Συλλογή Κωνσταντίνου Στάικου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Συλλογή Κωνσταντίνου Στάικου
Είδοςέκθεση
ΧώραΕλλάδα
Έναρξη κατασκευήςΔεκαετία του 1970
ΔημιουργόςΚωνσταντίνος Σπ. Στάικος

Η Συλλογή Βιβλίων του Κωνσταντίνου Στάικου, εφεξής «Η Βιβλιοθήκη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης»[1][2] αντιπροσωπεύει μία συλλογή που έχει ως σκεπτικό τη συγκέντρωση και παρουσίαση της πνευματικής και εκδοτικής-τυπογραφικής δραστηριότητας των Ελλήνων από την Πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) ώς τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο πυρήνας της συλλογής, από τότε που περιήλθε στην κατοχή του Ιδρύματος Ωνάση (2010), δεν έπαψε να εμπλουτίζεται με εξαιρετικά σημαντικά βιβλία, τόσο αναφορικά με τη σπανιότητα, όσο και με το περιεχόμενό τους.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απαρχές της συγκρότησης της συλλογής χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1970. Συγκεκριμένο σκεπτικό δεν υπήρχε τότε και τα βιβλία που αποκτήθηκαν κατά τη χρονική εκείνη περίοδο είχαν ποικίλο θεματικό περιεχόμενο: ιστορικό, λογοτεχνικό και εγκυκλοπαιδικό. Από τα μέσα της δεκαετίας αυτής όμως, η συναναστροφή του Κωνσταντίνου Στάικου με ανθρώπους του βιβλίου και κατόχους μεγάλων και ιστορικών βιβλιοθηκών, όπως η Μαρία Κουταρέλλη, που κληρονόμησε και επαύξησε τη συλλογή βιβλίων και χειρογράφων του Σπύρου Λοβέρδου, άρχισε να διαφοροποιεί τις συλλεκτικές του ανησυχίες. Τα χρόνια εκείνα συστήθηκε και η Ελληνική Εταιρεία Βιβλιοφίλων (Καταστατικόν του 1975), ιδρυτικά μέλη της οποίας υπήρξαν επιφανή άτομα του πνεύματος και της τέχνης, βιβλιόφιλοι και συλλέκτες, με επίτιμο Πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Μέλη της Εταιρείας υπήρξαν η Λουκία Δρούλια, η Αικατερίνη Κουμαριανού, ο Γκίκας Χατζηκυριάκος, η Ρένα Ανδρεάδη, ο Μάνος Χαριτάτος και ο Γιάννης Φικιώρης.

Οι εκθέσεις βιβλίων της Εταιρείας (1975) με περιηγητικό περιεχόμενο, «Ταξιδιώτες στην Ελλάδα από τον 15ο αι. ώς το 1821», ή με έντυπα που αναδεικνύουν το χρονικό της ελληνικής τυπογραφίας, «Απαρχές της ελληνικής τυπογραφίας» (1976), άλλαξαν ριζικά τα συλλεκτικά ενδιαφέροντα του Κωνσταντίνου Στάικου και έκτοτε στράφηκε, συνειδητά πλέον, προς τη μελέτη και έρευνα των πρωτεργατών της ελληνικής τυπογραφίας και τις σχέσεις που καλλιέργησαν με τον κόσμο του βιβλίου στη Βενετία και αλλού. Η γνωριμία του με τον Γεώργιο Λαδά, άνθρωπο με βαθιά συνείδηση του ρόλου που έπαιξε το έντυπο βιβλίο κατά την Τουρκοκρατία, ο οποίος, κυριολεκτικά με πάθος συγκέντρωσε και τεκμηρίωσε τη βιβλιογραφική ταυτότητα ενός τεράστιου αριθμού βιβλίων που πέρασαν από τα χέρια του, ισχυροποίησε την πρόθεσή του Κωνσταντίνου Στάικου να διερευνήσει βαθύτερα το χρονικό της ελληνικής τυπογραφίας.

Μια πρώτη συστηματική προσέγγιση: η καταγραφή των τυπογραφικών σημάτων και εμβλημάτων που χαρακτηρίζουν τα έντυπα ελληνικά βιβλία, κατέληξε στο σχεδιασμό της Χάρτας της Ελληνικής Τυπογραφίας. Παράλληλα, η συλλογή άρχισε να αποκτά φυσιογνωμία, με την αγορά βιβλίων που εντάσσονταν απόλυτα στους όρους που διέπουν την Ελληνική Βιβλιογραφία, όπως τους κατέγραψε ο Αιμίλιος Λεγκράν (Émil Legrand), έντυπα δηλαδή που μαρτυρούν τον κόπο και το μόχθο στα τυπογραφικά εργαστήρια.

Η ενασχόληση του Κωνσταντίνου Στάικου με την ιστορία του βιβλίου προικοδότησε τις γνώσεις του, με αποτέλεσμα να ανοίξουν πόρτες βιβλιοθηκών, οι οποίες είτε αποτελούσαν τεκμήρια άλλων εποχών είτε τα βιβλιολογικά ενδιαφέροντα των κτητόρων τους συγγένευαν με τις βιβλιακές αναζητήσεις του, όπως η σπουδαία βιβλιοθήκη του Λέοντος Μελά, με συγγράμματα της αρχαίας και βυζαντινής γραμματείας, εξαιρετικά δείγματα της τυπουργικής τέχνης των Ελλήνων. Ο μακροχρόνιος επιτόπιος (in situ) διάλογος με τη Λυδία Μελά στάθηκε πρώτης τάξεως ευκαιρία να διατρέξει σπιθαμή προς σπιθαμή τα ράφια του βαρύτιμου αναγεννησιακού βιβλιοστασίου της και να θαυμάσει τις εξαιρετικής τέχνης σταχώσεις των βιβλίων της συλλογής. Ένα σεβαστό τμήμα των βιβλίων αυτών προστέθηκε, σταδιακά, στη βιβλιοθήκη του.

Η καθιέρωση της συλλογής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βιβλιοθήκη του Κωνσταντίνου Στάικου από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 είχε αποκτήσει σφραγίδα και μετατράπηκε σε βασικό εργαλείο στη συστηματική αναζήτηση κάθε έντυπου βιβλίου που θα μπορούσε να διαφωτίσει την τυπογραφική και εκδοτική διαδρομή των Ελλήνων από τα χρόνια της ιταλικής Αναγέννησης και εξής, χωρίς καμία γεωγραφική διάκριση. Ωστόσο, το μεγαλύτερο «σχολείο» κατά τη βιβλιολογική του αναζήτηση υπήρξε η διετής «θητεία» στη βιβλιοθήκη του Α. Δ. Χατζηδήμου, από τότε δηλαδή που η κληρονόμος Καίτη Χατζηδήμου αποφάσισε (1979) να προωθήσει στην αγορά έναν μοναδικό βιβλιακό πλούτο: πολύ περισσότερους από 10.000 τόμους και φυλλάδια. Μάρτυρας αυτής της εξαιρετικής και σπάνιας εμπειρίας η Χρύσα Μαλτέζου, με την οποία σε καθημερινή σχεδόν βάση ταξινομούσαμε κατά θεματικές ενότητες το σύνολο του υλικού αυτού. Οι γνώσεις του εμπλουτίστηκαν αποφασιστικά, καθώς άνοιξε ένας ολόκληρος κόσμος μπροστά του, που καθρέπτιζε και αντανακλούσε την ιστορική μνήμη και την πνευματική διαδρομή των Ελλήνων από το τέλος της βυζαντινής περιόδου ώς τον ύστερο 20ο αιώνα. Από κοινού, όλοι όσοι συμμετείχαν στο εγχείρημα αυτό, αποφάσισαν να «ανοίξουν» τη βιβλιοθήκη, προσφέροντας τμήματά της, κατά θεματική τάξη, σε ιδρύματα και βιβλιοθήκες που θησαύριζαν σχετικό υλικό: Γεννάδειος Βιβλιοθήκη και Βιβλιοθήκη της Βουλής, Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Ρεθύμνου, Ίδρυμα Μερλιέ, συλλογή Ντόρης Παπαστράτου. Τότε είναι που η προσωπική βιβλιοθήκη του Κωνσταντίνου Στάικου συμπληρώθηκε, όσον αφορά το συλλεκτικό στόχο, και απέκτησε άλλη πληρότητα. Με τους περισσότερους από επτακόσιους τόμους που προστέθηκαν στον πυρήνα της. Αντιπροσωπεύει, ακόμη και σήμερα, τον κορμό και τη ραχοκοκκαλιά της συλλογής, με ιδιαίτερα σπάνια και μοναδικά σωζόμενα αντίτυπα.

Συνοδοιπόροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνοδοιπόροι αυτής της βιβλιακής του περιδιάβασης στο χρόνο, υπήρξαν άτομα με τα οποία συνδέθηκε φιλικά, άτομα που έτρεφαν πάθος ανάλογο για την ανακάλυψη κάθε πτυχής του χρονικού της παραγωγής και διακίνησης του ελληνικού βιβλίου, όπως ο Φίλιππος Ηλιού και ο Διονύσιος Φλάμπουρας. Η Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα που κληροδότησε ο Ηλιού αποτελεί δείγμα της φιλοβιβλικής του στάσης και της ενδελέχειάς του για τη διασταύρωση κάθε πηγής. Τα βιβλιολογικά ενδιαφέροντα του Φλάμπουρα ήταν στραμμένα στις εκδόσεις ελληνικών βιβλίων από τυπογραφεία του Βορρά, της Γαλλίας και της Γερμανίας κυρίως, και τον σαγήνευε κάθε δυτικός λόγιος και τυπογράφος που καλλιεργούσε τα ελληνικά γράμματα, αναζητώντας συνάμα τις ρίζες αυτής της ελληνολατρίας τους. Αντίτυπα βασιλέων της Γαλλίας και εκδόσεις της εποχής της Αναγέννησης, αλλά και μία μοναδική συλλογή από αφίσες της εποχής της Κατοχής, όπως και ποικίλο άλλο υλικό σηματοδοτούν τις βιβλιολογικές του ανησυχίες. Μετά το θάνατό του, η Μαρία Φλάμπουρα άνοιξε το βιβλιακό σπήλαιο του Διονύση και παρότρυνε τον Κωνσταντίνο Στάικο να εμπλουτίσει τη βιβλιοθήκη του με όσα βιβλία έκρινα απαραίτητα. Ακόμα, του εγχείρισε το πλούσιο αρχείο του, υπόδειγμα βιβλιογραφικής ταξινόμησης, στο οποίο ο Φλάμπουρας είχε καταγράψει καθετί και οποιονδήποτε καταπιάστηκε υπό οιανδήποτε ιδιότητα με τη λειτουργία των τυπογραφείων ελληνικών βιβλίων. Πολύτιμα βιβλία, από κάθε άποψη, περιήλθαν στην κατοχή μου από τη βιβλιοθήκη ενός ανθρώπου που άλλαξε ριζικά το τοπίο της έρευνας στον κόσμο του πνεύματος και της φιλολογίας: του Κωνσταντίνου Θ. Δημαρά. Ανάμεσα σε αυτά και τα δείγματα της πρώιμης τυπογραφικής τέχνης του ελληνικού βιβλίου, αλλά και της πορείας του Γένους προς την Επανάσταση, το Ειρμολόγιο της Βενετίας του 1568 και η Ελληνική Νομαρχία του 1806.

Λειτουργικά βιβλία του 16ου αιώνα και σπάνιες εκδόσεις από τυπογραφεία με βραχύβια δραστηριότητα, όπως της Μοσχόπολης λόγου χάρη, προέρχονται από τη βιβλιοθήκη Μαρτάκου. Στη βιβλιοθήκη κατέληξαν, επίσης, ιδιαίτερα δυσεύρετες εκδόσεις της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης από τη συλλογή του Στέφανου Ν. Δραγούμη και του Διονυσίου Λοβέρδου. Επιπροσθέτως, τμήμα της βιβλιοθήκης του Γ. Ι. Αρβανιτίδη πέρασε στη συλλογή του Κωνσταντίνου Στάικου είτε από δημοπρασίες οίκων του εξωτερικού είτε από αντίτυπα που απέκτησε από τους κληρονόμους του. Ένας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός βιβλίων «επαναπατρίστηκε» και εμπλούτισε τη συλλογή του από οίκους του εξωτερικού, που ανέλαβαν τη δημοπράτηση ιστορικών βιβλιοθηκών – δημοπρασίες που συνοδεύονταν από εμπεριστατωμένους πολύτιμους Καταλόγους του Sotheby’s και του Christie’s –, όπως η βιβλιοθήκη Σάτγουορθ (Chatsworth), του δούκα του Ντέβονσαϊρ (Devonshire), η Βιβλιοθήκη Μπρόξμπουρν (Broxbourne Library) και άλλες. Άλλη σημαντική πηγή εμπλουτισμού υπήρξαν τα ιστορικά βιβλιοπωλικά κέντρα του Μαγκ (Magg’s) και του Κουάριτς (Quaritch) στο Λονδίνο, της Νταϊάνα Παρικιάν (Diana Parikian) στην Οξφόρδη, του Λουίτζι Γκονέλλι (Luigi Gonelli) στην Φλωρεντία, του Ντίντερ (Dinter) και άλλα.

Εκθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1986, το πλέον αντιπροσωπευτικό σώμα της συλλογής του Κωνσταντίνου Στάικου, που αναφέρεται στα έργα και τις ημέρες των Ελλήνων λογίων και τυπουργών που δραστηριοποιήθηκαν κατά την περίοδο της ιταλικής Αναγέννησης (τέλη 14ου - μέσα 16ου αιώνα), έγινε αντικείμενο εκθέσεων για την προβολή του έργου τους. Πρώτες εκδόσεις του Μανουήλ Χρυσολωρά, του Γεωργίου Τραπεζούντιου, του Καρδινάλιου Βησσαρίωνα, του Θεόδωρου Γαζή, του Ζαχαρία Καλλιέργη, του Νικολάου Βλαστού και πολλών άλλων παρουσιάστηκαν διαδοχικά στη Φλωρεντία (1986), στο Μουσείο Μπενάκη (1987), στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης (1988), στο Στρασβούργο (1989) και αλλού. Οι εκθέσεις αυτές συνοδεύονταν από αναλυτικούς δίγλωσσους Καταλόγους, που συντάχθηκαν σε συνεργασία με τον Μανούσου Ι. Μανούσακα, με εισαγωγικά σημειώματα και εκτενή σχόλια για κάθε βιβλίο. Απώτερος σκοπός των εκθέσεων αυτών ήταν η προβολή της ανεκτίμητης και καθοριστικής συμβολής των Ελλήνων λογίων της εποχής στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων και η ανάδειξη των σχέσεων που καλλιέργησαν με κορυφαίους ουμανιστές της Ιταλίας, πολλοί από τους οποίους είχαν διατελέσει μαθητές τους.

Ἀριστοτέλους ἔργα (Opera). Από το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου, Βενετία 1495

Στη συνέχεια, ένα πιο αντιπροσωπευτικό υλικό, κατά περίπτωση, του συνόλου της συλλογής προβλήθηκε σε ιστορικές βιβλιοθήκες και ιδρύματα του εξωτερικού, όπως στο Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας το 1993, με σημαδιακές εκδόσεις του Άλδου Μανούτιου, προϊόντα φιλολογικής επιμέλειας διάσημων Ελλήνων λογίων, όπως του Μάρκου Μουσούρου και του Ιωάννη Γρηγορόπουλου. Το 1995 στην Αυτοκρατορική Βιβλιοθήκη της Βιέννης εκτέθηκαν σχεδόν όλα τα ελληνικά βιβλία που εκδόθηκαν - τυπώθηκαν εκεί (1749-1800), δηλαδή τα πιο σημαντικά δείγματα της περιόδου του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Για τον εορτασμό των πεντακοσίων ετών από την ίδρυση του πρώτου ελληνικού τυπογραφείου (Βενετία, 1499), το Ίδρυμα της Βουλής ανέθεσε στον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη και στον Κωνσταντίνο Στάικο την οργάνωση μιας έκθεσης με το πλέον σημαντικό υλικό όλης αυτής της περιόδου: ένας μεγάλος αριθμός αρχετύπων και εντύπων προέρχονταν, σε μεγάλο ποσοστό, από τη βιβλιοθήκη του.

Η προσφορά στο ίδρυμα Ωνάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδώ και χρόνια, και ενώ η βιβλιοθήκη με εκδόσεις της συγκεκριμένης συλλεκτικής φιλοσοφίας έφθασε να αριθμεί γύρω στους 1.400 τίτλους και περισσότερους από 2.000 τόμους, άρχισε να απασχολεί σοβαρά τον Κωνσταντίνο Στάικο το μέλλον της και ο Οίκος του βιβλίου που θα θησαύριζε τον πλούτο της. Έτσι το 2010 αποφάσισε να προσφέρει μέρος της συλλογής βιβλίων στο Ίδρυμα Ωνάση, με στόχο να διατηρηθεί ως κτήμα εσαεί του Ελληνικού έθνους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Ελληνική Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Ωνάση». 2011. Ανακτήθηκε στις Ιούνιος 2015.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  2. Στάικος, Κωνσταντινος (2011). Ελληνική βιβλιοθήκη. Αθήνα: Άτων, σελ. 570. ISBN 9789609880350.