Συνθήκη της Αιξ-λα-Σαπέλ (1748)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλληγορία προς τιμήν της δημοσίευσης της ειρήνης της Αιξ-λα-Σαπέλ. Έργο του Ζακ Ντυμόν.

Η Συνθήκη του 1748 της Αιξ-λα-Σαπέλ, (πόλη που στα γαλλικά ονομάζεται Aix-la-Chapelle, ενώ στα γερμανικά Aachen) που μερικές φορές ονομάζεται Συνθήκη του Άαχεν, τερμάτισε τον Πόλεμο της Αυστριακής Διαδοχής, μετά από ένα συνέδριο που συγκλήθηκε στις 24 Απριλίου 1748 στην Ελεύθερη Αυτοκρατορική Πόλη του Άαχεν.

Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές του πολέμου, η Βρετανία και η Γαλλία, ξεκίνησαν ειρηνευτικές συνομιλίες στην ολλανδική πόλη Μπρέντα το 1746. Η συμφωνία καθυστέρησε, λόγω των βρετανικών ελπίδων για βελτίωση της θέσης τους. Όταν αυτό απέτυχε, συμφωνήθηκε σχέδιο συνθήκης στις 30 Απριλίου 1748. Μια τελική έκδοση υπογράφηκε στις 18 Οκτωβρίου 1748 από τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ολλανδική Δημοκρατία.

Οι όροι παρουσιάστηκαν στη συνέχεια στους άλλους εμπόλεμους, οι οποίοι μπορούσαν είτε να τους αποδεχτούν, είτε να συνεχίσουν τον πόλεμο μόνοι τους. Η Αυστρία, η Ισπανία και η Σαρδηνία δεν είχαν άλλη επιλογή, από το να συμμορφωθούν και υπέγραψαν χωριστά. Η Μόντενα και η Γένοβα ακολούθησαν μαζί στις 21 Ιανουαρίου 1749.

Η συνθήκη απέτυχε σε μεγάλο βαθμό να επιλύσει τα ζητήματα, που προκάλεσαν τον πόλεμο, ενώ οι περισσότεροι από τους υπογράφοντες ήταν δυσαρεστημένοι με τους όρους. Η Μαρία-Θηρεσα αγανακτούσε για τον αποκλεισμό τής Αυστρίας από τις συνομιλίες και κατηγόρησε τη Βρετανία, που ανάγκασε την Αυστρία να δεχτεί παραχωρήσεις, ενώ οι Βρετανοί πολιτικοί θεώρησαν ότι είχαν λάβει ελάχιστα οφέλη, για τις οικονομικές επιδοτήσεις που της είχαν καταβληθεί. Ο συνδυασμός παραγόντων οδήγησε στη στρατηγική αναδιάταξη, που είναι γνωστή ως Διπλωματική Επανάσταση και στο ξεκίνημα του Επταετούς Πολέμου το 1756.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γαλλο-βρετανικές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στη Μπρέντα τον Αύγουστο του 1746, αλλά καθυστέρησαν εσκεμμένα από τον δούκα του Νιούκαστλ, ο οποίος έλεγχε τη βρετανική εξωτερική πολιτική. Το τέλος του Φιλίππου Ε΄ της Ισπανίας τον Ιούλιο του 1746 φαινόταν ευκαιρία να σπάσει η συμμαχία των Βουρβόνων, ενώ ο δούκας του Νιούκαστλ ήλπιζε, ότι η Επανάσταση της Οράγγης του 1747 θα αναζωογονούσε την Ολλανδική πολεμική προσπάθεια και θα επέτρεπε στους Συμμάχους να ανακτήσουν τις Αυστριακές Κάτω Χώρες. [1] Και οι δύο υποθέσεις αποδείχθηκαν λανθασμένες. Η ισπανική πολιτική παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη, ο ολλανδικός στρατός κατέρρευσε και ο δούκας του Νιούκαστλ αργότερα επέπληξε τον εαυτό του για την «άγνοια, την εμμονή και την ευπιστία του». [2]

Ο δούκας του Νιούκαστλ, ο οποίος καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις, ελπίζοντας να βελτιώσει τη βρετανική θέση.

Ωστόσο, παρά τις γαλλικές νίκες στη Φλάνδρα, ο αντίκτυπος του βρετανικού ναυτικού αποκλεισμού ήταν τέτοιος, που καθ' όλη τη διάρκεια του 1746, ο υπουργός Οικονομικών Mαχώλπροειδοποίησε επανειλημμένα τον Λουδοβίκο ΙΕ΄ για την επικείμενη κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος. [3] Η θέση έγινε κρίσιμη μετά τη Β΄ ναυμαχία στο ακρωτήριο Φινιστέρε (ΒΔ Ισπανία) τον Οκτώβριο του 1747, καθώς το γαλλικό ναυτικό δεν ήταν πλέον αρκετά ισχυρό, για να προστατεύσει τις εμπορικές συνοδείες τους. [4]

Η Μαρία-Θηρεσία έκανε ειρήνη με τη Βαυαρία τον Απρίλιο του 1745 και μετά με την Πρωσία τον Δεκέμβριο. Μόνο οι βρετανικές οικονομικές επιδοτήσεις, τους κράτησαν στον πόλεμο στη συνέχεια. Σε μια διάσκεψη τον Δεκέμβριο του 1747, οι Αυστριακοί υπουργοί συμφώνησαν ότι «η χειρότερη ειρήνη είναι προτιμότερη από την έναρξη μιας άλλης σύρραξης» και συνέταξαν προτάσεις για τον τερματισμό του αδιεξόδου στην Ιταλία. Συμφώνησαν να αποσύρουν τα αυστριακά στρατεύματα από το δουκάτο της Μόντενα και τη Δημοκρατία της Γένουας, να επιβεβαιώσουν τον ισπανικό έλεγχο της Νάπολης και να παράσχουν εδαφικές παραχωρήσεις, που θα παρείχαν στον Φίλιππο πρίγκιπα της Ισπανίας ένα ιταλικό κράτος. [5]

Τον Νοέμβριο, η Βρετανία υπέγραψε σύμβαση με τη Ρωσία για την προμήθεια στρατευμάτων και τον Φεβρουάριο του 1748 ένα ρωσικό σώμα 37.000 ανδρών έφτασε στη Ρηνανία. [6] Η έλλειψη προόδου στη Φλάνδρα και η εσωτερική αντίθεση στο κόστος της επιδότησης των συμμάχων της σήμαινε, ότι η Βρετανία ήταν επίσης έτοιμη να λήξει τον πόλεμο. Τόσο η Γαλλία, όσο και η Βρετανία ήταν διατεθειμένες να επιβάλουν όρους στους συμμάχους τους, εάν χρειαζόταν, αλλά προτίμησαν να αποφύγουν την απόρριψή τους κάνοντας μια ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης. [7]

Στις 30 Απριλίου 1748 η Γαλλία, η Βρετανία και η Ολλανδική Δημοκρατία υπέγραψαν μια προκαταρκτική συνθήκη, που περιελάμβανε την επιστροφή των Αυστριακών Κάτω Χωρών, των Ολλανδικών φρουρίων Ανάσχεσης, του Μάαστριχτ και του Μπέρχεν οπ Ζόομ. Εγγυώντο επίσης την αυστριακή εκχώρηση της Σιλεσίας στην Πρωσία, καθώς και των δουκάτων της Πάρμας και της Γκουαστάλα στον Φίλιππο πρίγκιπα της Ισπανίας. Αντιμέτωποι με αυτό, η Αυστρία, η Σαρδηνία, η Ισπανία, η Μόντενα και η Γένοβα προσχώρησαν στη συνθήκη με δύο χωριστά έγγραφα, που οριστικοποιήθηκαν στις 4 Δεκεμβρίου 1748 και στις 21 Ιανουαρίου 1749 αντίστοιχα. [8]

Οι όροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίλιππος πρίγκιπας της Ισπανίας (1720–1765). Η Αυστρία του παραχώρησε τα δουκάτα της Πάρμας και της Γκουαστάλα.

Αυτά περιελάμβαναν τα ακόλουθα:

  1. Όλοι οι υπογράφοντες αποδέχονται την Πραγματική Κύρωση του 1713.
  2. Η Αυστρία αναγνωρίζει την απόκτηση της Σιλεσίας από την Πρωσία.
  3. Η Αυστρία παραχωρεί τα δουκάτα της Πάρμας, της Πιατσέντσα και της Γκουαστάλα στον Φίλιππο πρίγκιπα της Ισπανίας, πρωτότοκο γιο του Φιλίππου Ε΄ της Ισπανίας και της Ελισάβετ Φαρνέζε.
  4. Η Αυστρία παραχωρεί μικρά εδάφη στην Ιταλία στη Σαρδηνία, συμπεριλαμβανομένου του Βιτζέβανο.
  5. Η Αυστρία αποχωρεί από το δουκάτο της Μόντενα και τη Δημοκρατία της Γένουας, τα οποία ανακτούν την ανεξαρτησία τους.
  6. Η Γαλλία αποσύρεται από τις Αυστριακές Κάτω Χώρες και επιστρέφει τα Ολλανδικά οχυρά Ανάσχεσης, το Μάαστριχτ και το Μπέρχεν οπ Ζόομ.
  7. Η Βρετανία και η Γαλλία ανταλλάσσουν το Λούισμπουργκ στο Ιλ-Ρουαγιάλ (Νέα Σκωτία Καναδά) με το Mαντράς στην Ινδία.
  8. Η Ισπανία ανανεώνει το Aσιέντο ντε Νέγρος (μονοπωλιακή σύμβαση για την προμήθεια σκλάβων στην Ισπανική Αμερική) που παραχωρήθηκε στη Βρετανία με τη Συνθήκη της Ουτρέχτης το 1713. Η Βρετανία στη συνέχεια το αποκήρυξε σύμφωνα με τη Συνθήκη της Μαδρίτης του 1750, με αντάλλαγμα 100.000 £.
  9. Συστάθηκε Επιτροπή για την επίλυση ανταγωνιστικών αξιώσεων μεταξύ γαλλικών και βρετανικών αποικιών στη Βόρεια Αμερική. [9]

Συνέπεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αποφασιστικότητα της Μαρίας-Θηρεσίας να ανακτήσει τη Σιλεσία ήταν βασικός παράγοντας στη Διπλωματική Επανάσταση του 1756.

Οι όροι της ειρήνης απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό να επιλύσουν τα ζητήματα, που προκάλεσαν τον πόλεμο, ενώ οι περισσότεροι από τους υπογράφοντες είτε δυσανασχετούσαν με τις παραχωρήσεις που έκαναν, είτε ένιωθαν ότι δεν κατάφεραν να επιτύχουν αυτό που έπρεπε. Αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν στη διπλωματική αναδιάταξη, γνωστή ως Διπλωματική Επανάσταση του 1756, και στον Επταετή Πόλεμο που ακολούθησε. [9]

Η Πρωσία, η οποία διπλασιάστηκε σε μέγεθος και πλούτο με την απόκτηση της Σιλεσίας, ήταν ο πιο προφανής ωφελούμενος, ενώ η Αυστρία αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος χαμένος. Η Μαρία-Θηρεσία δεν θεώρησε την αποδοχή της Πραγματικής Κύρωσης ως οποιοδήποτε είδος παραχώρησης, ενώ αγανακτούσε βαθιά για την επιμονή της Βρετανίας να παραχωρήσει η Αυστρία τη Σιλεσία και τις παραχωρήσεις που έγιναν στην Ιταλία. [10] Από την άλλη πλευρά, οι Αψβούργοι επέζησαν μιας δυνητικά καταστροφικής κρίσης, ανέκτησαν τις Αυστριακές Κάτω χώρες και διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τη θέση τους στην Ιταλία. [11] Οι διοικητικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις την κατέστησαν ισχυρότερη το 1750 από το 1740, ενώ η στρατηγική της θέση ενισχύθηκε με την εγκατάσταση των Αψβούργων ως ηγεμόνων βασικών περιοχών στη Βορειοδυτική Γερμανία, τη Ρηνανία και τη Βόρεια Ιταλία. [12]

Οι Ισπανοί θεώρησαν τα εδαφικά τους κέρδη στην Ιταλία ανεπαρκή, απέτυχαν να ανακτήσουν τη Μινόρκα ή το Γιβραλτάρ και θεώρησαν την εκ νέου διεκδίκηση των βρετανικών εμπορικών δικαιωμάτων στην Αμερική ως προσβολή. Ο Κάρολος-Εμμανουήλ Γ΄ της Σαρδηνίας, αν και του είχαν υποσχεθεί το δουκάτο της Πάρμας, έπρεπε να αρκεστεί σε μικρές εκχωρήσεις από την Αυστρία. Ο πόλεμος επιβεβαίωσε την παρακμή της Ολλανδικής Δημοκρατίας ως Μεγάλης Δύναμης και αποκάλυψε την αδυναμία των οχυρών Ανάσχεσης, τα οποία αποδείχθηκαν ανίκανα να σταθούν στο σύγχρονο πυροβολικό. [2]

Λίγοι Γάλλοι κατάλαβαν την απελπιστική οικονομική κατάσταση, που απαιτούσε την επιστροφή των κερδών τους στις Αυστριακές Κάτω Χώρες. σε συνδυασμό με την έλλειψη απτών οφελών για τη βοήθεια της Πρωσίας, οδήγησε στη φράση «τόσο ανόητο, όσο η Ειρήνη». [13] Αυτή η άποψη ήταν ευρέως αποδεκτή. Πολλοί Γάλλοι πολιτικοί ένιωθαν, ότι ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ είχε πανικοβληθεί, ενώ ο Άγγλος συγγραφέας και πολιτικός, Οράτιος Γουόλπολ, έγραψε «υπέροχο είναι... διότι οι Γάλλοι έχασαν τόσο πολύ αίμα και θησαυρό για τόσο μικρό σκοπό». [14]

Η παρακμή της Ολλανδικής Δημοκρατίας ως στρατιωτικής δύναμης εξέθεσε την ευπάθεια του Ανόβερου, της γερμανικής κτήσης του Γεωργίου Β΄. Σε αντάλλαγμα για την αποκατάσταση των οχυρών Ανάσχεσης, η Γαλλία επέμεινε στην επιστροφή του Λούισμπουργκ (στη Νέα Σκωτία Καναδά), η κατάληψη του οποίου το 1745 ήταν μια από τις λίγες σαφείς βρετανικές επιτυχίες του πολέμου. Αυτό προκάλεσε οργή τόσο στη Βρετανία, όσο και στις αμερικανικές αποικίες, όπου θεωρήθηκε ότι ωφελούσε τους Ολλανδούς και το Ανόβερο. [15]

Ο λόρδος Σάντουιτς, ο κύριος Βρετανός διαπραγματευτής, απέτυχε να συμπεριλάβει τους όρους της Ουτρέχτης στον κατάλογο των αγγλο-ισπανικών συμφωνιών, που ανανεώθηκαν στα Προκαταρκτικά της Συνθήκης. Όταν προσπάθησε να τροποποιήσει την τελική έκδοση, οι Ισπανοί αρνήθηκαν να την εγκρίνουν, απειλώντας το επικερδές εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών. Δεδομένου ότι ήταν εξίσου πολύτιμο για τους Ισπανούς, αργότερα συμφώνησαν με όρους στη Συνθήκη της Μαδρίτης του Οκτωβρίου 1750, αλλά ήταν μια άλλη πηγή λαϊκής δυσαρέσκειας με τη συνθήκη. [16]

Η αυστριακή δυσαρέσκεια για την βρετανική «απιστία» αντικατοπτρίστηκε στο Λονδίνο. Πολλοί αμφισβήτησαν την αξία των οικονομικών επιδοτήσεων, που καταβλήθηκαν στη Βιέννη και πρότειναν την Πρωσία ως καταλληλότερο σύμμαχο. Στη Συνθήκη του Aρανχούεθ του 1752, η Αυστρία, η Ισπανία και η Σαρδηνία συμφώνησαν να σεβαστούν τα σύνορα της άλλης στην Ιταλία, τερματίζοντας τη σύγκρουση σε αυτήν την περιοχή για σχεδόν πενήντα χρόνια και επιτρέποντας στη Μαρία-Θηρεσία να επικεντρωθεί στη Γερμανία. [14] Η αποφασιστικότητά της να ανακτήσει τη Σιλεσία, σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι η Συνθήκη είχε αφήσει πολλά ζητήματα άλυτα, σήμαινε ότι θεωρήθηκε ως ανακωχή, όχι ως ειρήνη. [17]

Η συνθήκη σηματοδότησε το τέλος του Α΄ Καρνατικού Πολέμου στη Νότια Ινδία (1746–1748).

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Scott 2015, σελ. 62.
  2. 2,0 2,1 Browning 1975, σελ. 150.
  3. McKay 1983, σελ. 169.
  4. Black 1999.
  5. Anderson 1995, σελ. 198.
  6. Hochedlinger 2003, σελ. 259.
  7. Scott 2015, σελ. 61.
  8. Lesaffer.
  9. 9,0 9,1 Anderson 1995.
  10. McGill 1971, σελ. 229.
  11. Armour 2012.
  12. Black 1994, σελ. 63.
  13. McLynn 2008, σελ. 1.
  14. 14,0 14,1 Anderson 1995, σελ. 208.
  15. Sosin 1957.
  16. Lodge 1932.
  17. McLynn 2008, σελ. 2.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Olson, JS; Shadle, R. Historical Dictionary of the British Empire . Greenwood Press. (1996): 1095–1099.(ISBN 978-0-313-29367-2)ISBN 978-0-313-29367-2 .
  • Savelle, Max. «Διπλωματικά Προκαταρκτικά του Επταετούς Πολέμου στην Αμερική». Καναδική Ιστορική Επιθεώρηση . Τομ. 20, Νο. 1 (1939): 17. doi:10.3138/CHR-020-01-04.

Εξωτερικός σύνδεσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]