτος Αλβέριχος της Όστια. Ο Γκριγκόρ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για την σύναψη συμμαχίας με την Εκκλησία της Ρώμης εναντίον εκείνης του Βυζαντίου[4]. Στην συνέχεια, απεσταλμένοι του Γκριγκόρ μετέβησαν στην Ιταλία, όπου και συνάντησαν τον Πάπα Ευγένιο Γ΄ στο Βιτέρμπο το 1145. Οι διάδοχοί του, Πατριάρχες Νερσές Δ΄ Χνορχαλί (1166-1173) και Γκριγκόρ Δ΄ Θγκα (1173-1193), αφιέρωσαν όλη τους την ζωή στην εύρεση πεδίου συνεννόησης μεταξύ της Εκκλησίας της Αρμενίας και της Εκκλησίας της Ρώμης. Ωστόσο, ο κλήρος αντιστάθηκε στις προσπάθειες αυτές συνεννόησης με την Ρώμη, ενώ προχώρησαν στην εκλογή του Γκριγκόρ Ε΄ Καραβέγκε (1193-1194), ο οποίος ήταν κατά πολύ λιγότερο φιλικά διακείμενος προς αυτές τις διαπραγματεύσεις. Ο Λέων Β΄, ο οποίος χρειαζόταν την συμμαχία των Λατίνων, προχώρησε στην καθαίρεσή του και την αντικατάστασή του από τον Γκριγκόρ ΣΤ΄ Απιράτ (1194-1203), ο οποίος ήταν περισσότερο φιλικά διακείμενος προς τους Λατίνους. Ωστόσο η συγκεκριμένη κίνηση προκάλεσε εσωτερικό σχίσμα, με την εκλογή ενός Αντιπατριάρχη στην περιοχή της Μεγάλης Αρμενίας[5].

Όταν ο πρίγκιπας Λέων Β΄ αιτήθηκε την βασιλική ενθρόνιση από τον Πάπα και τον Αυτοκράτορα, έλαβε την τελευταία με, ως αντάλλαγμα, την υπαγωγή της Εκκλησίας της Αρμενίας στην Ρώμη. Ωστόσο, η συγκεκριμένη υπαγωγή περιορίστηκε σε προφορικού επιπέδου δεσμεύσεις, ενώ ουδέποτε ο αρμένικος κλήρος απαρνήθηκε το ιδιαίτερο δόγμα του, προκειμένου να αποδεχθεί την διπλή φύση του Χριστού[6].

Ανάλογες θρησκευτικές διαμάχες έλαβαν χώρα και σε άλλες περιπτώσεις, κυρίως κατά την διάρκεια της σύντομης περιόδου βασιλείας του Κωνσταντίνου Δ΄ των Λουζινιάν, ενώ έλαβαν χώρα και συμφωνίες συμφιλίωσης (Σύνοδος του Σις το 1347 με τον Κωνσταντίνο Ε΄), αν και η αλήθεια είναι πως την κατάσταση θρησκευτικής ανοχής η οποία επικρατούσε κατά τις απαρχές της περιόδου των Σταυροφοριών, διαδέχθηκε μια περίοδος διαμαχών μεταξύ των δύο Εκκλησιών, η οποία οδήγησε στον αφανισμό της Αρμένικης Κιλικίας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Δεν συμμετείχαν στην Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) και διατήρησαν τον Μονοφυσιτισμό. Το 555, η τοπική σύνοδος του Ντουΐν απέρριψε τις θέσεις της Συνόδου της Χαλκηδόνας, ανοίγοντας τον δρόμο για το θρησκευτικό σχίσμα μεταξύ Αρμενίων και Ορθοδόξων.
  2. Grousset 1949, σελ. 388.
  3. Grousset 1949, σελ. 396.
  4. Grousset 1949, σελ. 409.
  5. Grousset 1949, σελ. 409 à 414.
  6. Grousset 1949, σελ. 400.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]