Συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
HenriHabert-grece-00.jpg

Η συμμετοχή της Ελλάδος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε ζήτημα έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των δυο κορυφαίων πολιτειακών παραγόντων της Ελλάδας της εποχής εκείνης, του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και του Πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου - και των οπαδών τους. Οπαδός της ουδετερότητας ο Βασιλιάς, οπαδός της συμμαχίας με την Αντάντ ο Πρωθυπουργός, συγκρούστηκαν πολλές φορές και με διάφορες αφορμές διεκδικώντας ο ένας από τον άλλον, την πρωτοβουλία στο θέμα. Οι διαφορετικοί προσανατολισμοί ως προς τις Συμμαχίες τις οποίες έπρεπε να κάνει η Ελλάδα στον πόλεμο, προκειμένου να επωφεληθεί από αυτόν όσο το δυνατόν περισσότερο, και η επιμονή στις απόψεις τους, οδήγησαν τη χώρα σε κρίση που κορυφώθηκε την περίοδο 1916 - 1917, όταν η χώρα διχάστηκε μεταξύ δυο κυβερνήσεων: των Αθηνών, και του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Η καταστροφική για την Ελλάδα περίοδος, που ονομάστηκε Εθνικός Διχασμός, έληξε τυπικά, με νίκη του Ελευθέριου Βενιζέλου, αφού πέτυχε με τη βοήθεια της Γαλλίας κυρίως, την εκθρόνιση του Βασιλιά, και την κυριαρχία στην πολιτική ζωή της χώρας.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου του 1917 κήρυξε και επίσημα τον πόλεμο στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες τον Ιούνιο του ίδιου έτους, ενώ ο ελληνικός στρατός είχε ήδη αρχίσει να πολεμά στο Μακεδονικό μέτωπο, καταγάγοντας σημαντικές νίκες, με σημαντικότερη αυτή της μάχης του Σκρα, τον Μάιο του 1918.


Η Ελλάδα λίγο πριν την έναρξη του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε την Ελλάδα με μια σειρά σημαντικών ζητημάτων να εκρεμμούν.

Με τα νικηφόρα αποτελέσματα των Βαλκανικών πολέμων και την προσάρτηση στο ελληνικό βασίλειο των «Νέων Χωρών» όπως ονομάστηκαν οι περιοχές που κατέκτησε ο ελληνικός σρατός, η Ελλάδα διερύνθηκε γεωγραφικά από 64.790 σε 108.610 τ.χλμ. και αυξήθηκε πληθυσμιακά από 2.660.000 σε 4.363.000 κατοίκους. Παράλληλα, με τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η συνθήκη του Βουκουρεστίου έλαβαν χώρα μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών που άλλαξαν τα δημογραφικά και εθνολογικά δεδομένα. Μουσουλμάνοι από τη Σερβία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα μετακινήθηκαν σε περιοχές της Μικράς Ασίας ενώ παράλληλα και κυρίως από το Νοέμβριο του 1913 και μετά, ελληνικός πληθυσμός από την ανατολική Θράκη και τη δυτική Μικρά Ασία, ήρθαν στο νέο ελληνικό κράτος. Το ίδιο συνέβη και με σλαβόφωνους πληθυσμούς από την κεντρική και δυτική Μακεδονία, προς τη Βουλγαρία.[1] Ωστόσο το ελληνικό κράτος δεν είχε ολοκληρώσει την οργανική ενσωμάτωση των «Νέων χωρών».

Ο ναύαρχος Κουντουριώτης και το πλήρωμα του θωρηκτού Αβέρωφ, στο κατάστρωμα. Φωτογραφία του 1912. Το θωρηκτό Γ. Αβέρωφ έπαιξε καίριο ρόλο στην απελευθέρωση των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου. [2]

Οι συνθήκες του Λονδίνου και του Βουκουρεστίου είχαν προσπαθήσει να ρυθμίσουν τις εδαφικές διεκδικήσεις των βαλκανικών χωρών. Σε αυτό το πλαίσιο ή Ελλάδα υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από τη Βόρεια Ήπειρο τον Φεβρουάριο του 1914, προκειμένου να πάρει ως αντάλλαγμα τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου ( Λήμνο - Θάσο - Σαμοθράκη - Ψαρά - Ικαρία - Λέσβο και Χίο) [3]- εκτός από την Ϊμβρο και την Τένεδο που αποδόθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία - που είχε πρόσφατα απελευθερώσει το ελληνικό βασιλικό ναυτικό. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν δέχτηκε ποτέ την απόφαση αυτή των Μεγάλων Δυνάμεων με αποτέλεσμα την άνοιξη του 1914 να διαφαίνεται ήδη ένας επερχόμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος για το θέμα των νησιών. [4]

Στρατιωτική εισβολή της Βουλγαρίας στην Ανατολική Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο του 1916, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μονάδες της 7ης Βουλγαρικής Μεραρχίας κατέλαβαν πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας.
Της βουλγαρικής προέλασης είχε προηγηθεί η παράδοση του οχυρού Ρούπελ στους Γερμανο-βουλγάρους, στις 26 Μαΐου 1916, παράδοση που αποφασίστηκε από τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, την ελληνική κυβέρνηση και τους επιτελάρχες του ΓΕΣ, ύστερα από απαίτηση της Γερμανίας. [5][6]

Η επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρα στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των Ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογήσει και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Τουρκία θα συνάψει ανακωχή στον Μούδρο.

Ο Φρανσαί ντ' Εσπερέ, αρχιστράτηγος του Βαλκανικού Μετώπου, με αφορμή το νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων θα σημειώσει: «Ιδιαιτέρως διά τον Ελληνικόν στρατόν τονίζω τον ζήλον, την ανδρείαν και την παροιμιώδην ορμήν, τα οποία επέδειξε κατά τον υπ' αυτού διαδραματισθέντα ένδοξον ρόλον επί των οχθών του Στρυμώνος και του Αξιού».

Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918, θέτει τέλος στο Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα έτη και αιματοκύλησε την Ευρώπη.

Τα αποτελέσματα του Πολέμου για την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Διασυμμαχικό (Ελλάς, Μεγάλη Βρετανία, Ιταλία, Γαλλία και Σερβία) Μνημείο Διάσπασης Μακεδονικού Μετώπου στα Λατόμι κατά την 94η επέτειο

Η εξωτερική πολιτική του Ελ. Βενιζέλου, βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της.

Η Διάσκεψη της Ειρήνης συνήλθε στο Παρίσι από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1919. Σκοπός της Διάσκεψης ήταν ο διακανονισμός των διαφορών και εκκρεμοτήτων που προέκυπταν μεταξύ νικητών και ηττημένων.

Ο ρόλος της Ελλάδας στο Συνέδριο δεν ήταν εύκολος. Ο Έλληνας υπουργός συνέταξε υπόμνημα για τις ελληνικές διεκδικήσεις λαμβάνοντας υπόψη εθνολογικούς και γεωπολιτικούς όρους. Στο υπόμνημα του αξιώνει περιοχές, με ελληνικό πληθυσμό, όπως η Θράκη, η Σμύρνη με την ενδοχώρα της και η Βόρειος Ήπειρος. Οι ελληνικές αξιώσεις έθιγαν τα συμφέροντα κάποιων Μεγάλων Δυνάμεων (Ιταλία, Γαλλία) και το έργο του κυβερνήτη γινόταν ακόμη δυσκολότερο από το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων μετά από θλιβερές περιπέτειες «την δωδεκάτην ώραν του αγώνος». Παρά ταύτα το ζήτημα της δυτικής Θράκης βρήκε διευθέτηση με τη συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919). Η Βουλγαρία εγκαταλείπει την περιοχή ανατολικά του Νέστου μέχρι τον Έβρο, που παραχωρήθηκε στην Ελλάδα. Για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών που αφορούσε ζωτικής σημασίας περιοχές για την Ελλάδα και έκανε πράξη τη Μεγάλη Ιδέα, θα χρειαστεί να μεσολαβήσουν γεγονότα, όπως η Ουκρανική Εκστρατεία (Φεβρουάριος 1919) και η αποβίβαση ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία (Μάιος 1919).

Ο Βενιζέλος για λόγους εθνικής σκοπιμότητος υπάκουσε στην πρόταση των Συμμάχων να συμμετάσχει και η Ελλάδα με εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία, προκειμένου να εμποδιστούν οι Μπολσεβίκοι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.

Η Συνθήκη των Σεβρών (1920) παραχωρούσε στην Ελλάδα τη Δυτική και Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, επικύρωνε την κυριαρχία της στα άλλα νησιά του Αιγαίου που κατείχε από το 1913 και εμπιστευόταν τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης στο ελληνικό κράτος, με ρόλο τοποτηρητή για τη δημόσια τάξη στην Ιωνία. Οι κάτοικοι της περιοχής θα καλούνταν σύμφωνα με την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, μετά από πέντε έτη να δηλώσουν αν προτιμούν την Ένωση με την Ελλάδα ή την παραμονή τους στην Τουρκία. Η Βόρεια Ήπειρος ενσωματωνόταν στο ιδρυόμενο αλβανικό κράτος, ουσιαστικά προτεκτοράτο της Ιταλίας, η οποία όμως παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα εκτός της Ρόδου. (Η συμφωνία ακυρώθηκε από την Ιταλία το 1922.)

Το 1913 είχε προωθήσει με τη Συνθήκη του Λονδίνου και του Βουκουρεστίου τα σύνορα της Ελλάδας ώστε να συμπεριλάβουν τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Είχε εξασφαλίσει την Κρήτη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Τώρα, το 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών έδινε στην Ελλάδα τη Θράκη και δημιουργούσε βασικές προϋποθέσεις για την παραχώρηση τμήματος της Μικράς Ασίας στην Ελληνική επικράτεια μετά την παρέλευση πενταετίας.

Η Ελλάδα πανηγύριζε για τη δημιουργία του κράτους «των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων».

Παρ' όλα αυτά, ο φανατισμός εξακολουθούσε να δημιουργεί βαθύ χάσμα μεταξύ των αντιπάλων πολιτικών παρατάξεων και να ωθεί σε ανεπίτρεπτες πράξεις. Δύο βασιλόφρονες απότακτοι στρατιωτικοί θα πυροβολήσουν τον Έλληνα ηγέτη στο σταθμό της Λυών στο Παρίσι κατά την ώρα της επιστροφής του στην Ελλάδα. Ο Βενιζέλος τραυματίζεται στο δεξιό χέρι. Το γεγονός θα προκαλέσει ταραχή στην Ελλάδα και αλγεινή εντύπωση στους Συμμάχους και θα αναζωπυρώσει τον εθνικό διχασμό. Οι διώξεις αντιβενιζελικών αποκορυφώνονται με την αψυχολόγητη και άδικη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη.

Η επιστροφή του Βενιζέλου στην Αθήνα δημιουργεί κλίμα ενθουσιασμού. Αφού επικυρωθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο η Συνθήκη των Σεβρών, προκηρύσσονται εκλογές για τον Οκτώβριο και διαλύεται η παρατεταμένης θητείας Βουλή.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αθανάσιος Γ. Βουδούρης (Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2011). «Όψεις του προσφυγικού ζητήματος στην Ημαθία από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου μέχρι την περίοδο του Εθνικού διχασμού (1913 - 1916)». Εταιρεία Μελετών Ιστορίας και Πολιτισμού Νομού Ημαθίας, p. 15. http://medusa.libver.gr/jspui/bitstream/123/10880/1/Xronika%2015_final.pdf. 
  2. https://averof.mil.gr/istoria-pliou/
  3. Άγγελος Μ. Συρίγος (9 Σεπτεμβρίου 2012). «Οι Συνθήκες των Βαλκανικών Πολέμων». Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. https://www.kathimerini.gr/society/467744/oi-synthikes-ton-valkanikon-polemon/. Ανακτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2022. 
  4. Λίνα Λούβη. «Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας» (PDF). ΤΑ ΝΕΑ. 
  5. Σπύρος Κουζινόπουλος, Δράμα 1941. Μια παρεξηγημένη εξέγερση, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σελ. 19-20.
  6. Βασίλης Χ. Ριτζαλέος, Οι εβραϊκές κοινότητες στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο