Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Σου­η­δι­κό Ινστι­τού­το Αθη­νών

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών (σουηδικά: Svenska institutet i Athen; αγγλικά: Swedish Institute at Athens) ιδρύθηκε το 1946 και είναι ένα από τα 19 ξένα αρχαιολογικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα. Ακόμη, είναι ένα από τα τρία σουηδικά ερευνητικά ινστιτούτα στη Μεσόγειο, μαζί με το Σουηδικό Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών της Ρώμης και το Σουηδικό Ινστιτούτο Ερευνών της Κωνσταντινούπολης.[1]

Το 1975 αναγνωρίστηκε επίσημα ως Ξένη Αρχαιολογική Σχολή και απέκτησε το δικαίωμα διεξαγωγής αρχαιολογικών ερευνών πεδίου σε ελληνικά εδάφη.

Το Ινστιτούτο είναι ένα μη κερδοσκοπικό ερευνητικό ίδρυμα. Το διοικητικό του συμβούλιο απαρτίζεται από έναν πρόεδρο που διορίζεται από τη Σουηδική Κυβέρνηση, έναν αντιπρόεδρο, έναν γραμματέα, έναν ταμία και μέλη που εκπροσωπούν την Κλασική Αρχαιολογία, την Ιστορία της Τέχνης και τα Αρχαία Ελληνικά. Η Δρ. Jenny Wallensten είναι διευθύντρια του Ινστιτούτου από το 2017 και η Κα Ruth Jacoby η πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.[2][3]

Η λειτουργία του Σουηδικού Ινστιτούτου χρηματοδοτείται κυρίως από τη Σουηδική Κυβέρνηση μέσω του Υπουργείου Παιδείας της Σουηδίας, ενώ κάποια σουηδικά ιδιωτικά ιδρύματα καλύπτουν το υπόλοιπο της χρηματοδότησης.[4]

Γενικές πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκοπός του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών είναι η διεξαγωγή έρευνας για τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας, η παροχή ανώτατης εκπαίδευσης στον προαναφερόμενο τομέα καθώς και η ενθάρρυνση και η υποστήριξη της πολιτιστικής ανταλλαγής μεταξύ Σουηδίας και Ελλάδας.[5] Οι δραστηριότητες διεξάγονται κυρίως στην Ελλάδα και περιλαμβάνουν πρωτίστως την εκπαίδευση και την έρευνα που σχετίζονται με την αρχαιολογία, την ιστορία και την κοινωνία της αρχαίας αλλά και σύγχρονης Ελλάδας. Το Ινστιτούτο στεγάζεται από το 1976 σε ένα νεοκλασικό κτήριο στη συμβολή των οδών Μητσαίων και Καβαλλότι, κοντά στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης και στη Βιβλιοθήκη Βορείων Χωρών, καθώς και σε πολλά αξιοθέατα ιστορικής σημασίας.

Ως Ξένη Αρχαιολογική Σχολή και σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο περί Αρχαιοτήτων, το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών μπορεί να διεξάγει αρχαιολογικές έρευνες πεδίου σε ελληνικά εδάφη κατόπιν άδειας από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Έχει παράλληλα την υποχρέωση της διαχείρισης όλων των αρχαιολογικών ερευνών στην Ελλάδα που πραγματοποιούνται από μελετητές της Σουηδίας, την παρουσίαση του πρόσφατου ερευνητικού του έργου κατά τη διάρκεια της Ετήσιας Συνέλευσης, τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων των εργασιών σε ένα διεθνές επιστημονικό περιοδικό (Opuscula), καθώς και τη διατήρηση μιας ερευνητικής βιβλιοθήκης που θα είναι προσβάσιμη σε Έλληνες και ξένους επιστήμονες.[6] Η εν λόγω βιβλιοθήκη του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών είναι η Βιβλιοθήκη Βορείων Χωρών την οποία διαθέτει μαζί με το Ινστιτούτο της Δανίας, το Φινλανδικό και το Νορβηγικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών.[7] Η  Βιβλιοθήκη Βορείων Χωρών έχει περίπου 40.000 τόμους συγγραμμάτων, κυρίως Κλασικής Αρχαιολογίας και Αρχαίας Ιστορίας.

Επιπλέον, το Ινστιτούτο διοργανώνει και φιλοξενεί σεμινάρια, διαλέξεις, συνέδρια και εργαστήρια πάνω σε διάφορα θέματα.[8] Κάθε χρόνο απονέμει υποτροφίες σε φοιτητές ή μελετητές σουηδικών πανεπιστημίων (ή Σουηδούς μελετητές που δραστηριοποιούνται σε χώρες εκτός Σουηδίας), οι οποίοι επιθυμούν να διεξάγουν έρευνα στην Ελλάδα. Ακόμη, διοργανώνει εκπαιδευτικά προγράμματα προπτυχιακού και μεταπτυχιακού επιπέδου σε συνεργασία με πανεπιστήμια και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Σουηδίας. Αρκετές από τις δραστηριότητες σχετίζονται με την τέχνη και τον πολιτισμό.

Τα τελευταία χρόνια, το Ινστιτούτο αύξησε τις δραστηριότητές του στη Σουηδία. Μεταξύ των επαναλαμβανόμενων εκδηλώσεων είναι οι Ημέρες Ελληνικού Κινηματογράφου που διεξάγονται τον Οκτώβριο και η Ετήσια Συνέλευση που παρουσιάζει το πρόσφατο ερευνητικό έργο του Ινστιτούτου. Οι εκδηλώσεις στη Σουηδία πραγματοποιούνται συνήθως σε συνεργασία με τον Σύλλογο φίλων του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών καθώς και με τα άλλα δύο σουηδικά ερευνητικά ινστιτούτα στη Μεσόγειο, της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης.

Η ιστορία του Ινστιτούτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ελληνικές αρχές ενθάρρυναν την ίδρυση ενός σουηδικού αρχαιολογικού ερευνητικού ινστιτούτου ήδη κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και του 1930. Ωστόσο αυτό δεν συνέβη τότε, καθώς η Σουηδία επέλεξε αρχικά να ιδρύσει ένα ινστιτούτο στη Ρώμη το 1926.[9]

Η δυνατότητα ίδρυσης ενός ερευνητικού ινστιτούτου στην Ελλάδα ήρθε ξανά στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940. Με πρωτοβουλία του επιχειρηματία Herbert Jacobsson, πρόεδρο του Δ.Σ. της Σουηδικής Orient Line, και του Έλληνα συναδέρφου του, τον Γενικό Πρόξενο Ευγένιο Ευγενίδη, επικοινώνησαν με τον Axel Boëthius, τότε καθηγητή της Κλασικής Αρχαιολογίας και Αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ και πρώην διευθυντή του Σουηδικού Ινστιτούτου Κλασικών Σπουδών στη Ρώμη, με σκοπό την επανεξέταση του ενδεχομένου ίδρυσης ενός ερευνητικού ινστιτούτου στην Ελλάδα. Σε αυτή τη φάση των συζητήσεων συμμετείχε και ο Σουηδός Πρίγκιπας Γουσταύος Αδόλφος, ο οποίος αργότερα στέφθηκε Γουσταύος ΣΤ΄ Αδόλφος της Σουηδίας.[10]

Οι συζητήσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη σύσταση επιτροπής το 1946 και το φθινόπωρο του 1947 ο Σουηδός αρχαιολόγος Erik J. Holmberg επισκέφτηκε την Αθήνα για να προετοιμάσει το έδαφος για την ίδρυση ενός ερευνητικού ινστιτούτου. Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών εγκαινιάστηκε τελικά το 1948 και έγινε το έβδομο ξένο αρχαιολογικό ινστιτούτο που ιδρύθηκε στην Ελλάδα.[11] Αρχικά το ινστιτούτο βρισκόταν στην οδό Βουκουρεστίου στην περιοχή του Κολωνακίου στην Αθήνα. Το 1975 η ελληνική κυβέρνηση το αναγνώρισε επίσημα ως Αρχαιολογική Σχολή.[12] Μετά από αυτό, το 1976, το Ινστιτούτο μετακόμισε στις τρέχουσες εγκαταστάσεις του στην οδό Μητσαίων, στην περιοχή του Μακρυγιάννη στην Αθήνα.

Το 2014 τα τρία σουηδικά μεσογειακά ινστιτούτα (Medelhavsinstituten), συμπεριλαμβανομένου του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, απειλήθηκαν με κλείσιμο μετά από μια ριζική μείωση των κονδυλίων στον προϋπολογισμό της σουηδικής κυβέρνησης για το έτος 2015. Η Σουηδή Υπουργός Παιδείας, Κα Helene Hellmark Knutsson, πρότεινε τη μείωση των επιχορηγήσεων κατά το ήμισυ για το έτος 2016 και ολικό τερματισμό της δραστηριότητας το έτος 2017.[13] Η πρόταση αποσύρθηκε μετά από μαζικές διαμαρτυρίες.

Αρχαιολογικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μακρακώμη, Φθιώτιδα, που ερευνάται από το Ινστιτούτο από το 2010.

Οι πρώτες σουηδικές ανασκαφές στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν το 1894 μέσω του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Ακολούθησε το αρχαιολογικό έργο Σουηδών αρχαιολόγων π.χ. στην Άφιδνα, στην Ασίνη και στα Δενδρά. Από την ίδρυση του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών το 1948 πραγματοποιούνται όλες οι αρχαιολογικές έρευνες Σουηδών αρχαιολόγων στην Ελλάδα υπό την αιγίδα του. Τα ενεργά αρχαιολογικά προγράμματα περιλαμβάνουν σήμερα τις ανασκαφές στο Ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία (Πόρος) στον Σαρωνικό κόλπο, το ερευνητικό πρόγραμμα στην αρχαία πόλη της Ερμιόνης στην άκρη της χερσονήσου της Αργολίδας και έρευνες πεδίου στον Βλοχό της Θεσσαλίας.[14]

Εργασίες στα πλαίσια αρχαιολογικών ερευνών έχουν διεξαχθεί παλαιότερα στην Άφιδνα (Αττική), στην Ασίνη (Αργολίδα), στον Άγιο Ηλία (Αρκαδία), στο Μπερμπάτι (Αργολίδα), στο Καστέλλι Χανίων (Κρήτη), στα Δενδρά (Αργολίδα), στη Μάλθη (Μεσσηνία), στη Μιδέα (Αργολίδα), στον Παράδεισο (Δυτική Θράκη), ενώ έρευνες έχουν επίσης πραγματοποιηθεί στην Ασέα (Αρκαδία) και στη Μακρακώμη (Φθιώτιδα).

Τρέχοντα αρχαιολογικά ερευνητικά προγράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία (1894 και 1997 – εν εξελίξει)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παλαιότερες σουηδικές αρχαιολογικές εργασίες πεδίου στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν στο Ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία το 1894, υπό τη διεύθυνση των Sam Wide και Lennart Kjellberg. Ο Sam Wide ξεκίνησε συγκεντρώνοντας το κεφάλαιο για το έργο. Η Καλαυρεία ήταν ένας από τους πολλούς αρχαιολογικούς χώρους που είχε προταθεί από τον Γερμανό αρχαιολόγο Wilhelm Dörpfeld, ο οποίος ήρθε επίσης να ενεργήσει ως σύμβουλος του έργου.[15][16] Το 1894, οι Dörpfeld, Wide και Kjellberg, επισκέφθηκαν μαζί το Ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία. Εκείνη την εποχή, μόνο μερικά κατάλοιπα ήταν ορατά πάνω από το έδαφος και ο Wide αποφάσισε να πραγματοποιήσει ανασκαφές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Οι ανασκαφές του καλοκαιριού του 1894 διήρκεσαν από τις 11 Ιουνίου έως τις 13 Αυγούστου. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην αποκάλυψη της αρχιτεκτονικής του ιερού και ευρήματα περιλάμβαναν χάλκινα αγαλματίδια, επιγραφές και διάφορα αναθήματα. Δεν πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω ανασκαφές στην Καλαυρεία έως το 1997. Οι ανασκαφές από τότε πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια δύο μεγάλων αρχαιολογικών προγραμμάτων: Το Ερευνητικό Πρόγραμμα «Καλαυρεία» (2003–2005) υπό τη διεύθυνση της Berit Wells, και Η Θάλασσα, η Πόλη και ο Θεός (2007-2012), αρχικά υπό τη διεύθυνση της Berit Wells και αργότερα του Arto Penttinen, ο οποίος είναι και ο σημερινός διευθυντής των ανασκαφών.[17] Από το 2012, πραγματοποιούνται ανασκαφές κάθε χρόνο στο χώρο (εκτός από το έτος 2020) με στόχο να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ του ιερού του Ποσειδώνα και της αρχαίας πόλης της Καλαυρείας.

Ερμιόνη, Αργολίδα (2015 – εν εξελίξει)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχαιολογικό πρόγραμμα A Greek cityscape and its people: a study of ancient Hermione, στην Αργολίδα, ξεκίνησε το 2015 ως συνεργασία μεταξύ της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας και του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών. Τη γενική διεύθυνση του εν λόγω προγράμματος έχει αναλάβει η Δρ. Άλκηστις Παπαδημητρίου, ενώ η Δρ. Jenny Wallensten είναι υπεύθυνη για τη σουηδική ομάδα. Σκοπός των αρχαιολογικών ερευνών πεδίου είναι να διερευνηθεί η κοινωνική ζωή σε μια ελληνική πόλη-κράτος από την Αρχαϊκή έως και τη Ρωμαϊκή περίοδο. Κατά τη διάρκεια των εργασιών έχουν μελετηθεί τα κτήρια, η οικογενειακή ζωή, οι κοινωνικές δομές και οι θρησκευτικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των ταφικών εθίμων.[18] Έχουν καταβληθεί προσπάθειες για την ανάπτυξη και δοκιμή ορισμένων ψηφιακών μεθόδων για τη διερεύνηση της έκτασης και της δομής της αρχαίας πόλης, χωρίς να πραγματοποιηθούν εκτεταμένες και χρονοβόρες ανασκαφές.

Βλοχός, Θεσσαλία (2015– εν εξελίξει)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τρέχουσα αρχαιολογική έρευνα πεδίου στον Βλοχό της Θεσσαλίας (The Vlochos Archaeological Project) είναι μια συνεργασία μεταξύ του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καρδίτσας.[19] Οι εργασίες πραγματοποιούνται υπό την κοινή διεύθυνση των κ.κ. Μαρίας Βαϊοπούλου (Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καρδίτσας) και του Robin Rönnlund (Σουηδικό Ινστιτούτο). Στόχος του έργου είναι η διερεύνηση του λόφου Στρογγυλοβούνι και των γύρω περιοχών. Εκτεταμένα κατάλοιπα μεγάλης οχύρωσης, από την Αρχαϊκή έως την Ελληνιστική περίοδο, έχουν βρεθεί στην κορυφή του λόφου. Το 2016 τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έκαναν εκτενή αναφορά στον αρχαιολογικό χώρο.[20] Ακόμα κι αν τα αποτελέσματα από τις γεωφυσικές έρευνες ήταν εντυπωσιακά, η παρουσίαση που δόθηκε από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ήταν παραπλανητική.

Προηγούμενα αρχαιολογικά ερευνητικά προγράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άφιδνα, Αττική (1894)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άφιδνα ήταν ένας από τους δώδεκα δήμους της Αττικής κατά την Κλασική περίοδο, βρισκόταν στα βορειοανατολικά της Αττικής και προστάτευε τα βόρεια σύνορα της περιοχής. Μετά τις ανασκαφές στο Ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία, ο Sam Wide αποφάσισε να ξεκινήσει έρευνες στην Άφιδνα. Στον αρχαιολογικό χώρο βρέθηκαν μυκηναϊκά θραύσματα, τρεις τάφοι και ένας τύμβος. Ανασκάφηκε ο τύμβος, αφού εκδόθηκε άδεια από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Τα ευρήματα χρονολογούνταν στην Εποχή του Χαλκού και περιλάμβαναν χάλκινα και ασημένια αγγεία, καθώς και αρκετά σφοντύλια.[21]

Ασίνη, Αργολίδα (1922, 1924, 1926, 1930, 1970–1974, 1976–1978, 1985, 1989–1990)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνιστικοί και μεταγενέστεροι τοίχοι στην Ασίνη (Αργολίδα), μια σουηδική ανασκαφή από τη δεκαετία του 1920.

Η ακρόπολη της Ασίνης βρίσκεται στο ακρωτήριο του Αργολικού κόλπου, περίπου 8 χλμ. νοτιοδυτικά της σημερινής πόλης του Ναυπλίου. Τα αρχαιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν λίγο πολύ συνεχή κατοίκηση από τη Νεολιθική περίοδο. Η γειτονική πόλη-κράτος του Άργους κατέστρεψε την πόλη της Ασίνης γύρω στο 700 π.Χ. Από τη δεκαετία του 1920, Σουηδοί αρχαιολόγοι πραγματοποιούν περιοδικά ανασκαφές στην Ασίνη.[22] Η πρώτη ανασκαφή ξεκίνησε εκ μέρους του Σουηδού Πρίγκιπα Γουσταύου Αδόλφου το 1922. Οι πρώτες ανασκαφές στην Ασίνη επικεντρώθηκαν στην κορυφή του λόφου της ακρόπολης και τα ευρήματα περιλάμβαναν κεραμίδια και τεράστιες ποσότητες κεραμικής. Μετά από μια διακοπή σχεδόν σαράντα ετών, οι ανασκαφές στην Ασίνη συνεχίστηκαν τη δεκαετία του 1970 υπό τη διεύθυνση του Διευθυντή Carl-Gustaf Styrenius. Οι τελευταίες σουηδικές ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν υπό τη διεύθυνση της Berit Wells την περίοδο 1989-1990.

Δενδρά, Αργολίδα (1926–1927, 1937, 1939, 1960, 1962–1963)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες σουηδικές ανασκαφές στα Δενδρά της Αργολίδας πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1926-1927, υπό τη διεύθυνση του αρχαιολόγου Axel W. Persson. Ο Persson είχε νωρίτερα διερευνήσει έναν Μυκηναϊκό θολωτό τάφο στην περιοχή όταν εντόπισε αρκετούς θαλαμωτούς τάφους της ίδιας περιόδου. Οι ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια δύο αρχαιολογικών αποστολών το 1937 και το 1939. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αρχαιολόγος Paul Åström συνέχισε τις αρχαιολογικές έρευνες πεδίου στα Δενδρά σε συνεργασία με τις τοπικές αρχαιολογικές αρχές, μετατρέποντας τις ανασκαφές σε ένα κοινό ελληνοσουηδικό έργο. Το 1960 καθώς ερεύνησαν έναν θαλαμωτό τάφο του 13ου αιώνα π.Χ., έκαναν την πιο σπουδαία ανακάλυψη: την πανοπλία των Δενδρών, η οποία εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου.

Μάλθη, Μεσσηνία (1926–1929, 1933–1934, 1952, 2015–2017)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Μάλθη, σε ένα από τα παρακλάδια της οροσειράς Ραμοβούνι στη Μεσσηνία, υπήρχε ένας οχυρωμένος οικισμός κατά την Εποχή του Χαλκού. Ο οικισμός αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας και μελέτης από Σουηδούς αρχαιολόγους από τη δεκαετία του 1920, ξεκινώντας με τον Natan Valmin το 1926 που καθώς επισκέφτηκε την περιοχή του επέδειξαν δύο θολωτούς τάφους, τους οποίους αργότερα ανέσκαψε. Όταν οι αρχαιολογικές έρευνες πεδίου συνεχίστηκαν στον λόφο την περίοδο 1933-1934, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν πολλά διαδοχικά γεωλογικά στρώματα ενός μικρότερου οικισμού κάτω από ένα λεπτό στρώμα εδάφους. Ωστόσο, τα αποτελέσματα των ερευνών του Valmin επανεξετάστηκαν. Οι αρχαιολογικές έρευνες συνεχίστηκαν στη Μάλθη από τον Michael Lindblom και την Rebecca Worsham την περίοδο 2015–2017. Σκοπός των νέων ανασκαφών ήταν η διόρθωση ορισμένων ανακριβειών στη χρονολόγηση των αρχαιολογικών στρωμάτων που είχαν αναγνωριστεί νωρίτερα από τον Valmin, αλλά περιλάμβανε επίσης και μια σειρά από μικρότερες νέες ανασκαφές με σκοπό να αποσαφηνιστεί περαιτέρω η στρωματογραφία και η τοπογραφία της περιοχής.

Μπερμπάτι, Αργολίδα (1935–1938, 1953, 1959, 1988–1990, 1994–1995, 1997, 1999)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σουηδοί αρχαιολόγοι έχουν πραγματοποιήσει εργασίες πεδίου μέσα και γύρω από την κοιλάδα του Μπερμπατίου από το 1930.[23] Πρόσφατες μελέτες έχουν επίσης συμπεριλάβει τις κοιλάδες των Λιμνών και του Μίγιου, που βρίσκονται ανατολικά του Μπερμπατίου. Οι σουηδικές εργασίες πεδίου στο Μπερμπάτι ξεκίνησαν το 1934 όταν οι Axel W. Persson, Gösta Säflund και Erik J. Holmberg αναζητούσαν πιθανές ανασκαφικές τοποθεσίες και βρήκαν τον πολλά υποσχόμενο προϊστορικό χώρο του Μαστού. Κατά τα επόμενα χρόνια, ανέσκαψαν έναν θολωτό τάφο και το έργο συνεχίστηκε μέχρι το 1938. Λόγω του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι ανασκαφές διακόπηκαν μέχρι τη δεκαετία του 1950. Κατά τη διάρκεια των ετών 1953 και 1959 πραγματοποιήθηκαν εργασίες πεδίου στην περιοχή από τον Åke Åkerström. Από το 1988 ανέλαβε η Berit Wells τη διεύθυνση των αρχαιολογικών εργασιών πεδίου, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος Berbati Valley Project που ξεκίνησε το 1994. Σκοπός του προγράμματος ήταν να διερευνήσει την αγροτική οικονομία της κοιλάδας. Το Berbati Valley Project ολοκληρώθηκε το 1999 μετά από εκτεταμένη έρευνα.

Ασέα, Αρκαδία (1936–1938, 1994–1996, 1997, 2000–2012)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη-κράτος της Ασέας βρισκόταν στην κοιλάδα της Ασέας το χρονικό διάστημα ανάμεσα στον 6ο και 3ο αιώνα π.Χ., μεταξύ των αρχαίων πόλεων της Τεγέας και της Μεγαλόπολης στην κεντρική Πελοπόννησο. Η τοποθεσία της κοιλάδας ήταν σημαντική καθώς λειτουργούσε ως «κύρια» οδική αρτηρία μεταξύ της Κορινθίας και της Αργολίδας στα ανατολικά, και της Ολυμπίας στα δυτικά. Ο Erik J. Holmberg πραγματοποίησε τις πρώτες ανασκαφές στην ακρόπολη που βρίσκεται στο λόφο του Παλαιόκαστρου την περίοδο 1936-1938 και έφερε στο φως αρχαιολογικά κατάλοιπα από τη Νεολιθική, την Εποχή του Χαλκού και την Ελληνιστική περίοδο.[24] Οι εργασίες συνεχίστηκαν στα πλαίσια του προγράμματος Επιφανειακή Έρευνα στην Κοιλάδα της Ασέας υπό τη διεύθυνση της Δρ. Jeannette Forsén την περίοδο 1994–1996. Μεταξύ του 2001 και του 2012 πραγματοποιήθηκαν γεωφυσικές έρευνες γύρω από το λόφο του Παλαιόκαστρου.

Μιδέα, Αργολίδα (1939, 1963, 1983–2009)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μιδέα βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου, στη μέση περίπου της απόστασης μεταξύ της Τίρυνθας και των Μυκηνών, στην Αργολίδα. Η ακρόπολη ήταν οχυρωμένη, όπως σημείωσαν οι πρώτοι Ευρωπαίοι ταξιδιώτες, Leake, Gell και Curtius. Ο τόπος αναφέρεται επίσης από τον Στράβωνα (8.6.11) και τον Παυσανία (2.25.9). Οι πρώτες έρευνες στον χώρο πραγματοποιήθηκαν το 1907 από Γερμανούς αρχαιολόγους. Ωστόσο, οικοδομήματα ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά όταν ο Axel W. Persson πραγματοποίησε ανασκαφές το 1939.[25] Υπό την καθοδήγηση του Persson, αρχαιολόγοι διερεύνησαν την έκταση των τειχών και άνοιξαν αρκετές δοκιμαστικές τάφρους. Ο Paul Åström και ο Νικόλαος Βερδελής συνέχισαν τις εργασίες στην περιοχή το 1963 και πραγματοποίησαν μια νέα ανασκαφή μικρής κλίμακας κοντά στην Ανατολική Πύλη της ακρόπολης. Το 1983 ξεκίνησαν συστηματικές ανασκαφές στη Μιδέα στα πλαίσια ενός κοινού ελληνοσουηδικού ανασκαφικού προγράμματος υπό τη διεύθυνση της Καίτης Δημακοπούλου και του Paul Åström. Το έργο συνεχίστηκε από την Ann-Louise Schallin μετά το 2000. Οι έρευνες στη Μιδέα αποκάλυψαν ότι η οχύρωση χτίστηκε κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα και καταστράφηκε από πυρκαγιά λίγο αργότερα.

Λόφος Καστέλλι, Χανιά (1969–2014)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λόφος Καστέλλι βρίσκεται στην πόλη των Χανίων στη δυτική Κρήτη. Αρχαιολογικά στοιχεία μαρτυρούν συνεχή κατοίκηση από τους Νεολιθικούς χρόνους μέχρι σήμερα, με μόνο μια μικρή διακοπή στα τέλη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Ο Γιάννης Τζεδάκης, πρώην Γενικός Διευθυντής Αρχαιοτήτων στο Υπουργείο Πολιτισμού, ξεκίνησε ανασκαφές στο λόφο Καστέλλι την περίοδο 1964-1969. Επικοινώνησε με τον τότε διευθυντή του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Carl-Gustav Styrenius, για να συζητήσει μια πιθανή συνεργασία που είχε ως αποτέλεσμα το κοινό ερευνητικό πρόγραμμα που ξεκίνησε το 1969.[26] Από τη δεκαετία του 1970 συνέβαλαν σημαντικά στο έργο και Δανοί αρχαιολόγοι. Σουηδοί αρχαιολόγοι πραγματοποίησαν νέες ανασκαφές την περίοδο 1989-1990 και το 2010 το Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα εντάχθηκε και επίσημα στο πρόγραμμα των ανασκαφών. Η ελληνο-σουηδο-δανική συνεργασία συνεχίστηκε μέχρι την τελευταία σεζόν των ενεργών εργασιών πεδίου το 2014. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, ήρθαν στο φως εκτεταμένα κατάλοιπα οικιών και μεγάλες ποσότητες κεραμικών. Ανάμεσα στα πιο σπουδαία ευρήματα ήταν δύο πινακίδες Γραμμικής Α και πολλές σφραγίδες.

Παράδεισος, Θράκη (1976)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παράδεισος βρίσκεται στη σημερινή περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Οι αρχαιολόγοι Erik J. Holmberg και Pontus Hellström ταξίδεψαν στον Παράδεισο αναζητώντας πιθανές ανασκαφικές τοποθεσίες το 1975. Μετά την καταγραφή ευρημάτων από τη Νεότερη Νεολιθική περίοδο έως και την Εποχή του Χαλκού από τον R. Felsch, λήφθηκε η απόφαση για τη διενέργεια ανασκαφών στην περιοχή τον επόμενο χρόνο.[27] Ανοίχθηκαν πέντε μικρές τάφροι. Τα ευρήματα περιλάμβαναν περίπου 400 κιλά κεραμικής και διάφορα ειδώλια από τη Νεότερη Νεολιθική περίοδο. Ευρήματα από την ανασκαφή φυλάσσονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας.[28]

Μακρακώμη, Φθιώτιδα (2010–2015)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιολογικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια του Αρχαιολογικού Προγράμματος Μακρακώμης (MALP: Makrakomi Archaeological Landscapes Project) γύρω από το χωριό της Μακρακώμης στην κοιλάδα του Σπερχειού, με σκοπό την διερεύνηση της αρχαίας ιστορίας της περιοχής. Η κοιλάδα ήταν ιδιαίτερα σημαντική κατά τα τέλη της Κλασικής και Ελληνιστικής περιόδου καθώς λειτούργησε ως συνοριακή ζώνη μεταξύ της βόρειας και της νότιας Ελλάδας.[29] Το πρόγραμμα αποτέλεσε συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Φθιώτιδος και Ευρυτανίας, υπό τη διεύθυνση της Μαρίας-Φωτεινής Παπακωνσταντίνου, με τον Σουηδό αρχαιολόγο Anton Bonnier. Οι αρχαιολογικές εργασίες πεδίου περιλάμβαναν τοπογραφικές μελέτες, γεωφυσικές έρευνες, ανασκαφές μικρής κλίμακας και γεωμορφολογικές μελέτες. Κατά την περίοδο 2011-2012 πραγματοποιήθηκε αρχαιολογική και αρχιτεκτονική έρευνα των οικισμών στη θέση Αστέρια. Οι έρευνες μαρτυρούν ανθρώπινη δραστηριότητα στην κοιλάδα από τη Νεολιθική έως την Ύστερη Κλασική περίοδο, όταν οι οικισμοί έγιναν πιο μακρόβιοι πριν αφανιστούν κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο.

Δημοσιεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών δημοσιεύει τα αποτελέσματα των αρχαιολογικών ερευνών και των συνεδρίων που διοργανώνονται από το Ινστιτούτο στη μονογραφική σειρά Skrifter utgivna av Svenska Institutet i Athen. Ωστόσο, στη μονογραφική σειρά μπορούν να συμπεριληφθούν και άλλες πρωτότυπες έρευνες των κλάδων της κλασικής αρχαιολογίας, της αρχαίας ιστορίας, της τέχνης, της αρχιτεκτονικής καθώς και της φιλολογίας.[30]

Το επιστημονικό περιοδικό Opuscula εκδίδεται ετησίως από κοινού από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών και το Σουηδικό Ινστιτούτο της Ρώμης. Στο Opuscula δημοσιεύονται τα αποτελέσματα του σουηδικού αρχαιολογικού έργου στη Μεσόγειο, αλλά το περιοδικό φιλοξενεί επίσης άρθρα που σχετίζονται με όλες τις πτυχές των αρχαίων μεσογειακών πολιτισμών (προϊστορία έως την ύστερη αρχαιότητα, συμπερ. της φιλολογίας) από τη διεθνή ερευνητική κοινότητα. Όλα τα άρθρα αξιολογούνται από ομότιμους και όσα γίνονται αποδεκτά διατίθενται με ανοικτή πρόσβαση έξι μήνες μετά τη δημοσίευση. Τη διαδικασία δημοσίευσης, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τα υψηλότερα πρότυπα επιμέλειας και δημοσίευσης, διαχειρίζεται η συντακτική επιτροπή των Σουηδικών Ινστιτούτων Αθηνών και Ρώμης (ECSI).

Πολιτιστικές εκδηλώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας από τους σκοπούς του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών είναι η υποστήριξη και η ενίσχυση των πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ Σουηδίας και Ελλάδας. Αυτό επιτυγχάνεται με διάφορους τρόπους, όπως παρουσιάσεις βιβλίων, εκθέσεις, προβολές ταινιών, συναυλίες κλπ.[31] Η προβολή του σουηδικού πολιτισμού στην Ελλάδα αποτελεί βασική προτεραιότητά μας. Ωστόσο, το Ινστιτούτο έχει πλέον στρέψει τις προσπάθειές του και στην παρουσίαση του ελληνικού καλλιτεχνικού έργου στη Σουηδία. Παράδειγμα αυτού είναι οι Ημέρες ελληνικού κινηματογράφου που διοργανώθηκαν για πρώτη φορά στη Στοκχόλμη το 2019.[32]

Το Ινστιτούτο έχει καταφέρει να κτίσει ένα ευρύ δίκτυο συνεργασίας μεταξύ της νέας γενιάς Σουηδών και Ελλήνων καλλιτεχνών. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η συνεργασία με το Konstfack, το Πανεπιστήμιο Τεχνών, Χειροτεχνίας και Σχεδιασμού της Στοκχόλμης, και την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Η συνεργασία αυτή αφορά το μετάξι και επιτυγχάνεται με τη διεξαγωγή σεμιναρίων στην πόλη του μεταξιού, το Σουφλί. Φοιτητές από τα δύο εκπαιδευτικά ιδρύματα συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 2019 σε ένα κοινό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Συνεργαζόμαστε επίσης με το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιόνιου Πανεπιστημίου και το Fridhems Folkhögskola της Σουηδίας σε ένα πρόγραμμα που φέρει σε επαφή νέους μουσικούς της τζαζ και από τις δύο χώρες: Jazz Student Sessions στην Καβάλα και Masterclasses στην Κέρκυρα.

Διευθυντές του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Erik Holmberg 1947–1948
  • Åke Åkerström 1948–1956
  • Arne Furumark 1956–1957
  • Paul Åström 1958–1963
  • Carl-Gustaf Styrenius 1963–1971
  • Åke Åkerström 1971–1972
  • Pontus Hellström 1972–1976
  • Robin Hägg 1976–1994
  • Berit Wells 1994–2003
  • Ann-Louise Schallin 2004-2010
  • Arto Penttinen 2010-2016
  • Jenny Wallensten 2017-

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Berg, I. (2016) Kalaureia 1894: a cultural history of the first Swedish excavation in Greece. Stockholm: Stockholm University.
  • Hellström, P. (1987) Paradeisos: a late Neolithic settlement in Aegean Thrace. Stockholm: Museum of Mediterranean and Near Eastern Antiquities.
  • Korka, E. (2006) Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές στην Ελλάδα, 160 χρόνια. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού.
  • Wells, B. & Penttinen, A. (2005) On Site: Swedish Archaeologists in Greece. Athens: Motibo.
  • Whitling, F. (2019) Western ways: foreign schools in Rome and Athens. Berlin: De Gruyter.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Whitling, Frederick (2019). Western ways : foreign schools in Rome and Athens. Berlin. ISBN 978-3-11-060253-1. 1078913321. 
  2. «Διευθυντές από το 1947 έως σήμερα». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2021. 
  3. «Το Διοικητικό Συμβούλιο». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2021. 
  4. «Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2021. 
  5. «Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  6. «Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  7. «Welcome to the Nordic Library at Athens». norlib.gr (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2021. 
  8. «Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  9. Wells, Berit· Arto Penttinen (2005). On site : Swedish archaeologists in Greece (1st ed έκδοση). Athens: Motibo. σελ. 35-6. ISBN 960-6610-16-0. 191748042. 
  10. Wells, Berit· Arto Penttinen (2005). On site : Swedish archaeologists in Greece (1st ed έκδοση). Athens: Motibo. σελ. 35-6. ISBN 960-6610-16-0. 191748042. 
  11. Wells, Berit· Arto Penttinen (2005). On site : Swedish archaeologists in Greece (1st ed έκδοση). Athens: Motibo. σελ. 37. ISBN 960-6610-16-0. 191748042. 
  12. Wells, Berit· Arto Penttinen (2005). On site : Swedish archaeologists in Greece (1st ed έκδοση). Athens: Motibo. σελ. 43. ISBN 960-6610-16-0. 191748042. 
  13. «Απειλείται η λειτουργία των μεσογειακών Σουηδικών Ινστιτούτων». Αρχαιολογία Online. 4 Νοεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  14. «Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  15. Wells, Berit· Arto Penttinen (2005). On site : Swedish archaeologists in Greece (1st ed έκδοση). Athens: Motibo. σελ. 20. ISBN 960-6610-16-0. 191748042. 
  16. Berg, Ingrid (2016). Kalaureia 1894 : a cultural history of the first Swedish excavation in Greece. Stockholm. σελ. 91-93. ISBN 978-91-7649-467-7. 1082199566. 
  17. «Καλαυρεία - Καλαυρεία, Πόρος (1894 και 1997 – εν εξελίξει)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  18. «Ερμιόνη - Ερμιόνη, Αργολίδα (2015 – εν εξελίξει)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. [νεκρός σύνδεσμος]
  19. «Βλοχός - Βλοχός, Θεσσαλία (2015– εν εξελίξει)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  20. ekauthor-02. «Σουηδοί αρχαιολόγοι». ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  21. «Άφιδνα - Άφιδνα, Αττική (1894)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. [νεκρός σύνδεσμος]
  22. «Ασίνη - Ασίνη, Αργολίδα (1922, 1924, 1926, 1930, 1970–1974, 1976–1978, 1985, 1989–1990)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Μαρτίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  23. «Μπερμπάτι - Μπερμπάτι, Αργολίδα (1935–1938, 1953, 1959, 1988–1990, 1994–1995, 1997, 1999)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. [νεκρός σύνδεσμος]
  24. «Ασέα - Ασέα, Αρκαδία (1936–1938, 1994–1996, 1997, 2000–2012)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  25. «Μιδέα - Μιδέα, Αργολίδα (1939, 1963, 1983–2009)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Οκτωβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  26. «Χανιά - Λόφος Καστέλλι, Χανιά (1969–2014)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. [νεκρός σύνδεσμος]
  27. «Παράδεισος - Παράδεισος, Θράκη (1976)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. [νεκρός σύνδεσμος]
  28. Hellström, Pontus (1987). Paradeisos : a late Neolithic settlement in Aegean Thrace. Stockholm: Museum of Mediterranean and Near Eastern Antiquities. σελ. 13, 18, 22, 135. ISBN 91-7192-677-1. 17393441. 
  29. «Μακρακώμη - Μακρακώμη, Φθιώτιδα (2010–2015)». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Οκτωβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  30. «Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  31. «Πολιτιστικές εκδηλώσεις». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021. 
  32. «Ημέρες ελληνικού κινηματογράφου στη Στοκχόλμη». Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Οκτωβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2021.