Στερητικό άλφα
Το στερητικό άλφα αναφερόμενο συχνά και ως άλφα στερητικό[1] (λατινικά alpha prīvātīvum, από το αρχαίο ελληνικό α στερητικόν) είναι το γλωσσικό πρόθημα (πρώτο συνθετικό) α- ή αν- (όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν) που χρησιμοποιείται σε μερικές ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, όπως η σανσκριτική και η ελληνική γλώσσα, καθώς και σε δάνειες λέξεις από αυτές σε άλλες γλώσσες, προκειμένου να δηλωθεί άρνηση ή απουσία (έλλειψη) του β΄ συνθετικού, όπως π.χ. οι ελληνικές λέξεις αναισθητικό (και η αντίστοιχη αγγλική δάνεια λέξη an-esthetic), αόρατος και ανώνυμος (αγγλ. anonymous), ή η σανσκριτική αχίμσα (ahimsa), δηλαδή η αρχή της μη-βίας.
Το στερητικό άλφα προήλθε αρχικώς σπό ένα πρωτοϊνδοευρωπαϊκό συλλαβικό ρινικό *n̥-, η μηδενική βαθμίδα μεταπτώσεως του αρνητικού *ne, δηλαδή ο φθόγγος /n/ χρησιμοποιούμενος ως φωνήεν. Για τον λόγο αυτόν εμφανίζεται συνήθως ως αν- προ φωνήεντος (π.χ. αν-αλφάβητος, αν-αισθησία, αν- αρχία).[2] Το στερητικό άλφα έχει την ίδια ρίζα με το ελληνικό πρόθημα νη- ή νε- (και το αντίστοιχο λατινικό -ne, που έχει επίσης στερητική σημασία (π.χ. νη-πενθές).[3]
Το στερητικό άλφα δεν πρέπει να συγχέεται με το αθροιστικό άλφα (π.χ. ἀ-δελφός, από το «δελφύς» = κοιλότητα, μήτρα, οπότε αδελφοί είναι εκείνοι που βγήκαν από την ίδια μήτρα) ή με το πρόθημα αν- από την πρόθεση ανά με έκθλιψη ή παράλειψη του τελικού φωνήεντος μπροστά από λέξη-συνθετικό που αρχίζει επίσης από φωνήεν, π.χ. η λέξη 'άν-οδος.
Γλωσσικά αντίστοιχα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στη σανσκριτική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το ίδιο πρόθημα εμφανίζεται στη σανσκριτική επίσης ως a- προ συμφώνων και ως an- προ φωνηέντων (γραφόμενο ως अ και अन् αντιστοίχως στο δεβαναγαρικό αλφάβητο).
Στη λατινική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στη λατινική γλώσσα το αντίστοιχο πρόθημα είναι το in, που ενυπάρχει κληρονομούμενο σε αγγλικές λέξεις όπως η invisible (= α-όρατος) και (σε αφομοιωμένη μορφή) σε λέξεις όπως οι irresistible, irrelevant, irresponsible, illegal και illiterate. Αντιθέτως, το πρόθημα in- είναι η ομώνυμη λατινική πρόθεση.
Στις γερμανικές γλώσσες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στην αγγλική και σε άλλες δυτικές γερμανικές γλώσσες το αντίστοιχο πρόθημα είναι το un- (ή το on-).
Στις βόρειες γερμανικές γλώσσες το n έχει εξαφανισθεί και η αρχαία σκανδιναβική έχει ως στερητικό το ú- (π.χ. Údáinsakr = ú-dáins-akr = α-θάνατη γη). Η δανική και η νορβηγική γλώσσα έχουν το u-, ενώ η σουηδική γλώσσα χρησιμοποιεί το o- (που προφέρεται [u]). Η ισλανδική και η φεροϊκή γλώσσα έχουν το σχετιζόμενο ó-.
Ομωνυμίες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το αρχαίο ελληνικό ἁ- με δασεία (αργότερα και ἀ- με ψιλή, εξαιτίας της αλλοιώσεως που είναι γνωστή ως ψίλωση), που είναι το αθροιστικό άλφα, είναι ομόηχο με το στερητικό άλφα, αλλά προέρχεται από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *sm̥.[2]
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Ngram Viewer
- 1 2 Το λήμμα «ἀ» στο Λεξικό Λίντελ-Σκοτ
- ↑ Το λήμμα «νη» στο Λεξικό Λίντελ-Σκοτ